Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Η μικρή μπουμπού

Έχοντας για λίγα μόλις λεπτά χάσει το προηγούμενο δρομολόγιο, μ' έπιασε γρήγορα το μεσημέρι στο δρόμο για το χωριό της, μια γλυκιά μέρα στην καρδιά του φθινοπώρου.

Να, ήδη διασχίζω γοργά το οδόστρωμα της εθνικής και κατεβαίνω τον κόμβο της γέφυρας, που οδηγεί στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Κοιτώ αυθόρμητα δεξιά κι αριστερά καθώς πατώ στις ράγες της παλιάς γραμμής του τραίνου, που ποιος θυμάται πότε έπαψε να λειτουργεί και ανηφορίζω στον δεξιό παράδρομο που οδηγεί στο σπίτι της. Η φύση στέκει ακόμη περήφανη στις αρχές του Οκτώβρη, οι μουριές σκιάζουν το στρατί σ' όλο του το μήκος. Από τα διπλανά σπίτια ακούγονται πιρούνια να κροτούν αποφασιστικά στη λευκή πορσελάνη, ποτήρια να γεμίζουν πιοτό. Γνέφω χαμογελαστά σε μια γειτόνισσα, αφήνοντάς την στην απορία ποιος να 'μαι. Κοντεύω το βήμα, ανασηκώνω το μικρό μου σακίδιο, ισιώνω τη ζακέτα που κρέμεται στο λουρί του· η κουκούλα της σχεδόν γλύφει το τσιμεντόστρωτο δρομάκι.

Στα τελευταία μέτρα σταματώ. Την έχω ήδη δει από μακριά, μα πλησίασα κοντά αθόρυβα. Καθισμένη ανάποδα στην πλαστική καρέκλα, κάνει τα συνηθισμένα καλοκαιρινά ανέμελα νάζια της κάθε φορά που το υπομονετικό κουταλάκι με το κριθαράκι πλησιάζει το στόμα της. Θέ μου πώς μεγάλωσε! Μάκρυναν τα μαλλάκια της, ψήλωσαν τα ποδαράκια της, μόρφυνε το πρόσωπό της. Στέκουμαι και χαμηλώνω φέρνοντας τις παλάμες στα γόνατά μου· και την κοιτώ χαμογελαστός. Θα με θυμηθεί; Εκεί που χαζεύει στριφογυρνώντας το κεφαλάκι της, η έκτακτη παρουσία μου τραβά το βλέμμα της· τα μάτια της ανοίγουν μεγάλα καστανά, τα χαμόγελα περιορίζονται, τα χείλη της ανοίγουν ελαφρά. Θα με θυμηθεί; Τα δευτερόλεπτα περνούν αργά. Στο επόμενο φέρνει το δαχτυλάκι της στο κάτω χείλος, ποιος ξέρει σε τι στροφές θα λειτουργούν τώρα οι μηχανισμοί της μνήμης της. Θα με θυμηθεί;

(Αυτό ήταν πάντα το όνειρό μου. Κυριολεκτικό όνειρο, ύπνου όνειρο. Ότι την επισκέπτομαι στο σπίτι στο χωριό, κι όσο ακόμα βαδίζω στο δρομάκι που οδηγεί στην αυλή του σπιτιού, εκείνη με βλέπει από μακριά και τρέχει να κρυφτεί στην αγκαλιά μου.)

Και την επόμενη στιγμή μου χαρίζει το ομορφότερο χαμόγελό της. Και το δαχτυλάκι που σκάλιζε το χείλος της τώρα με δείχνει, ακροδείχτης στο τεντωμένο χεράκι της. Και μετά οι δικοί μου μηχανισμοί μνήμης χάνονται στις παιδικές φωνούλες της, στις αγκαλίτσες της, στα νάζια της. Στον παιδικό της λαιμό που δεν χορταίνω να φιλώ.

Το κριθαράκι έμεινε μισό.

* Για τη μικρή μπουμπού μου, που σήμερα κλείνει τα δυο της χρόνια.


Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Χειμωνιάτικη ανταπόκριση

Σήμερα το πρωί πρώτη φορά φόρεσα σκούφο. Σήμερα το πρωί πρώτη φορά χιόνισε στα Τρίκαλα. Τυλίχτηκα στο κασκόλ μου, φώλιασα τα δάχτυλα στα ζεστά μάλλινα γάντια, κρύφτηκα στον ανασηκωμένο γιακά του πανωφοριού μου​ και βγήκα για μια χιονιάτικη βόλτα με το ποδήλατο. Το -5 στο θερμόμετρο της κεντρικής πλατείας με τρόμαξε λίγο, όπως και το χιόνι που έφερνε στα μάτια μου ο βοριάς. Ωραία θα ήταν να είχα ένα ζευγάρι από εκείνα τα μεγάλα γυαλιά των παλιών αεροπόρων ή των οδηγών φόρμουλα ένα της εποχής πριν το '60, που άφηναν στο τέλος ένα καθάριο οβάλ σημάδι στο κατά τα άλλα βρώμικο από τα λάδια και τα καυσαέρια πρόσωπο.

Δεν είμαι βέβαιος τι είναι αυτό που αρχίζει πρώτο να νιώθει (ή μάλλον γενικώς να μην νιώθει) την παγωνιά στο σώμα μου. Τα πόδια, τα ακροδάχτυλα, η μύτη, τα αυτιά. Η ζεστή ανάσα αναπληρώνει εν μέρει την αίσθηση αυτή, μέχρι να αρχίσει το πάγωμα να καίει το ερεθισμένο δέρμα. Έχω την εντύπωση πως είναι τα δάχτυλα, πάντα αυτά είναι, την αλήθεια να λέμε. Σιγά τα γάντια με την επένδυση!

>>>

Περιμένω να το στρώσει (αν..). Ο ήχος του χιονιού που συνθλίβεται κάτω από το λάστιχο του ποδηλάτου είναι από εκείνους τους υπέροχους μοναδικούς ήχους που στοιχειώνουν τις θύμησες παντοτινά. Σαν τον ήχο του χειμάρρου που κατηφορίζει την πλαγιά ενός βουνού, σαν τον ήχο του ξύλου όταν καίγονται τα σωθικά του στο τζάκι, σαν τον ήχο της ρωγμής που απλώνεται στον πάγο κάτω από την πίεση ενός φορτίου.

Μια χειμωνιάτικη ποδηλατο-βόλτα σε χιονισμένους δρόμους της πόλης θέλω. Εκεί που τα αυτοκίνητα δεν θα μπορούν να φτάσουν, εκεί που οι άνθρωποι θα πάψουν να κυκλοφορούν, εκεί που οι καπνοί από τα τζάκια θα δίνουν την άνιση μάχη με τις χοντρές νιφάδες του χιονιά, εκεί που τα λάστιχα θα καπακώνουν ηχηρά το βελούδινο χιόνι. Χαλάλι τα παγωμένα ακροδάχτυλα.

Βάλτε τώρα να ακούσετε το τραγούδι της αλλαγής αυτού του Χρόνου,
με την ελπίδα ότι μερικά πράγματα θα γίνουν πράγματι Αλλιώς.
(Καρασούλος-Μουράτογλου-Γαλάνη)

[♪] Πρέπει τα χέρια ν' αγαπούν αυτά που αγκαλιάζουν, 
τα αυτιά να μάθουνε να ακούν αυτά που δεν φωνάζουν.
Πρέπει στον κήπο οι διαφορές ελεύθερες ν' ανθίζουν
για να μπορούνε κι οι καρδιές κι αν χάνουν να κερδίζουν [/♪]

Μία και σήμερα. Με το καλό η τελευταία μέρα του παλιού και το πέρασμα στον νέο Χρόνο (η χρονιά μπήκε ήδη από το Σεπτέμβρη). Καλή δύναμη στους γενναίους.

Να χαρείτε, να προσέχετε.


Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Η ανάγκη της ανάγκης

* του Νίκου Δήμου
«Ο Μπαλζάκ έγραφε για να πληρώνει τα χρέη του (όσο δεν είχε χρέη, δεν έγραφε). Το ίδιο και ο Ντοστογιέφσκι. Αν δεν είχαν ανάγκες δεν θα τους διαβάζατε τώρα. Αλλά κι αυτοί που δεν έγραφαν για να καλύψουν υλικές χρείες, κάποια άλλη ανάγκη ικανοποιούσαν.
Βέβαια, η δημιουργία κάτω από το μαστίγιο της ανάγκης δεν δίνει την ευτυχία. Πιο μακάριο είναι το ακίνητο φυτό. Αλλά ποιος είπε πως η ευτυχία είναι η μοίρα του ανθρώπου; Μια ανάγκη είναι και αυτή - που ποτέ δεν στερεύει».
* Απόσπασμα της ομώνυμης ιστορίας, από το βιβλίο του «παρ' όλα αυτά» (εκδ. Πατάκη).
Αφιερωμένο στον Δημήτρη, τον Νίκο, τη Μαρίνα, τον Άκη, που ξέρουν να μετρούν τα βήματα στον πολύτροπο αυτό δρόμο της ανάγκης της χαράς. Το απέδειξαν το περασμένο Σάββατο. Να ζήσετε.

Αφιερωμένο και στην Αννούλα που ξεμύτισε σ' αυτόν τον κόσμο την ίδια ακριβώς μέρα, αποδεικνύοντας με τη σειρά της ότι η δημιουργία χωρίς το μαστίγιο της ανάγκης είναι σκέτη - ατόφια ευτυχία. Να μας ζήσει.


Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Η μικρή σας έκπληξη

Με περίμενε σήμερα, στο πρώτο σκαλί του σπιτιού μου, η μικρή σας έκπληξη. Ο λευκός φάκελος με τα μπλε και μαύρα γράμματα, τις σφραγίδες και τα στραβοκολλημένα γραμματόσημα. Έκανα να τον προσπεράσω, διατρέχοντας μ' ένα γρήγορο βλέμμα τις συστάσεις. Για μένα να 'ναι;

Ψηλά και αριστερά το όνομα του κουμπάρου με την καινούρια του διεύθυνση. Για μένα ήτανε. Και μόνο η επισήμανση της τοποθεσίας «Πεύκα» έκανε την καρδιά μου να χάσει ένα χτύπο. Και η φέτα με το κατακόκκινο καρπούζι στο γραμματόσημο έκανε τα χείλη μου να χάσουν την αυστηρή γραμμή τους. Το έπιασα στα χέρια μου, φουσκωτό-φουσκωτό. Να πω την αλήθεια ήμουν έτοιμος να αντικρύσω Χριστουγεννιάτικη κάρτα, γιατί τόσο νωρίς δεν ξέρω. Περί κάρτας επρόκειτο ναι, ευχετήριας ναι, όχι όμως για τα Χριστούγεννα αλλά για την γιορτή μου που σαν να ήτανε καιρός που πέρασε.

Δεν ξέρω αν αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήτανε το εξώφυλλο με το ποδήλατο και τις χρυσές γιορτινές μπορντούρες, οι σύντομες μα περιεκτικές ευχές, το ένθετο στολίδι σε ρόμβο με τις δύο απροσδιόριστες φιγούρες σε στάση (προσ)ευχής, αυτό το μοναδικό «Αγαπημένε μας»..



..ή απλά το hardcopy του θέματος! Η απλή, παλιά και αγαπημένη χαρτονένια κάρτα, που βάζαμε σε φάκελο και ταχυδρομούσαμε στους μοναδικά αγαπημένους μας. Και η αντίστοιχη που εμείς θα λαμβάναμε, που την αποζητούσαμε χωρίς ποτέ στ' αλήθεια να την περιμένουμε!

Δεν ήθελε και πολύ για να συγκινηθώ, καλά μου και αγαπημένα μου παιδιά, Παναγιώτη και Ζαφειρούλα, μάλλον γιατί δεν το περίμενα. Γιατί, περίμενα μήπως τα δώρα του Δημήτρη, της Μαρίνας, της Ζωής; Άσχετα αν έχω μάθει να κρύβω το συγκινησιακό μου φορτίο πίσω από τα «δεν έπρεπε» και τα «δεν ήταν ανάγκη».

Ευχαριστώ για τη μικρή σας έκπληξη. Δεν έπρεπε, δεν ήταν ανάγκη.


Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Σε τεντωμένο σκοινί


Η ποίηση ήταν πάντα μια αγωνιώδης προσπάθεια να βρούμε έναν τρόπο με τον οποίο ο εσωτερικός μας κόσμος να βρίσκει ένα μέτρο ισορροπίας με τον εξωτερικό. Η ύλη και το πνεύμα αντιμάχονται διαρκώς. Και ο ποιητής μοιάζει λίγο με γελωτοποιός ή διασκεδαστής, αφού γνωρίζει πόσο ρευστές είναι οι ισορροπίες που κρατάνε τις ζωές μας.

Παρ' όλα αυτά επιμένει. Συνεχίζει. Και μέσα από αυτή την επιμονή του κερδίζει να υπερβεί αυτά που μας φυλακίζουν στον απόλυτο ρεαλισμό.

* Αυτά έγραφε προχθές ο Γιώργος Λίλλης στον Αναγνώστη. Και μου ήρθαν στον νου σήμερα, διαβάζοντας τις πρωινές ειδήσεις για τον Μένη Κουμανταρέα, ο οποίος πριν λίγες ημέρες, πάλι στον Αναγνώστη, έδινε αυτήν που έμελλε να είναι μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, για το καινούριο του βιβλίο «Ο θησαυρός του χρόνου». Τι είναι αυτός ο χρόνος βρε παιδί μου, το τεντωμένο αυτό σκοινί.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

από τις Απαρχές στο Νυν και Αεί, αυτό είναι το Ταξίδι

Χειμώνας / 1998 / Τρίκαλα

Στο χέρι κρατώντας το εισιτήριο με αριθμό 0002, προσπαθώ να διακρίνω τις σκιές των σπιτιών σ' αυτή την αραιοκατοικημένη γειτονιά των Τρικάλων, μέσα από το τζάμι του πίσω δεξιού καθίσματος ενός παλιού Audi, που γουργουρίζει κροταλίζοντας σαν ταξί μες στη νύχτα. Στο μπροστινό κάθισμα ο Λάμπρος. Στο τιμόνι ο κύριος Θανάσης, πατέρας του. Προορισμός οι «Απαρχές», ένα βράδυ που καλά-καλά δεν είχε ξεκινήσει ακόμη.

>>>

Ήτανε λίγες ημέρες νωρίτερα, ο κύριος Θανάσης καθότανε πίσω από τον πάγκο του παντοπωλείου του στην οδό Μαυροκορδάτου και Κανάρη γωνία. Και μας ανακοίνωνε ότι άνοιξε ένα καινούριο μαγαζί στο δρόμο για Καλαμπάκα και ότι στην πρώτη του βραδιά θα φέρει τον Πορτοκάλογλου. Και καθόλου εντύπωση δεν μου έκανε που μας είπε περιχαρής ότι ήξερε τους υπευθύνους του μαγαζιού και ότι θα μας εξασφάλιζε δύο εισιτήρια, ένα για τον γιο του, τον Λάμπρο, και ένα για τον συμμαθητή του, γιο του δικού του καθηγητή τα παλιά τα χρόνια στο σχολείο των Σοφάδων. Εμένα.

Τον Πορτοκάλογλου φυσικά και τον ήξερα. Ήδη από τους Φατμέ με το «Ρίσκο», τα «Ψέμματα» και το «Τούνελ», το «Ταξίδι» και τα «Καράβια», τον τόσο αγαπημένο μου «Άσωτο υιό». Χιλιο-ακουσμένα τραγούδια, τα μεσημέρια στο μεγάλο Sanyo του πατέρα που είχα ήδη από το Γυμνάσιο καβαντζώσει στο δωμάτιό μου, τα βράδια στο Sony τρανζιστοράκι που μόλις τότε είχα αποκτήσει και έκρυβα κουκουλωμένος κάτω από τις πολλαπλές κουβέρτες. Συντονισμένο στους 93,6 του δημοτικού ραδιοφώνου Λάρισας και στις «Ροκ Διαδρομές», την εκπληκτικότερη και πιο ονειρεμένη απ' όλες τις εκπομπές που έπαιζαν στη μπάντα των fm εκείνο τον καιρό. Με το δάχτυλο κολλημένο στη ροδέλα της φωνής συνέχεια να ανεβοκατεβαίνει με μετατοπίσεις ακριβείας, σε μια προσπάθεια να απολαύσω τα αγαπημένα μου τραγούδια, χωρίς η ένταση να με προδώσει στο διπλανό δωμάτιο των γονιών. Από τις δέκα το βράδυ ως τις δώδεκα. Κάθε βράδυ.

>>>

Σε λίγο φτάνουμε στο πάρκινγκ του μαγαζιού, την ώρα που ακούμε την τελευταία συμβουλή του κυρίου Θανάση, που θα ερχότανε στο τέλος να μας παραλάβει για την επιστροφή. Προτού πιούμε δεύτερη μπύρα, είπε, να πάμε στην τουαλέτα για κατούρημα. Μ' αυτόν τον τρόπο δεν θα μας πιάσει ζαλάδα, έλεγε. Βγαίνουμε γοργά, με την έξαψη της αναμενόμενης πρώτης συναυλίας, δίπλα-δίπλα ο Λάμπρος κι εγώ, σπρώχνουμε τη βαριά πόρτα της εισόδου, βουτάμε εντός προθαλάμου. Εκεί μας περιμένει καθιστή μια κομψότατη μελαχρινή και ελαφρώς τα χάνουμε. Μας ζητά τα εισιτήρια. Της δίνω το 0002, ο Λάμπρος το αμέσως προηγούμενο, το πρώτο. Από την κλειστή πόρτα αρχίζει να ακούγεται ο βαρύς ρυθμικός χτύπος της μπότας των ντραμς κι αμέσως ηλεκτρικές κιθάρες και μπάσο, για να σταματήσουν στα επόμενα δευτερόλεπτα. Η μελαχρινή μας ενημερώνει ότι μέσα γίνεται η τελευταία πρόβα για τον ήχο και ότι θα έπρεπε να περιμένουμε έξω. Εκείνη την ώρα, σαν να μυρίστηκε πρόβλημα, μπαίνει μέσα σαν από μηχανής θεός ο κύριος Θανάσης και με συνοπτικές διαδικασίες σε ύφος εντολών (τα παιδιά θα μπούνε μέσα, τώρα!) μας μπάζει στον κυρίως χώρο. Πάντα είχε τον τρόπο του ο κύριος Θανάσης. Και κατάφερνε το αποτέλεσμα. Και μπήκαμε. Και μάλιστα μας οδήγησε στο δεύτερο πιο κοντινό τραπεζάκι διαγωνίως της σκηνής. Μας κάθισε και έφυγε.

Ψηλό τραπεζάκι, ψηλά σκαμπώ, σαν σταντ σε μπαρ, μια χαρά κατάσταση για ροκ συναυλία. Οι πρόβες ξαναρχίζουν και τώρα παίζουν το «Χωρίς αμορτισέρ» από το soundtrack της τότε πρόσφατης ταινίας του Σωτήρη Γκορίτσα, «Βαλκανιζατέρ». Ο Πορτοκάλογλου δεσπόζει στη σκηνή με την ηλεκτρική του κιθάρα, την ώρα που το πόδι του ανεβοκατεβαίνει στην 5απλή πεταλιέρα. Ο ήχος στα παιδικά αυτιά μου είναι απλά τέλειος. Ολοκληρωτικός, μεθυστικός. Τέλειος. Το τραγούδι τελειώνει, οι μουσικοί κατεβαίνουν και έρχονται δίπλα μας ακριβώς. Ένα έτσι να κάνω με το χέρι μου και πιάνω τον ώμο της Ροβένας με την ευαίσθητη σιλουέτα και το λεπτεπίλεπτο δέρμα, με την αισθαντική φωνή της που ζέσταινε την καρδιά μου. Αντίκρυ μου ο Πορτοκάλογλου με τον Τσάκαλο, δίπλα τους ο μπασίστας με το ξεβαμμένο μπερδεμένο μαλλί, της μόδας τότε.

Παραγγείλαμε θυμάμαι από μια μπύρα, πράσινη ο Λάμπρος, μια άμστελ ο φλώρος, στα δεκαεπτά μου.

>>>

Θυμάμαι τα τραγούδια που έπαιξε τότε ένα προς ένα. Κι εμένα που τραγουδούσα όλους τους στίχους. Κι από κοντά ο Λάμπρος και ο Θέμης με τον Χρήστο που μας συντροφεύσανε αργότερα. Και η παραγγελιά που δώσαμε, «Τα καράβια μου καίω», με την κομψή μελαχρινή να προσπαθεί να μας πείσει να ορμήξουμε μπροστά στη σκηνή γιατί το ζήτησε ο Πορτοκάλογλου. Κι εγώ να τελειώνω έναν διαφημιστικό αναπτήρα της Camel, με την καρτουνίστικη καμήλα στο εξώφυλλο, όταν η Ροβένα βγήκε να πει το «Τι σε νοιάζει εσένα», που ακόμη και τώρα ανατριχίλα και ζεστασιά μου φέρνει -ταυτόχρονα- σαν το ακούω, και μοναξιά.


Βάλε τώρα να ακούσεις ένα από τα πρόσφατα τραγούδια του Πορτοκάλογλου, «Είναι κανείς εδώ», να περάσουμε στο σήμερα χωρίς τους ιλίγγους και τις ζαλάδες που προκαλούν τα γλυκερά ταξίδια στο χρόνο.

[♪] Καιρός να ξυπνήσεις, να βγεις απ`τη σκιά
καιρός να τολμήσεις, καιρός να ζήσεις ξανά [/♪]

[♪] Καιρός να μοιράσεις,απ`την αρχή τα χαρτιά
καιρός να κερδίσεις, καιρός να χάσεις ξανά [/♪]

[♪] Είναι κανείς, είναι κανείς εδώ
την πόρτα μου να σπάσει
είναι κανείς, είναι κανείς εδώ
τα φώτα μου ν' ανάψει [/♪]



Χειμώνας / 2014 / Ηράκλειο

Δεκαπέντε και πλέον χρόνια πέρασαν από τότε. Οι «Απαρχές» γρήγορα το γύρισαν σε μπουζουκτσίδικο. Πρέπει να υπάρχουν ακόμα, ίσως με άλλο όνομα.

Ο κύριος Θανάσης κίνησε αγέρωχος και καταφερτζής για ομορφότερες πολιτείες, ο Λάμπρος πλέον κρατά επάξια το οικογενειακό παντοπωλείο στην οδό Μαυροκορδάτου και Κανάρη γωνία, η αφεντιά μου κατέληξε στον Νότο.

Το Sanyo εξακολουθεί να στέκει βαρύ και σκονισμένο στο εφηβικό μου γραφείο. Δουλεύει ακόμη σε όλες τις μπάντες παρά τις αμέτρητες ώρες που έχει λειτουργήσει. Καμιά φορά μασάει τις παλιές μου κασέτες, του το συγχωρώ. Το Sony, που τροφοδοτούνταν και από μπαταρίες και από ρεύμα, βρίσκεται παροπλισμένο στο συρτάρι του κομοδίνου. Χάλασε το ποτενσιόμετρο της έντασης, κόλλησε η ροδέλα και δεν έχει έκτοτε επιδιορθωθεί.

Ο δε Πορτοκάλογλου δεν σταμάτησε ποτέ να γυρίζει την Ελλάδα, στο δικό του ταπεινό μουσικό ταξίδι. Πρόλαβα να τον παρακολουθήσω ξανά στο άλσος Παπάγου πέρυσι. Χωρίς εισιτήριο, είχαν εξαντληθεί. Άλλη η χάρη όμως ενός κλειστού χώρου. Σε λίγες ημέρες, ανακοινώθηκε σήμερα, θα επισκεφτεί έναν καινούριο χώρο, τον «Νυν και Αεί», στο Ηράκλειο. Ορίστε λοιπόν, ο ίδιος Πορτοκάλογλου, με μερικούς παραπάνω δίσκους στη μασχάλη, με μπόλικα γκρίζα μαλλιά που κρύβει κάτω απ' το καπέλο του, χωρίς τη Ροβένα και τον Τσάκαλο. Με το γιλέκο του καθωσπρέπει ροκαμπιλά και την κιθάρα του και τα αγαπημένα μου τραγούδια, που ακόμη και τώρα ακούω από το νέο μου κινητό, κουκουλωμένος κάτω από τα παπλώματα. Χωρίς φόβο πια στην ένταση.

Και ένα εισιτήριο, ενθύμιο της δικής μου νιότης, να παραμένει διπλωμένο στον πάτο ενός συρταριού στο γραφείο μου. Με τις υπογραφές του Πορτοκάλογλου και της μπάντας, μας ξέφυγε δυστυχώς η κομψή μελαχρινή που αναζητήσαμε με τον Λάμπρο, θέλαμε να μας υπογράψει κι εκείνη! Το 0002.

[♪] Καιρός να παλέψεις του χρόνου τη φθορά
καιρός να διαλέξεις, καιρός ν' αρχίσεις ξανά [/♪]



Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Ένα φιλί

[♪] Στην πόλη οδηγώντας αργά
τα σπίτια μπαλκόνια γυρτά,
ζωές που θα κρύβουν και αυτά [/♪]


Δυο τέτοιες ζωές συνέλαβα να σμίγουν την περασμένη Πέμπτη, εντός των τειχών, στα σκοτεινά, στα πεταχτά. Στα αυθόρμητα. Δυο ζωές σαν σκιές, δυο χείλη..

[♪] ..ένα φιλί, μόνο ένα φιλί [/♪]

Είναι η ώρα που γυρίζω πουρνό-πουρνό από τη νυχτερινή βάρδια, η ώρα που ανοίγουν τα πρώτα παντζούρια στα μπαλκόνια, η ώρα που η σκουπιδιάρα εκτελεί το τελευταίο της δρομολόγιο, η ώρα που τα σχολικά λεωφορεία μπλέκονται και μπλέκουν την πρωινή κίνηση στην αγχώδη διαδρομή τους για τα σχολεία. Η ώρα που ανοίγουν τις αυτόματες πόρτες τους τα μεγάλα σουπερμάρκετ. Και τα φώτα τους. Ή περίπου αυτή η ώρα.

Το "περίπου" είναι γιατί αυτή τη φορά δεν είχα καθυστερήσει την αναχώρησή μου από τη δουλειά, επίτηδες ώστε να προλάβω ανοιχτό τον αλφα-βήτα και να μην περιμένω. Που σημαίνει ότι όταν έφτασα, η ώρα ήταν παρα-δέκα, τα μπροστινά φώτα κλειστά, το ίδιο και οι τζαμένιες πόρτες. Το ότι το σουπερμάρκετ ήταν κλειστό είχε και τα καλά του: βρήκα θέση παρκαρίσματος ακριβώς μπροστά στο συγκρότημα, που θα με εξυπηρετούσε στη μεταφορά μερικών εξάδων νερού. Είχε όμως, όπως αποδείχτηκε, και τα πολύ καλά του!


[♪] Αμήχανα λίγο κοιτάς,
τι κοιτάς,
αγκαλιά να με πάρεις.
Θέλω ένα φιλί [/♪]


Κοιτώντας μια το ρολόι του megane και μια την είσοδο του σουπερμάρκετ, συνέλαβα με την άκρη του ματιού μου κίνηση εντός της υποδοχής. Η πρωινή υπάλληλος τακτοποιούσε τις τελευταίες εκκρεμότητες προτού ξεκινήσει ακόμα μια κοπιαστική ημέρα πέρα-δώθε στους διαδρόμους και πίσω από τα ταμεία. Ο πρωινός υπάλληλος έσπρωχνε το τρέιλερ βαρυφορτωμένο με επιμελώς τακτοποιημένα κουτιά.

Η πρωινή υπάλληλος επέστρεφε προς το πόστο της, το πρώτο ταμείο. Ο πρωινός υπάλληλος επέστρεφε από το βάθος του πρώτου διαδρόμου. Στη στροφή οι ματιές τους συναντήθηκαν. Δυο στιγμές μετά και τα σώματά τους συναντήθηκαν. Λίγο προτού τα τελευταία χωρίσουν, συναντήθηκαν και τα χείλη τους.




[♪] Ένα φιλί, και τα όνειρα γίνονται πάλι!
Η ζωή δανεική και μικρή,
μα στα χείλη σου μοιάζει μεγάλη [/♪]

* Οι στίχοι του Νίκου Μωραΐτη στο νέο τραγούδι της Χάρις Αλεξίου, Ένα φιλί, έμπλεξαν όμορφα με τις στιγμές του αληθινού περιστατικού. Ο φίλος μου ο Νικολής πρότεινε να βαφτίσω την ανάρτηση "τα άλφα-βήτα του έρωτα", ο παλιόφιλος ο Άκης σκέφτηκε με μιας το "και του πουλιού το γάλα". Να με συγχωρέσουν και οι δυο, παρότι γέλασα με την ψυχή μου με τις εναλλακτικές προτάσεις τους, θα παραμείνω σε έναν πιο καθωσπρέπει τίτλο, τιμής ένεκεν και στον ομώνυμο πίνακα (The kiss) του Gustav Klimt (1862-1918).