Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Η δική μου

* του Α. Τσέχωφ

Αυτή, όπως κατηγορηματικά διαβεβαιώνουν οι γονείς και οι προϊστάμενοί μου, γεννήθηκε πριν από μένα. Δεν ξέρω αν έχουν ή όχι δίκιο, εκείνο που γνωρίζω μόνο είναι ότι δε θυμάμαι ούτε μία ημέρα της ζωής μου που να μην της ανήκει και να μην ένιωθα την εξουσία της πάνω μου.

Δεν με εγκαταλείπει ούτε κατά τη διάρκεια της ημέρας ούτε κατά τη διάρκεια της νύχτας ∙ δεν αναφέρω καν το πώς σέρνομαι για να ξεφύγω από αυτή -η σχέση μας πάει να πει είναι δυνατή, στερεή.

Μα, μη ζηλεύετε νεαρή αναγνώστρια!

Η συγκινητική αυτή σχέση δεν μου προσφέρει τίποτα άλλο εκτός από τη δυστυχία. Πρώτον, η δική «μου», χωρίς να με αφήνει μόνο μου ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα, δεν με αφήνει να ασχοληθώ με το έργο μου. Με εμποδίζει να διαβάσω, να γράψω, να κάνω περιπάτους, να απολαύσω τη φύση. Γράφω τις γραμμές αυτές, ενώ εκείνη σπρώχνει διαρκώς τον αγκώνα μου, σαν την αρχαία Κλεοπάτρα τον όχι λιγότερο αρχαίο Αντώνιο, με τραβάει στο θεωρείο. Δεύτερον, με καταστρέφει σαν γαλλίδα κοκότα. Εξαιτίας της αφοσίωσής της έχω θυσιάσει τα πάντα: τη σταδιοδρομία, τη δόξα, την άνεση… Για χάρη της κυκλοφορώ γδυτός, ζω σε ένα φτηνό δωμάτιο, τρώω ανοησίες, γράφω με χαλασμένη μελάνη.

Όλα, όλα τα καταβροχθίζει, η αχόρταγη! Τη μισώ, την περιφρονώ!

Από καιρό έπρεπε να τη χωρίσω, μα δεν τη χώρισα μέχρι σήμερα γιατί οι μοσχοβίτες δικηγόροι ζητούν τέσσερις χιλιάδες ως αμοιβή για το διαζύγιο. Προς το παρόν δεν έχουμε παιδιά…


Θέλετε να μάθετε το όνομα της; Παρακαλώ. Είναι ποιητικό και θυμίζει τη Λίλη, τη Λέλα, τη Νέλη…

Την λένε Τεμπελιά.


* Από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο Αναγνώστης». Μετάφραση του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Το ισορροπούν φεγγάρι

Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δυο ημερομηνίες δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Γενέθλια; Ποια γενέθλια..

Και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρίτη χρονιά, σαν σήμερα και τότε, εγώ κοιμάμαι του καλού καιρού τον ύπνο της λησμονιάς. Έπρεπε να το είχα καταλάβει όταν έστρεψα προς στιγμήν το βλέμμα μου στη δύση, προχθές το βράδυ στη δουλειά. Το φεγγάρι στεκόταν ψιλοστρόγγυλο πάνω απ' τον Ψηλορείτη, με προειδοποιούσε. Αλλά και μέρες πριν, όταν γυρνούσαμε με το αυτοκίνητο στο σπίτι, με τη Φώτω και τον Γιάννη και τον Σπύρο, στρίψαμε στο στενό του σπιτιού μου και το αντικρίσαμε να ισορροπεί σαν μισό πεπόνι πάνω στην άσφαλτο, στο τέλος της ανηφόρας. Μα ποιον επισκέπτεται το φεγγάρι στο σπίτι του επιτέλους; Και, κυρίως, γιατί;

Ή μήπως δεν ήτανε για μένα, αποκλειστικά και μόνο, η αφιέρωση του Βασίλη (τι ποιος Βασίλης;) εκείνο το βράδυ στη συναυλία, που τραγούδησε πρώτη φορά στα χρονικά τη Φεγγαρένια μου; Να μην πω ότι για μένα έγραψε, είκοσι σχεδόν χρόνια πριν, για τις συγκυρίες στου καιρού τις συγχορδίες, που ταιριάξαμε μαζί στης σελήνης τη γιορτή.




Πανσέληνος και τότε, σαν σήμερα ακριβώς και εξαιρετικώς. Μου έχει μείνει εκείνη η μακρινή θέα της θάλασσας, με τ' αργυρό φεγγάρι να εκρήγνυται μέσα της, από νωρίς το απόγευμα ως το ξημέρωμα, στην ατέλειωτη -εκείνο το βράδυ- ισόρροπη πορεία του προς τη δική του δύση. Μια πορεία που δεν τη νίκησε ο ήλιος. Εμάς μας νίκησε.

>>>

Θέλω κι εγώ να βγω στου μπαλκονιού μου τη σκηνή, να πιάσω την ξεχασμένη κιθάρα μου και να αφιερώσω το αγαπημένο ρεφρέν του Βασίλη, στη Φεγγαρένια εκείνη που ισορροπία τελικά να βρούμε δεν καταφέραμε. Και δεν έφταιγε γι' αυτό το φεγγάρι.


πάμε με Sol και μετά La minore:
[♪] Φεγγαρένια, Φεγγαρένια,
γύρνα πίσω κι ας φοβάμαι
πως μονάχος κι έτσι θα 'μαι [/♪]

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Θλιμμένη χαραυγή, του αποχαιρετισμού εκείνη

«Πήγε ώρα, σήκω»

Φωνή γεμάτη αγάπη, μα συχνά άγαρμπη. Αυθεντική θα έλεγε κανείς ευγενικά. Συνήθως είναι η μητέρα που αναλαμβάνει το πρωινό ξύπνημα, αλλά τις βάρβαρες αξημέρωτες ώρες είναι η φιγούρα του πατέρα που τριγυρνά τους θερμούς χώρους του σπιτιού αναμένοντας μιαν ακόμα χαραυγή.

«Δηλαδή.. τι ώρα;»

Μα προτού αναρωτηθώ περισσότερο ή γεννήσω μια ελπίδα πιθανά λανθασμένης έγερσης, είναι το κινητό που σφυρίζει το εγερτήριο. Εγερτήριο φευγιού, ενός ακόμα μικρού αποχαιρετισμού.

>>>

Συνηθίζω στο ηλεκτρικό φως, έξω πυκνό σκοτάδι ακόμη. Εκτελώ μηχανικά τα απολύτως απαραίτητα, ντύσιμο, πλύσιμο, μια κούπα γάλα στα όρθια, μισό τυροπιτάκι της μπουκιάς καθώς γέρνω στο παραθύρι της κουζίνας να διακρίνω τις σκιές του δρόμου. Με χωρίζουν λίγα λεπτά από την αναχώρηση για το σταθμό. Πιάνω τον εαυτό μου να κοιτά επίμονα το ακατάστατο δωμάτιό μου, που τα τελευταία χρόνια -μέχρι και χθες- φιλοξενούσε τη μικρή μου αδερφή. Τα πράγματά της ακόμα εκεί, μπιχλιμπίδια και κοσμήματα στη βιβλιοθήκη με τα βιβλία μου, οι σημειώσεις της στο κομοδίνο μου, το lap top της πλάι στο πληκτρολόγιό μου, ένα ξεχασμένο αντίτυπο της λίστας των καλεσμένων του γάμου της.

Βαδίζω λίγα μέτρα πιο πέρα μέχρι το κοριτσίστικο δωμάτιο που έχει καταληφθεί προσωρινά από τη φαμίλια της άλλης αδερφής. Σπρώχνω απαλά την πόρτα. Το φωτάκι για τα μωρά απλώνει ένα γλυκό πράσινο φως στο δωμάτιο. Η αδερφή μου, ο γαμπρός μου, στη μέση ο μικρός γερμένος στο πλάι με την πιπίλα στο στόμα και το χεράκι στο μαγουλάκι του. Τριγύρω τους στο κρεβάτι παιχνίδια και παραμύθια. Στα αριστερά μου η κούνια του μπέμπη μ' εκείνον ανάσκελα, όπως πολύ του αρέσει, με το στρόγγυλο κεφαλάκι του να γέρνει στο πλάι. Πότε πότε ανοίγει βουβά το στοματάκι του, κουνώντας ασυνάρτητα τα μικρά παχουλά μπρατσάκια του. Αφήνω τα μάτια μου να ανοιγοκλείσουν δυο φορές και βγαίνω όπως μπήκα. Χαιρετώ βιαστικά τη μάνα και τον πατέρα, ρίχνω άλλη μια παρατεταμένη ματιά στο άδειο δωμάτιο και περνώ την εξώπορτα με το σακίδιο στην πλάτη. Έχω αργήσει.

>>>

«Έχω ξεχάσει την τελευταία φορά που η αυγή με βρήκε στο κρεβάτι» μου 'χε πει με απλότητα κάποτε ο πατέρας. Είχα συγκλονιστεί.

Κι εγώ είχα ξεχάσει πόσο δύσκολος, πόσο αφύσικος είναι ο αποχαιρετισμός τα χαράματα.

>>>

Όταν ξανάρθω θα έχω ξανά το δικό μου δωμάτιο. Θα έχω αν θέλω και δεύτερο δωμάτιο. Μα δεν θα 'χω τους μπέμπηδες να τριγυρνούν στα πόδια μου, να ανοιγοκλείνουν τα συρτάρια μου, να λαχταρούν τις αγκαλιές μου. Δεν θα 'χω τα κορίτσια μου να με ζαλίζουν, να με προσγειώνουν, να με μαλώνουν.

Δεν θα 'χω πια τέτοιες θλιμμένες χαραυγές, των αποχαιρετισμών εκείνες.


[♪] βάλτε τώρα στο background να παίζει η τραγουδάρα
για την οποία σκαρφίστηκα τούτη την -αληθινή κατά τ' άλλα- ανάρτηση [/♪]

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Τι χαρά, Χαρούλης!

Ξέρω θα μετανιώσω κάθε στιγμή, κάθε γράμμα που πληκτρολογώ τούτη την ώρα, σπρώχνοντας -νομίζω- πιο πίσω το ξημέρωμα, το οποίο θα 'ρθει όπως και να 'χει την προκαθορισμένη του ώρα, νυσταγμένο, ζαλισμένο. Αλλά αν αφήσω τα λόγια γι' αύριο θα χάσουν το άρωμά τους. Ένα άρωμα μπλεγμένο με την έξαψη των περασμένων ωρών, σ' ένα θέατρο, σ' ένα χωριό στο πουθενά του Ηρακλείου, σε μια συναυλία ατέλειωτη, σε μια χαρά ..Χαρούλη.

[♪] στο background τώρα παίζει, Της λήθης το πηγάδι,
πότε μέσα θα πέσω να γλιτώσω; [/♪]

Είναι η τρίτη φορά που προσπαθώ να τον παρακολουθήσω και η πρώτη που καταφέρνω να νικήσω το sold out που παραμονεύει σε κάθε του συναυλία. Και είναι από την πρώτη νότα ως τη στερνή, εκεί, όλα τα χαρακτηριστικά του εκείνα -που αχόρταγα ανακαλύπτω- που τον κάνουν τόσο ένθερμα αγαπητό.
Είναι το χαμόγελό του που γεμίζει τη σκηνή από το πρώτο καλωσόρισμα, είναι η χαρά του που ανταμώνει το ηρακλειώτικο κοινό.
Είναι ο κρητικός ρυθμός που έχει δέσει μέσα του απ' τα μικρά του χρόνια και ξεδιπλώνεται πότε παραδοσιακός, πότε ηλεκτρισμένος.
Είναι η καλο-συνταιριασμένη μπάντα του που σμίγει τόσο φυσικά το λαούτο, την ασκομαντούρα και τη λύρα φυσικά, με το ηπειρώτικο κλαρίνο και τη φλογέρα, με την ηλεκτρική κιθάρα και το βιολοντσέλο και την ..ανελέητη συνοδεία τυμπάνων ενός άλλοτε ξύλινου σπαθιού.

[♪] Της παπαρούνας τον ανθό να μην τον εμυρίσεις, 
γιατί σε μένα μάτια μου μια μέρα θα γυρίσεις [/♪]

Είναι η απλότητα και, ναι, η ταπεινότητά του στη σκηνή, τα παλαμάκια από τον ίδιο για το κοινό και οι συνεχείς ευχές του («με τις υγειές σας»«να ζήσετε βρε κοπέλια»), οι παροτρύνσεις προς τους μουσικούς του μ' ένα νεύμα του κεφαλιού -σαν το «πάμε» του αρχηγού μιας ποδοσφαιρικής ομάδας πριν την επίθεση- στην αρχή κάθε τραγουδιού, οι υποκλίσεις και το χειροκρότημά του στο τέλος τους.
Είναι το πάθος του πάνω στο λαούτο όταν τα δάχτυλα κουρσεύουν τα τάστα και τις χορδές στους γρήγορους ρυθμούς, την ίδια ώρα που με το πόδι του κλωτσά μανιασμένα το κάθετο στήριγμα στο σκαμπό του.

[♪] Με διαβατάρικα πουλιά έρωτα να μην πιάνεις,
γιατί είναι διαβατάρικα και γρήγορα τα χάνεις [/♪]

Είναι οι τρίχες τις κεφαλής που ανεμίζουν λεύτερες από το λαστιχάκι που τις πιάνει στο πίσω μέρος, ασημίζουνε κάτω απ' τα έντονα φώτα των προβολέων, γλυκαίνουν γκριζαρισμένες όταν ζητά ευγενικά να χαμηλώσουνε τα φώτα να «μιλήσει» το ολόγιομο φεγγάρι που από νωρίς μεσουρανεί.
Είναι φυσικά τα τραγούδια του που εν χορώ τραγουδούν απ' όξω κι ανακατωτά οι μερικές χιλιάδες φίλων του που στριμώχθηκαν απόψε στο θέατρο, τα δικά του, του Θανάση, του Σωκράτη, του Μίλτου, της γειτονιάς των εξαρχείων και τα παραδοσιακά, του «αδελφού» του (Χρήστου Θηβαίου) που τον συμμάζεψε απ' τα μαντριά και τα πανηγύρια και τον γνώρισε στη μουσική μας κοινωνία.

[♪] Τα χάδια μου τα πέταξα στης λήθης το πηγάδι,
να μην τα βρουνε οι αγκαλιές που βγαίνουνε σεργιάνι [/♪]

Είναι οι τρεισήμισι ώρες που ασταμάτητα τραγουδά, πότε καθιστός πότε όρθιος, πότε με την μπάντα του πότε μόνος, πότε με το λαούτο πότε όρθιος στο μικρόφωνο, πότε με τον τηλεβόα(!) πότε με τα χέρια στο στόμα χωρίς μεγάφωνα. Και μετά απ' αυτό, το «κι άλλο, κι άλλο» που χοροπηδηχτά παρακαλεί σύσσωμο το κοινό (με πολύ χαρά δεν βλέπω υστερικά δεκαεξάχρονα, ούτε πληθώρα κοριτσιών - κοινό ώριμο και μοιρασμένο) και κυρίως αυτό που όρθιο έχει παρακολουθήσει την τετράωρη παράσταση (κάπου εκεί στριμωγμένος κι εγώ). «Πόσο ακόμα να αντέξει να τραγουδήσει» ακούω μια φωνή δίπλα μου. Θέλοντας ή μη, συμφωνώ.


>>>

Και είναι κι αυτό το τελευταίο-τελευταίο τραγούδι του που αναπόφευκτα δάκρυα έφερε στα μάτια μου. Έλεγα θα το αποφύγω, έλεγα θα ξεχάσει να το πει. Μα εκείνος έβαλε όλη του τη δύναμη, έβγαλε όλη του την ένταση, σ' έναν συγκινητικό αποχαιρετισμό, σαν εκείνον που έμεινε κάποτε γραμμένος στο χέρι, διπλωμένος στα τέσσερα σφιχτά.

[♪] τη θλίψη απ' τα μάτια μου να πάρεις
και να τη ρίξεις στου πελάγου το βυθό
κι αν τύχει μες σ' ανέμους να χαθώ
μη μ' αρνηθείς, μη μ' αποπάρεις [/♪]

>>>

Σας είπα ότι η συναυλία ήταν sold out? Σας είπα ότι μια ώρα πριν την έναρξη το θέατρο βογκούσε ασφυκτικά από κόσμο; Σας είπα ότι θα γίνει και δεύτερη αύριο (σήμερα);


Εγώ, ο χειρότερος γνώστης των τραγουδιών του, θα χόρταινα άλλες τρεισήμισι ώρες όρθιος, αν και κάτι μου λέει ότι σήμερα θα παίξει παραπάνω, κρατούσε δυνάμεις χθες, χε! Ευτυχώς, λέω, δεν μπορώ να πάω, ξεπούλησε και σήμερα.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Όταν δυο πόδια συνάντησαν την μη πληρότητα, μια μέρα στο τραίνο

Δυο πόδια.

Δυο όμορφα λευκά γυναικεία πόδια μπαινοβγαίνουν στο οπτικό μου πεδίο. Δεν είμαι σε θέση να διακρίνω σε ποιαν ανήκουν, εκτός κι αν αλλάξω θέση. Και αυτό δεν το θέλω. Ξαφνικά το μεσημεριανό ταξίδι με το τραίνο αποκτά ενδιαφέρον.

>>>

Μελετώ τις τελευταίες σελίδες του καλύτερου βιβλίου του Δοξιάδη, δώρο της Φωτεινής, και δε θέλω να τελειώσει. Προσπαθώ να μην τελειώσει. Κάθε παράγραφος και μια καινούρια ιστορία, κάθε πρόταση και δεύτερη ανάγνωση. Απομακρύνω το βλέμμα μου στην εξοχή που παρελαύνει έξω από το παράθυρό μου, μα η άκρη του αριστερού ματιού μου φυλακίζεται στα δύο πόδια που διακρίνω μέσα από τη φαρδιά χαραμάδα που αφήνουν τα δύο μπροστινά καθίσματα. Εκείνη κάθεται στην απέναντι μεριά, στη μέση του βαγονιού, με το κάθισμα γυρισμένο ανάποδα στη φορά του τραίνου. Κι εγώ δε διακρίνω ούτε πρόσωπο, ούτε σώμα. Δυο πόδια μονάχα.


[♪] στο background τώρα παίζει, Το σαράκι του Ρεμπώ,
μα τι λέω, στη μισή ζωή μου το τραγούδι αυτό παίζει, ψέμματα; [/♪]

Κι όμως κινούνται. Κάποιες στιγμές τεντώνουν τα δάχτυλα πάνω-κάτω σαν να θέλουν να ξεπιαστούν. Άλλες φορές γλιστρά η μια πατούσα πάνω στα ακροδάχτυλα της άλλης, αργά, νωχελικά, σχεδόν ερωτικά. Ξέχασα να πω ότι είναι (ξ)απλωμένα πάνω στο κάθισμα που έχει καταλάβει διπλό, άλλος δεν κάθεται δίπλα τους. Ούτε δίπλα μου. Υπολόγισα καλά -σχεδόν μαθηματικά, με γωνίες και μοίρες, επηρεασμένος από το περιεχόμενο του βιβλίου μου- ότι αν μετακινηθώ στο διπλανό μου κάθισμα, το αριστερό κατά τη φορά της αμαξοστοιχίας, θα μπορώ να διακρίνω ανεμπόδιστα τις κινήσεις των δύο πατουσών χάνοντας όμως πίσω από το μπροστινό της κάθισμα όλο το υπόλοιπο των ποδιών. Έτσι μένω στη θέση μου προτιμώντας τη -διακοπτώμενη έστω- θέα όλου του μήκους των ποδιών μέσα από τη χαραμάδα, την οποία επιτυγχάνω με ένα ανεπαίσθητο σχεδόν στρίψιμο του κεφαλιού μου.


[♪] Γυρεύω μάταια την κρυμμένη σου εικόνα,
σε ποιο καινούργιο παραμύθι να δοθώ [/♪]

Ξέχασα επίσης να πω ότι τα δυο πόδια είναι γυμνά. Και λεία -πώς να το πω σε απλά ..μηχανικά- στιλπνά και στιλβωμένα. Πόδια ψηλής νεαρής κοπέλας. Εντελώς γυμνά. Χωρίς οτιδήποτε να τα καλύπτει, σκέτο λαχταριστό νεανικό δέρμα. Χωρίς παπούτσια, πάνω στο κάθισμα είπαμε, με νύχια βαμμένα κοραλί ή καρπουζί, δεν ξέρω τη διαφορά των δύο, συμπαθάτε με. Και τώρα ανασηκώνονται, το ένα τεντώνεται και τ' άλλο μαζεύει και ξανασμίγουν πάλι τα γόνατα σε μια στάση ανέμελη, ανεπιτήδευτη και τόσο μα τόσο αθώα προκλητική.

>>>

Ξαναγυρνώ στην ασφάλεια των σελίδων του βιβλίου του Δοξιάδη, που ασχολείται με τη ιστορία της αναζήτησης των θεμελίων των μαθηματικών και τη βόμβα που έριξε σε αυτά το Θεώρημα της Μη Πληρότητας του Κουρτ Γκέντελ.
Η αλήθεια, στο σύνολό της, ξεπερνά τη λογική. Ακόμη και στην πιο λογική θεωρία θα υπάρχει πάντα κάτι που δεν αποδεικνύεται λογικά.
Για να δείξω ότι η λογική δεν είναι πλήρης αυτό που έκανα ήταν να βρω μια πρόταση που να μην είναι αποδείξιμη... Και τη βρήκα. Για την ακρίβεια, απέδειξα ότι η συγκεκριμένη πρόταση είναι μη αποδείξιμη. Και εφόσον έχει δειχθεί ότι έστω και μία πρόταση είναι μη αποδείξιμη, τότε έχει αποδειχτεί: Η λογική είναι μη πλήρης.
Δηλαδή, σε κάθε κόσμο που λειτουργεί με ορισμούς και με κανόνες, αν θέλει κανείς να προχωρήσει μόνο με αυτούς, πάντα κάποιος προορισμός θα μένει απροσπέλαστος. Η αλήθεια θα μένει πάντα λειψή...

Η αλήθεια θα μένει πάντα λειψή, όπως αυτό που πάντα μοιάζει να λείπει από την αλήθεια της ζωής μας. Αυτό που πάντα λείπει από την καρδιά μας, από τη σκέψη μας. Το σαράκι του Ρεμπώ γίνεται ένα με τη μη πληρότητα του Γκέντελ και δυο πόδια στο βαγόνι ενός τραίνου συσπώνται όλο και πιο συχνά.

[♪] Δρόμοι και σπίτια και μορφές μιας άλλης μέρας,
χρώματα, αρώματα, φωνές και μουσικές,
ξυπνούν ξανά της νοσταλγίας μου το τέρας [/♪]

>>>

«Επόμενος σταθμός Παλαιοφάρσαλος. Έξοδος από τις αριστερές πόρτες κατά τη φορά της αμαξοστοιχίας». Η δυνατή φωνή με έβγαλε από τη ζάλη των σκέψεων. Η επικείμενη αποβίβασή μου θα με έβγαζε απότομα και από την απορία σε ποιον ανήκουν τα δυο πόδια που στοίχειωσαν το ταξίδι μου. Σηκώνομαι αποφεύγοντας να κοιτάξω προς τα εκεί. Κατεβάζω το σακίδιό μου και το φορώ με μιας στη πλάτη. Σκύβω, μαζεύω το βιβλίο, το τσαντάκι και τη φωτογραφική μηχανή που πήρα μαζί μου με την ελπίδα ότι την επομένη θα βγάλω μερικές φωτογραφίες στο χωριό και στο γάμο του Βίκτωρα. 

Προχωρώ στο διάδρομο ρίχνοντας τυπικά ισόποσα αδιάφορα βλέμματα δεξιά κι αριστερά. Ένα ακόμα δεξιά και τώρα το κρίσιμο αριστερά. Βλέπω. Δυο πόδια, ένα κοντό γαλάζιο σορτσάκι, ανάλαφρο φαρδύ τοπ (κόκκινο;), μακριά μαλλιά καστανά, γυμνός μακρύς λαιμός, μεγάλα μάτια, πρόσωπο (όμορφο;). Και δυο χέρια, μακριά σαν τα πόδια. Στις άκρες τους κρατούν ένα βιβλίο του οποίου η ράχη αναπαύεται ανάμεσα στους μηρούς. Τους οποίους μηρούς πρώτη φορά διακρίνω στην ολότητά τους, αλλά είναι φύσει αδύνατο να καταγράψω λεπτομέρειές τους μέσα σε μια στιγμή. Δυο χέρια, λοιπόν, που διαβάζουν ένα βιβλίο. Δυο πόδια και δυο χέρια που διαβάζουν. Διαβάζω, οι πενήντα αποχρώσεις του γκρι.

(...ισόποσα αδιάφορα βλέμματα δεξιά κι αριστερά είπαμε και το εφαρμόζω μην καρφωθώ)
Έστρεψα δεξιά -ήταν η στιγμή του. Και μετά κοίταξα ίσα μπρος και κατέβηκα απ' το τραίνο.


[♪] Μας κλέψαν' τ' αύριο, μας κλέβουν και το βλέμμα
κι εσύ φρικάρεις που σου λέω σ' αγαπώ,
πες το ανόρεχτα το ναι κι ας είναι ψέμα,
ό,τι μας έδεσε για πάντα είναι εδώ [/♪]


* Σου διάβασα από το βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη, Από την παράνοια στους αλγόριθμους, εκδ. Ίκαρος και σου τραγούδησα από Το σαράκι του Ρεμπώ, σε στίχους Άλκη Αλκαίου και μουσικής Μίλτου Πασχαλίδη, από τον δίσκο του τελευταίου Η μόνη μου πατρίδα είναι ο χρόνος (2003).

** Ανάρτηση αφιερωμένη στον Βίκτωρα και τη Σοφία που ένωσαν τις ζωές τους πριν από μερικές ημέρες. Τους εύχομαι στο εξής η δική τους κοινή αλήθεια να μη λειτουργεί με περιορισμούς και κανόνες τούτης της ζωής, να μη βρει πάνω τους εφαρμογή η μη πληρότητα. Αλλά αενάως να πορεύονται μαζί προς τους απροσπέλαστους προορισμούς της άλλης Αλήθειας. Γένοιτο.


Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

βραδΥτητα


«Κουκουβάγια, θέλω να σου κάνω μια ερώτηση.» 

«Τι ερώτηση θες να μου κάνεις;»

«Θέλω να μάθω γιατί είμαι τόσο αργό.»

Η κουκουβάγια άνοιξε τα τεράστια μάτια της, περιεργάστηκε το σαλιγκάρι, και μετά τα ξανάκλεισε.

«Είσαι ένα νεαρό σαλιγκάρι, κι όλα όσα έχεις δει, όλα όσα έχεις δοκιμάσει, το πικρό και το γλυκό, η βροχή κι ο ήλιος, η παγωνιά και η νύχτα, όλα αυτά πάνε μαζί σου, σε βαραίνουν, κι όπως είσαι τόσο δα, γίνεσαι αργό απ’ το βάρος.»

«Και τι κερδίζω που είμαι τόσο αργό;» ψιθύρισε το σαλιγκάρι.

«Α, σ’ αυτό δεν έχω απάντηση. Να την βρεις μόνο σου» είπε η κουκουβάγια και, με τη σιωπή της, του έδειξε ότι δε θα δεχόταν άλλες ερωτήσεις.

* Σου διάβασα το οπισθόφυλλο του βιβλίου «Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας», του Λουίς Σεπούλβεδα (εκδ. Opera).


Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Σαν το ποδήλατο

Δεν ξέρω αν είναι όπως λένε σαν το ποδήλατο, αυτό που οι θύλακες των αισθήσεων του κορμιού ποτέ δεν ξεχνούν, αυτό που τα αντανακλαστικά του μυαλού αυτόματα επαναπροσεγγίζουν, εκείνο που οι θύμησες της ψυχής επαναφέρουν από το βαθύ θάμπος της λήθης.

Ή αν είναι πάλι -δεν ξέρω- μοναδικά γνώριμο σαν την παλάμη του δεξιού χεριού, την ιδιαιτερότητα του γραφικού χαρακτήρα, ανεξίτηλα χαραγμένο σαν τον πρώτο έρωτα, τ' αξέχαστο πρώτο φιλί. Όπως λένε.

>>>


Ξέρω ότι χθες έκανα το πρώτο μου (φετινό) μπάνιο και ήταν ακριβώς σαν το ποδήλατο που κάποτε έμαθα και δεν λησμόνησα ποτέ το πώς, γλίστρησα το νερό στα ανοιχτά μου δάχτυλα σαν να ψηλαφώ τυφλά την τραχύτητα της δεξιάς μου παλάμης, γεύτηκα ξανά την αρμύρα της θάλασσας ανακαλώντας αυτή την αξέχαστη αίσθηση σαν του πρώτου φιλιού, σαν της πρώτης τρυφερής επαφής.

Tου ηδονικού παιχνιδιού με τα κύματα.

Όπως λένε.

* Τη ζωγραφιά την βρήκα εδώ. Τιτλοφορείται "Sea Secret".