Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Η μικρή σας έκπληξη

Με περίμενε σήμερα, στο πρώτο σκαλί του σπιτιού μου, η μικρή σας έκπληξη. Ο λευκός φάκελος με τα μπλε και μαύρα γράμματα, τις σφραγίδες και τα στραβοκολλημένα γραμματόσημα. Έκανα να τον προσπεράσω, διατρέχοντας μ' ένα γρήγορο βλέμμα τις συστάσεις. Για μένα να 'ναι;

Ψηλά και αριστερά το όνομα του κουμπάρου με την καινούρια του διεύθυνση. Για μένα ήτανε. Και μόνο η επισήμανση της τοποθεσίας «Πεύκα» έκανε την καρδιά μου να χάσει ένα χτύπο. Και η φέτα με το κατακόκκινο καρπούζι στο γραμματόσημο έκανε τα χείλη μου να χάσουν την αυστηρή γραμμή τους. Το έπιασα στα χέρια μου, φουσκωτό-φουσκωτό. Να πω την αλήθεια ήμουν έτοιμος να αντικρύσω Χριστουγεννιάτικη κάρτα, γιατί τόσο νωρίς δεν ξέρω. Περί κάρτας επρόκειτο ναι, ευχετήριας ναι, όχι όμως για τα Χριστούγεννα αλλά για την γιορτή μου που σαν να ήτανε καιρός που πέρασε.

Δεν ξέρω αν αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήτανε το εξώφυλλο με το ποδήλατο και τις χρυσές γιορτινές μπορντούρες, οι σύντομες μα περιεκτικές ευχές, το ένθετο στολίδι σε ρόμβο με τις δύο απροσδιόριστες φιγούρες σε στάση (προσ)ευχής, αυτό το μοναδικό «Αγαπημένε μας»..



..ή απλά το hardcopy του θέματος! Η απλή, παλιά και αγαπημένη χαρτονένια κάρτα, που βάζαμε σε φάκελο και ταχυδρομούσαμε στους μοναδικά αγαπημένους μας. Και η αντίστοιχη που εμείς θα λαμβάναμε, που την αποζητούσαμε χωρίς ποτέ στ' αλήθεια να την περιμένουμε!

Δεν ήθελε και πολύ για να συγκινηθώ, καλά μου και αγαπημένα μου παιδιά, Παναγιώτη και Ζαφειρούλα, μάλλον γιατί δεν το περίμενα. Γιατί, περίμενα μήπως τα δώρα του Δημήτρη, της Μαρίνας, της Ζωής; Άσχετα αν έχω μάθει να κρύβω το συγκινησιακό μου φορτίο πίσω από τα «δεν έπρεπε» και τα «δεν ήταν ανάγκη».

Ευχαριστώ για τη μικρή σας έκπληξη. Δεν έπρεπε, δεν ήταν ανάγκη.


Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Σε τεντωμένο σκοινί


Η ποίηση ήταν πάντα μια αγωνιώδης προσπάθεια να βρούμε έναν τρόπο με τον οποίο ο εσωτερικός μας κόσμος να βρίσκει ένα μέτρο ισορροπίας με τον εξωτερικό. Η ύλη και το πνεύμα αντιμάχονται διαρκώς. Και ο ποιητής μοιάζει λίγο με γελωτοποιός ή διασκεδαστής, αφού γνωρίζει πόσο ρευστές είναι οι ισορροπίες που κρατάνε τις ζωές μας.

Παρ' όλα αυτά επιμένει. Συνεχίζει. Και μέσα από αυτή την επιμονή του κερδίζει να υπερβεί αυτά που μας φυλακίζουν στον απόλυτο ρεαλισμό.

* Αυτά έγραφε προχθές ο Γιώργος Λίλλης στον Αναγνώστη. Και μου ήρθαν στον νου σήμερα, διαβάζοντας τις πρωινές ειδήσεις για τον Μένη Κουμανταρέα, ο οποίος πριν λίγες ημέρες, πάλι στον Αναγνώστη, έδινε αυτήν που έμελλε να είναι μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, για το καινούριο του βιβλίο «Ο θησαυρός του χρόνου». Τι είναι αυτός ο χρόνος βρε παιδί μου, το τεντωμένο αυτό σκοινί.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

από τις Απαρχές στο Νυν και Αεί, αυτό είναι το Ταξίδι

Χειμώνας / 1998 / Τρίκαλα

Στο χέρι κρατώντας το εισιτήριο με αριθμό 0002, προσπαθώ να διακρίνω τις σκιές των σπιτιών σ' αυτή την αραιοκατοικημένη γειτονιά των Τρικάλων, μέσα από το τζάμι του πίσω δεξιού καθίσματος ενός παλιού Audi, που γουργουρίζει κροταλίζοντας σαν ταξί μες στη νύχτα. Στο μπροστινό κάθισμα ο Λάμπρος. Στο τιμόνι ο κύριος Θανάσης, πατέρας του. Προορισμός οι «Απαρχές», ένα βράδυ που καλά-καλά δεν είχε ξεκινήσει ακόμη.

>>>

Ήτανε λίγες ημέρες νωρίτερα, ο κύριος Θανάσης καθότανε πίσω από τον πάγκο του παντοπωλείου του στην οδό Μαυροκορδάτου και Κανάρη γωνία. Και μας ανακοίνωνε ότι άνοιξε ένα καινούριο μαγαζί στο δρόμο για Καλαμπάκα και ότι στην πρώτη του βραδιά θα φέρει τον Πορτοκάλογλου. Και καθόλου εντύπωση δεν μου έκανε που μας είπε περιχαρής ότι ήξερε τους υπευθύνους του μαγαζιού και ότι θα μας εξασφάλιζε δύο εισιτήρια, ένα για τον γιο του, τον Λάμπρο, και ένα για τον συμμαθητή του, γιο του δικού του καθηγητή τα παλιά τα χρόνια στο σχολείο των Σοφάδων. Εμένα.

Τον Πορτοκάλογλου φυσικά και τον ήξερα. Ήδη από τους Φατμέ με το «Ρίσκο», τα «Ψέμματα» και το «Τούνελ», το «Ταξίδι» και τα «Καράβια», τον τόσο αγαπημένο μου «Άσωτο υιό». Χιλιο-ακουσμένα τραγούδια, τα μεσημέρια στο μεγάλο Sanyo του πατέρα που είχα ήδη από το Γυμνάσιο καβαντζώσει στο δωμάτιό μου, τα βράδια στο Sony τρανζιστοράκι που μόλις τότε είχα αποκτήσει και έκρυβα κουκουλωμένος κάτω από τις πολλαπλές κουβέρτες. Συντονισμένο στους 93,6 του δημοτικού ραδιοφώνου Λάρισας και στις «Ροκ Διαδρομές», την εκπληκτικότερη και πιο ονειρεμένη απ' όλες τις εκπομπές που έπαιζαν στη μπάντα των fm εκείνο τον καιρό. Με το δάχτυλο κολλημένο στη ροδέλα της φωνής συνέχεια να ανεβοκατεβαίνει με μετατοπίσεις ακριβείας, σε μια προσπάθεια να απολαύσω τα αγαπημένα μου τραγούδια, χωρίς η ένταση να με προδώσει στο διπλανό δωμάτιο των γονιών. Από τις δέκα το βράδυ ως τις δώδεκα. Κάθε βράδυ.

>>>

Σε λίγο φτάνουμε στο πάρκινγκ του μαγαζιού, την ώρα που ακούμε την τελευταία συμβουλή του κυρίου Θανάση, που θα ερχότανε στο τέλος να μας παραλάβει για την επιστροφή. Προτού πιούμε δεύτερη μπύρα, είπε, να πάμε στην τουαλέτα για κατούρημα. Μ' αυτόν τον τρόπο δεν θα μας πιάσει ζαλάδα, έλεγε. Βγαίνουμε γοργά, με την έξαψη της αναμενόμενης πρώτης συναυλίας, δίπλα-δίπλα ο Λάμπρος κι εγώ, σπρώχνουμε τη βαριά πόρτα της εισόδου, βουτάμε εντός προθαλάμου. Εκεί μας περιμένει καθιστή μια κομψότατη μελαχρινή και ελαφρώς τα χάνουμε. Μας ζητά τα εισιτήρια. Της δίνω το 0002, ο Λάμπρος το αμέσως προηγούμενο, το πρώτο. Από την κλειστή πόρτα αρχίζει να ακούγεται ο βαρύς ρυθμικός χτύπος της μπότας των ντραμς κι αμέσως ηλεκτρικές κιθάρες και μπάσο, για να σταματήσουν στα επόμενα δευτερόλεπτα. Η μελαχρινή μας ενημερώνει ότι μέσα γίνεται η τελευταία πρόβα για τον ήχο και ότι θα έπρεπε να περιμένουμε έξω. Εκείνη την ώρα, σαν να μυρίστηκε πρόβλημα, μπαίνει μέσα σαν από μηχανής θεός ο κύριος Θανάσης και με συνοπτικές διαδικασίες σε ύφος εντολών (τα παιδιά θα μπούνε μέσα, τώρα!) μας μπάζει στον κυρίως χώρο. Πάντα είχε τον τρόπο του ο κύριος Θανάσης. Και κατάφερνε το αποτέλεσμα. Και μπήκαμε. Και μάλιστα μας οδήγησε στο δεύτερο πιο κοντινό τραπεζάκι διαγωνίως της σκηνής. Μας κάθισε και έφυγε.

Ψηλό τραπεζάκι, ψηλά σκαμπώ, σαν σταντ σε μπαρ, μια χαρά κατάσταση για ροκ συναυλία. Οι πρόβες ξαναρχίζουν και τώρα παίζουν το «Χωρίς αμορτισέρ» από το soundtrack της τότε πρόσφατης ταινίας του Σωτήρη Γκορίτσα, «Βαλκανιζατέρ». Ο Πορτοκάλογλου δεσπόζει στη σκηνή με την ηλεκτρική του κιθάρα, την ώρα που το πόδι του ανεβοκατεβαίνει στην 5απλή πεταλιέρα. Ο ήχος στα παιδικά αυτιά μου είναι απλά τέλειος. Ολοκληρωτικός, μεθυστικός. Τέλειος. Το τραγούδι τελειώνει, οι μουσικοί κατεβαίνουν και έρχονται δίπλα μας ακριβώς. Ένα έτσι να κάνω με το χέρι μου και πιάνω τον ώμο της Ροβένας με την ευαίσθητη σιλουέτα και το λεπτεπίλεπτο δέρμα, με την αισθαντική φωνή της που ζέσταινε την καρδιά μου. Αντίκρυ μου ο Πορτοκάλογλου με τον Τσάκαλο, δίπλα τους ο μπασίστας με το ξεβαμμένο μπερδεμένο μαλλί, της μόδας τότε.

Παραγγείλαμε θυμάμαι από μια μπύρα, πράσινη ο Λάμπρος, μια άμστελ ο φλώρος, στα δεκαεπτά μου.

>>>

Θυμάμαι τα τραγούδια που έπαιξε τότε ένα προς ένα. Κι εμένα που τραγουδούσα όλους τους στίχους. Κι από κοντά ο Λάμπρος και ο Θέμης με τον Χρήστο που μας συντροφεύσανε αργότερα. Και η παραγγελιά που δώσαμε, «Τα καράβια μου καίω», με την κομψή μελαχρινή να προσπαθεί να μας πείσει να ορμήξουμε μπροστά στη σκηνή γιατί το ζήτησε ο Πορτοκάλογλου. Κι εγώ να τελειώνω έναν διαφημιστικό αναπτήρα της Camel, με την καρτουνίστικη καμήλα στο εξώφυλλο, όταν η Ροβένα βγήκε να πει το «Τι σε νοιάζει εσένα», που ακόμη και τώρα ανατριχίλα και ζεστασιά μου φέρνει -ταυτόχρονα- σαν το ακούω, και μοναξιά.


Βάλε τώρα να ακούσεις ένα από τα πρόσφατα τραγούδια του Πορτοκάλογλου, «Είναι κανείς εδώ», να περάσουμε στο σήμερα χωρίς τους ιλίγγους και τις ζαλάδες που προκαλούν τα γλυκερά ταξίδια στο χρόνο.

[♪] Καιρός να ξυπνήσεις, να βγεις απ`τη σκιά
καιρός να τολμήσεις, καιρός να ζήσεις ξανά [/♪]

[♪] Καιρός να μοιράσεις,απ`την αρχή τα χαρτιά
καιρός να κερδίσεις, καιρός να χάσεις ξανά [/♪]

[♪] Είναι κανείς, είναι κανείς εδώ
την πόρτα μου να σπάσει
είναι κανείς, είναι κανείς εδώ
τα φώτα μου ν' ανάψει [/♪]



Χειμώνας / 2014 / Ηράκλειο

Δεκαπέντε και πλέον χρόνια πέρασαν από τότε. Οι «Απαρχές» γρήγορα το γύρισαν σε μπουζουκτσίδικο. Πρέπει να υπάρχουν ακόμα, ίσως με άλλο όνομα.

Ο κύριος Θανάσης κίνησε αγέρωχος και καταφερτζής για ομορφότερες πολιτείες, ο Λάμπρος πλέον κρατά επάξια το οικογενειακό παντοπωλείο στην οδό Μαυροκορδάτου και Κανάρη γωνία, η αφεντιά μου κατέληξε στον Νότο.

Το Sanyo εξακολουθεί να στέκει βαρύ και σκονισμένο στο εφηβικό μου γραφείο. Δουλεύει ακόμη σε όλες τις μπάντες παρά τις αμέτρητες ώρες που έχει λειτουργήσει. Καμιά φορά μασάει τις παλιές μου κασέτες, του το συγχωρώ. Το Sony, που τροφοδοτούνταν και από μπαταρίες και από ρεύμα, βρίσκεται παροπλισμένο στο συρτάρι του κομοδίνου. Χάλασε το ποτενσιόμετρο της έντασης, κόλλησε η ροδέλα και δεν έχει έκτοτε επιδιορθωθεί.

Ο δε Πορτοκάλογλου δεν σταμάτησε ποτέ να γυρίζει την Ελλάδα, στο δικό του ταπεινό μουσικό ταξίδι. Πρόλαβα να τον παρακολουθήσω ξανά στο άλσος Παπάγου πέρυσι. Χωρίς εισιτήριο, είχαν εξαντληθεί. Άλλη η χάρη όμως ενός κλειστού χώρου. Σε λίγες ημέρες, ανακοινώθηκε σήμερα, θα επισκεφτεί έναν καινούριο χώρο, τον «Νυν και Αεί», στο Ηράκλειο. Ορίστε λοιπόν, ο ίδιος Πορτοκάλογλου, με μερικούς παραπάνω δίσκους στη μασχάλη, με μπόλικα γκρίζα μαλλιά που κρύβει κάτω απ' το καπέλο του, χωρίς τη Ροβένα και τον Τσάκαλο. Με το γιλέκο του καθωσπρέπει ροκαμπιλά και την κιθάρα του και τα αγαπημένα μου τραγούδια, που ακόμη και τώρα ακούω από το νέο μου κινητό, κουκουλωμένος κάτω από τα παπλώματα. Χωρίς φόβο πια στην ένταση.

Και ένα εισιτήριο, ενθύμιο της δικής μου νιότης, να παραμένει διπλωμένο στον πάτο ενός συρταριού στο γραφείο μου. Με τις υπογραφές του Πορτοκάλογλου και της μπάντας, μας ξέφυγε δυστυχώς η κομψή μελαχρινή που αναζητήσαμε με τον Λάμπρο, θέλαμε να μας υπογράψει κι εκείνη! Το 0002.

[♪] Καιρός να παλέψεις του χρόνου τη φθορά
καιρός να διαλέξεις, καιρός ν' αρχίσεις ξανά [/♪]



Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Ένα φιλί

[♪] Στην πόλη οδηγώντας αργά
τα σπίτια μπαλκόνια γυρτά,
ζωές που θα κρύβουν και αυτά [/♪]


Δυο τέτοιες ζωές συνέλαβα να σμίγουν την περασμένη Πέμπτη, εντός των τειχών, στα σκοτεινά, στα πεταχτά. Στα αυθόρμητα. Δυο ζωές σαν σκιές, δυο χείλη..

[♪] ..ένα φιλί, μόνο ένα φιλί [/♪]

Είναι η ώρα που γυρίζω πουρνό-πουρνό από τη νυχτερινή βάρδια, η ώρα που ανοίγουν τα πρώτα παντζούρια στα μπαλκόνια, η ώρα που η σκουπιδιάρα εκτελεί το τελευταίο της δρομολόγιο, η ώρα που τα σχολικά λεωφορεία μπλέκονται και μπλέκουν την πρωινή κίνηση στην αγχώδη διαδρομή τους για τα σχολεία. Η ώρα που ανοίγουν τις αυτόματες πόρτες τους τα μεγάλα σουπερμάρκετ. Και τα φώτα τους. Ή περίπου αυτή η ώρα.

Το "περίπου" είναι γιατί αυτή τη φορά δεν είχα καθυστερήσει την αναχώρησή μου από τη δουλειά, επίτηδες ώστε να προλάβω ανοιχτό τον αλφα-βήτα και να μην περιμένω. Που σημαίνει ότι όταν έφτασα, η ώρα ήταν παρα-δέκα, τα μπροστινά φώτα κλειστά, το ίδιο και οι τζαμένιες πόρτες. Το ότι το σουπερμάρκετ ήταν κλειστό είχε και τα καλά του: βρήκα θέση παρκαρίσματος ακριβώς μπροστά στο συγκρότημα, που θα με εξυπηρετούσε στη μεταφορά μερικών εξάδων νερού. Είχε όμως, όπως αποδείχτηκε, και τα πολύ καλά του!


[♪] Αμήχανα λίγο κοιτάς,
τι κοιτάς,
αγκαλιά να με πάρεις.
Θέλω ένα φιλί [/♪]


Κοιτώντας μια το ρολόι του megane και μια την είσοδο του σουπερμάρκετ, συνέλαβα με την άκρη του ματιού μου κίνηση εντός της υποδοχής. Η πρωινή υπάλληλος τακτοποιούσε τις τελευταίες εκκρεμότητες προτού ξεκινήσει ακόμα μια κοπιαστική ημέρα πέρα-δώθε στους διαδρόμους και πίσω από τα ταμεία. Ο πρωινός υπάλληλος έσπρωχνε το τρέιλερ βαρυφορτωμένο με επιμελώς τακτοποιημένα κουτιά.

Η πρωινή υπάλληλος επέστρεφε προς το πόστο της, το πρώτο ταμείο. Ο πρωινός υπάλληλος επέστρεφε από το βάθος του πρώτου διαδρόμου. Στη στροφή οι ματιές τους συναντήθηκαν. Δυο στιγμές μετά και τα σώματά τους συναντήθηκαν. Λίγο προτού τα τελευταία χωρίσουν, συναντήθηκαν και τα χείλη τους.




[♪] Ένα φιλί, και τα όνειρα γίνονται πάλι!
Η ζωή δανεική και μικρή,
μα στα χείλη σου μοιάζει μεγάλη [/♪]

* Οι στίχοι του Νίκου Μωραΐτη στο νέο τραγούδι της Χάρις Αλεξίου, Ένα φιλί, έμπλεξαν όμορφα με τις στιγμές του αληθινού περιστατικού. Ο φίλος μου ο Νικολής πρότεινε να βαφτίσω την ανάρτηση "τα άλφα-βήτα του έρωτα", ο παλιόφιλος ο Άκης σκέφτηκε με μιας το "και του πουλιού το γάλα". Να με συγχωρέσουν και οι δυο, παρότι γέλασα με την ψυχή μου με τις εναλλακτικές προτάσεις τους, θα παραμείνω σε έναν πιο καθωσπρέπει τίτλο, τιμής ένεκεν και στον ομώνυμο πίνακα (The kiss) του Gustav Klimt (1862-1918).


Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Περαστικές

* του Κώστα Ουράνη (1890-1953)
Γυναῖκες ποὺ σᾶς εἶδα σ᾿ ἕνα τραῖνο
τὴ στιγμὴ ποὺ κινοῦσε γι᾿ ἄλλα μέρη·
γυναῖκες ποὺ σᾶς εἶδα σ᾿ ἄλλου χέρι
μὲ γέλιο νὰ περνᾶτε εὐτυχισμένο·

γυναῖκες, σὲ μπαλκόνια νὰ κοιτᾶτε
στὸ κενὸ μ᾿ ἕνα βλέμμα ξεχασμένο,
ἢ ἀπὸ ἕνα πλοῖο σαλπαρισμένο
μ᾿ ἕνα μαντήλι ἀργὰ νὰ χαιρετᾶτε:

Νὰ ξέρατε μὲ πόση νοσταλγία,
στὰ δειλινὰ τὰ βροχερὰ καὶ κρύα,
σᾶς ξαναφέρνω στὴν ἀναμνησή μου,
γυναῖκες, ποὺ περάσατε μίαν ὥρα
ἀπ᾿ τη ζωή μου μέσα - καὶ ποὺ τώρα
κρατᾶτε μου στὰ ξένα τὴν ψυχή μου!

* Ελαφρώς διασκευασμένο ως προς τους στίχους του, αποδόθηκε μουσικά από τον Παύλο Παυλίδη. Ακούστε το εδώ.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

mama, pipi!

- Γιωργάκη, πες μου, τι κάναμε εδώ στην Αθήνα;
- Πη-πή'αμε στο νοσο'ομείο.
- Σου άρεσε εκεί στο νοσοκομείο που πήγαμε;
- Ναι.
- Τι σου άρεσε;
- ...
- Που έπαιξες με τα άλλα παιδάκια;
- Ναι.
- Ποιο νοσοκομείο σου άρεσε περισσότερο, στην Αθήνα που ήμασταν τώρα ή το άλλο στο Ρίο;
- Στην Αθήνα μου άλεσε.

***

«Οι τουαλέτες των γυναικών στο μαγαζί του Σίκλερ ήταν σχεδόν εξίσου μεγάλες με την κύρια αίθουσα του ρεστοράν, και, κατά μίαν ιδιαίτερη έννοια, έμοιαζαν σχεδόν το ίδιο ευρύχωρες. Ήταν ανεπιτήρητες κι εμφανώς ελεύθερες όταν μπήκε η Φράνι. Προς στιγμήν κοντοστάθηκε -θαρρείς και βρισκόταν στο προσυμφωνημένο σημείο κάποιου ραντεβού- καταμεσής του στρωμένου με πλακάκια δαπέδου. Το μέτωπό της τώρα ήταν κεντημένο με στάλες εφίδρωσης, το στόμα της μισάνοιχτο και άτονο, και ήταν ακόμα πιο χλομή απ' ό,τι πριν».

***

Η μπροστινή πρώτη σειρά καθισμάτων είχε το πλεονέκτημα της απρόσκοπτης θέας από τον επάνω όροφο του λεωφορείου, σύμμεικτο με το μειονέκτημα του ήλιου που κάρφωνε τις μετα-μεσημεριανές του ακτίνες στην πανοραμική τζαμαρία. Η τρίτη σειρά καθισμάτων φιλοξενούσε το μικρό Γιωργάκη δίπλα στο διάδρομο, τη μαμά του στο παράθυρο ακριβώς πίσω μου και τη γιαγιά του στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου. Βολεύτηκα, απομόνωσα νοητά τις ομιλίες που έρχονταν ανόθευτες από τα πίσω καθίσματα, πήρα στα χέρια μου το βιβλίο που θα συντρόφευε το ταξίδι μου -αγγίζοντας την άκρη του κομμένου εισιτηρίου που προεξείχε από τις πρώτες σελίδες επιτελώντας χρέη σελιδοδείκτη- και δεν το άνοιξα παρά μόνο τη στιγμή που οι ρόδες υπερέβησαν το βάρος του τριαξονικού λεωφορείου και την στατική τριβή μεταξύ ελαστικών και οδοστρώματος και κύλησαν ανάλαφρα προς τα εμπρός.

***

«Άξαφνα, τότε, κι αστραπιαία, προχώρησε και μπήκε στο πιο απόμακρο κι ανώνυμο στην όψη απ' τα επτά-οχτώ κουβούκλια -τα οποία, για καλή της τύχη, δε χρειάζονταν κέρμα για να μπεις-, έκλεισε την πόρτα πίσω της και, με μια σχετική δυσκολία, έσπρωξε το σύρτη στο πάσο του. Χωρίς καμία έκδηλη άποψη για την τουαλετοσύνη του περιρρέοντος χώρου, κάθισε στη λεκάνη. Έσφιξε τα γόνατά της όσο μπορούσε, λες και ήθελε να μεταμορφωθεί σε μια μικρότερη, πιο συμπαγή μονάδα. Έπειτα τοποθέτησε τα χέρια της, κατακορύφως, μπροστά στα μάτια της και πίεσε δυνατά με τις παλάμες, σαν να 'θελε να παραλύσει το οπτικό νεύρο και να πνίξει κάθε εικόνα σ' ένα κενοειδές μαύρο».

***

- Μα'ά;
- Ναι Γιώργο μου.
- Θέλω τσία.
(Ένα χαχανητό, στην αρχή έκπληξης, μετά αδιεξόδου ίσως και ολίγης ντροπής ξέφυγε της μαμάς).
- Τι θέλεις Γιώργο;
- Θέλω τσία μου.
- Τώρα;
- Ναι.
- Τώρα δεν γίνεται Γιώργο μου, τώρα ξεκινήσαμε, δεν έχουμε πού να πας να τα κάνεις.
- Εγώ θέλω τώ'α!

***

«Τα τεντωμένα δάχτυλά της, καίτοι τρεμάμενα, ή ακριβώς επειδή έτρεμαν, είχαν μιαν αλλόκοτη χάρη και ομορφιά. Παρέμεινε στην ίδια τεταμένη, σχεδόν εμβρυϊκή στάση για μιαν εκκρεμή στιγμή - κι έπειτα κατέρρευσε. Έκλαιγε επί πέντε ολόκληρα λεπτά με το ρολόι. Έκλαιγε χωρίς να προσπαθεί να καταπνίξει τις όποιες ρινικότερες εκφάνσεις του πόνου και της σύγχυσης, μ' όλους τους σπασμωδικούς λαρυγγισμούς που βγάζει ένα υστερικό παιδί όταν η ανάσα πασχίζει να διέλθει από μιαν εν μέρει κλειστή επιγλωττίδα».

***

- Γιώργο μπορείς να τα κάνεις στην πάνα σου, θα είναι εντάξει.
- Όοοοχι, θέλω τσία μου!
- Κάν' τα πάνω σου, μπορείς, γι' αυτό είναι η πάνα.
- Όχι, βαλέσεις. Θέλω τσία μου.
- Δε θα σε βαρέσω Γιώργο μου, τώρα σου το λέω εγώ ότι μπορείς να τα κάνεις πάνω σου, δεν πειράζει και μια φορά που σου το λέω να τα κάνεις, δε θα σε χτυπήσω.
- Θέλω τσία μου, θέλω τσία μου! Τώ'α, τώ'α, τώ'α, ΤΩ'Α!!

***

«Κι ωστόσο, όταν εντέλει σταμάτησε, απλώς σταμάτησε, χωρίς τις οδυνηρές σαν μαχαιριές εισπνοές που συνήθως ακολουθούν τις βίαιες εκρήξεις-συντριβές. Όταν σταμάτησε, ήταν θαρρείς και κάποια μνημειώδης αλλαγή πολικότητας είχε επισυμβεί στο εσωτερικό του νου της, μια αλλαγή με άμεση, κατευναστική δράση στο σώμα της. Με το πρόσωπό της δακρυσμένο μα πλήρως ανέκφραστο, κενό σχεδόν, μάζεψε την τσάντα της απ' το πάτωμα, την άνοιξε κι έβγαλε το μικρό μπιζελοπράσινο πανόδετο βιβλίο. Το ακούμπησε στα πόδια της -ή, μάλλον, στα γόνατά της- και, σκύβοντας, το περιεργάστηκε με προσήλωση, σαν να βρισκόταν στον ιδανικότερο απ' όλους τους δυνάμει χώρους για ένα μικρό μπιζελοπράσινο πανόδετο βιβλίο. Μετά από λίγο, το πήρε στα χέρια της, το κράτησε στο ύψος του στήθους και το πίεσε πάνω της - με δύναμη, και μόνο για μια στιγμή. Έπειτα το ξανάβαλε στην τσάντα, σηκώθηκε και βγήκε απ' το κουβούκλιο».

***

Πώπω ρεζίλι γίναμε, μάσησε μέσα από τα δόντια της η μαμά και ζήτησε από τη δική της μάνα που καθόταν παραδίπλα μετά το διάδρομο να της φέρει την τσάντα της. Έβγαλε από μέσα ένα μπουκάλι, απροσδιορίστου μεγέθους (φυσικά και δεν γύρισα ποτέ το κεφάλι να δω..) και στράφηκε στο γιόκα της. Γιώργο μου κράτα εσύ την μπλούζα σου, ναι; Κράτα την μη λερωθεί. Περίμενε.. γύρε προς τα εδώ.. έτσι.. έλα τώρα, κάνε τσίσα σου.
Δεν ξέρω στ' αλήθεια, εκείνη τη στιγμή -μέρα μεσημέρι, σ' ένα διώροφο λεωφορείο από την Αθήνα για την Πάτρα- τι ήταν πιο αστείο: ο ήχος των παιδικών τσισών που έτρεχαν κελαρυστά στο μπουκάλι και που όλο και άλλαζε χροιά όσο αυτό γέμιζε (κι ως πού θα έφτανε η στάθμη; θα έφτανε το μπουκάλι ή θα είχαμε υπερχείλιση;) ή το ακατάληπτο τραλαλά-τραλαλό που άρχισε να τραγουδά ο Γιωργάκης απολαμβάνοντας την ανείπωτη ηδονή ενός πολυ-αναμενόμενου κατουρήματος;

***

«Έβρεξε το πρόσωπό της με κρύο νερό, το σκούπισε με μια πετσέτα που βρήκε σ' ένα ράφι, έβαλε πάλι κραγιόν, χτένισε τα μαλλιά της και βγήκε απ' την τουαλέτα».


* Είχα την εντύπωση ότι στα αμέτρητα ταξίδια μου με τα τραίνα και τα λεωφορεία τα είχα δει και ακούσει όλα. Και είχα δει πολλά. Μα τούτο 'δω..
Την ίδια ώρα, με συντρόφευε ταιριαστά η αθεράπευτα σουρεαλιστική -και νοσταλγική- νουβέλα του J. D. Salinger, Φράνι & Ζούι (εκδ. Καστανιώτη, 2011), από την οποία σας διάβασα. Πρόκειται για το πιο -θα το πω- θεολογικό βιβλίο του Salinger (πραγματεύεται -λίγο ιδιόρρυθμα- τη χρησιμότητα της αδιάλειπτης προσευχής) και συνάμα το πιο τρυφερό του, σε ίσιες γενναίες ποσότητες γλυκύτητας με τον Φύλακα στη Σίκαλη. Σε μοναδική μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.
Το σκίτσο είναι από εδώ.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Η δική μου

* του Α. Τσέχωφ

Αυτή, όπως κατηγορηματικά διαβεβαιώνουν οι γονείς και οι προϊστάμενοί μου, γεννήθηκε πριν από μένα. Δεν ξέρω αν έχουν ή όχι δίκιο, εκείνο που γνωρίζω μόνο είναι ότι δε θυμάμαι ούτε μία ημέρα της ζωής μου που να μην της ανήκει και να μην ένιωθα την εξουσία της πάνω μου.

Δεν με εγκαταλείπει ούτε κατά τη διάρκεια της ημέρας ούτε κατά τη διάρκεια της νύχτας ∙ δεν αναφέρω καν το πώς σέρνομαι για να ξεφύγω από αυτή -η σχέση μας πάει να πει είναι δυνατή, στερεή.

Μα, μη ζηλεύετε νεαρή αναγνώστρια!

Η συγκινητική αυτή σχέση δεν μου προσφέρει τίποτα άλλο εκτός από τη δυστυχία. Πρώτον, η δική «μου», χωρίς να με αφήνει μόνο μου ούτε τη μέρα ούτε τη νύχτα, δεν με αφήνει να ασχοληθώ με το έργο μου. Με εμποδίζει να διαβάσω, να γράψω, να κάνω περιπάτους, να απολαύσω τη φύση. Γράφω τις γραμμές αυτές, ενώ εκείνη σπρώχνει διαρκώς τον αγκώνα μου, σαν την αρχαία Κλεοπάτρα τον όχι λιγότερο αρχαίο Αντώνιο, με τραβάει στο θεωρείο. Δεύτερον, με καταστρέφει σαν γαλλίδα κοκότα. Εξαιτίας της αφοσίωσής της έχω θυσιάσει τα πάντα: τη σταδιοδρομία, τη δόξα, την άνεση… Για χάρη της κυκλοφορώ γδυτός, ζω σε ένα φτηνό δωμάτιο, τρώω ανοησίες, γράφω με χαλασμένη μελάνη.

Όλα, όλα τα καταβροχθίζει, η αχόρταγη! Τη μισώ, την περιφρονώ!

Από καιρό έπρεπε να τη χωρίσω, μα δεν τη χώρισα μέχρι σήμερα γιατί οι μοσχοβίτες δικηγόροι ζητούν τέσσερις χιλιάδες ως αμοιβή για το διαζύγιο. Προς το παρόν δεν έχουμε παιδιά…


Θέλετε να μάθετε το όνομα της; Παρακαλώ. Είναι ποιητικό και θυμίζει τη Λίλη, τη Λέλα, τη Νέλη…

Την λένε Τεμπελιά.


* Από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο Αναγνώστης». Μετάφραση του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη.