Σάββατο 31 Ιουλίου 2021

της χελώνας ο μύθος

Έχεις δει ποτέ χελώνα να πηγαίνει προς τα πίσω; Να κάνει όπισθεν εννοώ.

Το φαντάστηκα πως όχι.

Μπορεί όταν φοβάται να κλείνεται στο καβούκι της, όπως κάνεις κι εσύ συχνά, άλλωστε. Μα όταν το πάρει απόφαση γοργά και αποφασιστικά βαδίζει προς τα εμπρός, συνήθως στο άγνωστο, στο ανεξερεύνητο.

Ναι, γοργά, γιατί σε παραξενεύει; Πρέπει κάποτε να τη δεις να περνά κάθετα στην απέναντι άκρη του δρόμου, πώς σηκώνει το καύκαλο, πώς εφαρμόζει αποφασιστικά την τετρακίνηση και πηγαίνει ίσως πιο γρήγορα απ' όσο εσύ κι εγώ αποφασίζουμε να αλλάξουμε πεζοδρόμιο. Είναι, βλέπεις, που εμείς συνεκτιμούμε τους κινδύνους και τις περισσότερες φορές μένουμε κολλημένοι at the safe side.

Γι' αυτό αγαπάω τις χελώνες, τις θαλάσσιες, του γλυκού νερού, της ορεινής γης. Γιατί πορεύονται μπροστά. Ξεκινούν θαρρετά και ό,τι έρθει, όταν έρθει, το αντιμετωπίζουν αναλόγως. Στη σχετική ιστορία, τελικά, μύθος δεν είναι ότι νικάει η χελώνα τον λαγό, αλλά που σχεδόν ρατσιστικά αναφέρουν και έχει επικρατήσει καθολικά ότι περπατάει αργά.

Μια επόμενη φορά θα σου πω και για τις χελώνες τις θάλασσας, τις ανταμώσεις μας και τον βαθύ σεβασμό μου γι' αυτές. Τώρα όμως είναι αργά, ήρθε ώρα να μπω ξανά στο καβούκι μου.



Τρίτη 25 Μαΐου 2021

May-be

Πολύς κόσμος δεν πήρε χαμπάρι ότι χθες, στις είκοσι και τέσσερις του Μάη, είχε γενέθλια ο..

(είχα την αυθόρμητη επιθυμία να γράψω "ο μοναδικός", αλλά γρήγορα έσβησα τον χαρακτηρισμό, θα ταίριαζε σε πολλούς και θα μείωνε τελικά τον συγκεκριμένο· οπότε το αφήνω σκέτο)

..Bob Dylan. Έκλεισε τα ογδόντα του χρόνια και για άνθρωπο με τόσες περιπέτειες και καταχρήσεις, το λέει κανείς και κατόρθωμα. Πολλοί, λοιπόν, ακούγοντας τα δεκάδες αφιερώματα στα ραδιόφωνα, με κορυφαίο όλων αυτό του Γιάννη Πετρίδη, που έπαιξε αποσπάσματα από τις πρόσφατες -θρυλικές ήδη- ραδιοφωνικές εκπομπές του Μπομπ..

("ο θρύλος", να ένας χαρακτηρισμός που θα ήταν εύστοχος για τον Μπομπ, αλλά δυστυχώς παραπέμπει σε άλλες καταστάσεις)

..πολλοί λοιπόν -επανέρχομαι γιατί εκτροχιάζομαι- νόμισαν ότι είχε περάσει στην άλλη ζωή και τα ρεφλέξ των σταθμών ήταν από συγκλονισμό και θλίψη. Ευτυχώς, όμως, όχι. Είχε γενέθλια, ο Μπομπ, χθες.

Ούτε εγώ το ήξερα, γιατί αλλιώς θα το θυμόμουν. Όπως συνεχίζω να θυμάμαι, ας πούμε, τα δικά σου γενέθλια, μια μέρα πριν του Μπομπ, όπως καμιά φορά θυμάμαι και κάτι άλλα ανώφελα γενέθλια μια μέρα μετά του Μπομπ. Κάποτε όλα αυτά είχαν μια κάποια σημασία και τα θυμόμουν. Τώρα πια, που δεν έχουν καμία σημασία, κοίτα να δεις, εξακολουθώ να τα θυμάμαι. Δεν ξέρω γιατί, μάλλον γιατί έχει μια κάποια σημασία να θυμάται κανείς, κι ας μην έχει σημασία γιατί.

Άκουσα κι ένα καινούριο τραγούδι, ολόφρεσκο σημερινό, σήμερα κυκλοφόρησε δηλαδή, προορισμένο να έχει γενέθλια μια μέρα μετά του Μπομπ..

(όχι, δε θα σου παίξω Μπομπ σήμερα, γιατί χθες ήταν το αφιέρωμα, του χρόνου πάλι· ούτε αυτό θα σου το παίξω, γιατί είναι πολύ ωραίο και θέλω να το χαρώ μόνος μου)

..και μου φάνηκε ταιριαστό γιατί πυροδότησε κατάλληλα τη μνήμη μου· ξανά.

I was just your May baby, just a maybe on your mind
and May's too many months to make any of it fine

Άντε, χρόνια πολλά, Μπομπ· κι εσύ μια μέρα πριν, κι εσύ μια μέρα μετά, ποιος νοιάζεται και ποιος πλέον ρωτά.

 

 

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Τελευταία

Σε τελική ανάλυση,
κοιτάζοντας γύρω σε αυτόν τον θρυμματισμένο κόσμο,
το μόνο που άξιζε ήταν να έχει ο ένας τον άλλο.

* Harald Gilbers, Germania - Οι τελευταίες μέρες, εκδ. Μεταίχμιο.



Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

το αυθεντικόν του Σάλιντζερ

Ξαναδιάβαζα το διήγημα Νόκερ του Δημοσθένη Παπαμάρκου, από τη συλλογή Γκιάκ (εκδ. αντίποδες τότε, Πατάκης τώρα). Αντιγράφω:

«Αλλά το ’ξερα ότι η βρωμιά θα μ’ ακολούθαγε. Δέκα χρόνια ήταν αυτά. Άντρας δεν έγινα με τη δουλειά, όπως οι άλλοι, αλλά με το σκοτωμό. Κι ήξερα καλά ότι θα ξαναρχόταν, γιατί και που τελείωσε ο πόλιεμος εγώ πάλι έψαχνα τα αίματα. [...] Έπρεπε να βάλω χαλινό στην ψυχή μ’, γιατί άμα συνέχιζα έτσ’ αργά ή γρήγορα θα κατέληγα στο απόσπασμα».

«Έτσ’ κάθσα και σκέφτκα και τότες κατάλαβα ότι η βρωμιά δεν είναι παντού βρωμιά. Να σ’ το πω αλλιώς, άμα δεις έναν ζευγά με τις λάσπες μες στην εκκλησία, βρωμιάρη θα τον πεις. Άμα τον δεις όμως με τις λάσπες στο χωράφ’ θα τον πεις άξιο. Επειδή το λοιπόν αυτές οι λάσπες δεν καθαρίζουνε ποτές από τα παπούτσια κανενός, γιατί απ’ αυτές είναι φτιαγμένη η ψυχή τ’, πρέπει να κοιτάξεις να βρεις το σωστό χωράφ’. Είπα, αφού τα αίματα έμαθες, Αργύρη, στα αίματα θα πορεύεσαι».

 

Και συνειρμικά -σε συνέχεια ή σε αντιδιαστολή, δεν είμαι βέβαιος από τα δύο τι- ήρθε στη θύμησή μου μια ρήση του J.D. Salinger, σ' ένα από τα τελευταία κείμενά του, σαν απόφθεγμα της μοναχικής ζωής του,

«Αμέσως μετά την καλοσύνη, η αυθεντικότητα είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα στον κόσμο, κι απ' τα πιο σπάνια, επίσης»

Και αναρωτιέμαι τι είναι άραγε πιο αποδεκτό ανθρωπινά, η συχνότατη καλοσυνάτη διπλοπροσωπία με δόσεις ιδιοτελούς απατεωνιάς ή μια όλο και πιο διαδεδομένη άτεγκτη αυθεντικότητα με μια πρέζα αναίσθητης σκληρότητας; Διότι σπάνια δεν είναι ούτε η καλοσύνη, ούτε η αυθεντικότητα τελικά· σπάνια είναι η αυθεντική καλοσύνη (ή η καλοσυνάτη αυθεντικότητα, γι' αυτούς που τους αρέσουν τα ..ανάστροφα μηνύματα).

Και το λέω αυτό εγώ, ένας καλοσυνάτος απατεώνας, που πολύ θα ήθελε να γίνει ιδιοτελής και αυθεντικά αναίσθητος.



Κυριακή 28 Μαρτίου 2021

hey

Παρακολουθώ τώρα, εκτάκτως μεσημέρι Κυριακής, το Μουσικό Κουτί της περασμένης Τετάρτης, παρέα με μια γενναία μερίδα λιγκουίνι με ντοματίνια, συνοδεία του εξαιρετικού ροζέ που κάθε χρόνο φτιάχνει ο νονός μου στο κτήμα του. Και, να, μόλις έχει αρχίσει η εκπομπή και με πιάνει μια συγκίνηση εύκολη πλην όμως αναπάντεχη, από την εισαγωγή κιόλας, από τις πρώτες μουσικές νότες· με το πρώτο ριφ του Νίκου Πορτοκάλογλου από το My my, hey hey του αγαπημένου μου Neil Young.

Ακούστε πώς πάει..

Ήταν ίσως το πρώτο ξένο τραγούδι που άκουσα ποτέ ή μάλλον το πρώτο ξένο τραγούδι το οποίο θυμάμαι -με εξαιρετική διαύγεια μνήμης- να ακούω στο παλιό Sanyo του πατέρα, μικρός, στην προ-προ-Πετρίδη εποχή. Είχα βρει ψαχουλεύοντας στα κουτιά του μπαμπά, μαζί με τις κασέτες με τα αγαπημένα του δημοτικά τραγούδια, και μία με την ετικέτα ξένη μουσική, χωρίς άλλες λεπτομέρειες. Πρώτο τραγούδι της ήταν αυτό το χιλιοπαιγμένο αριστούργημα του Neil Young. Τα υπόλοιπα έχω ξεχάσει ποια ήταν, μπορεί να μην τα άκουσα και ποτέ, να μην προχώρησε καν παρακάτω η κασέτα, παρά να έμεινε σε ένα αέναο rewind & play. Κόλλησα.

Έχουμε κολλήσει με τις παρέες και μ' αυτή την εκπομπή, το Κουτί. Και κάθε Τετάρτη σχολάμε κάθε άλλη δουλειά ή υποχρέωση νωρίς και συντονιζόμαστε στις δέκα στην ερτ. Και σχολιάζουμε live με τον Άλεξ και τον Αντώνη τις ευφάνταστες διασκευές των μουσικών, τα τραγούδια των ερμηνευτών που μας ενθουσιάζουν με τη Μαρίνα και τον Νίκο. Με τον Άκη επιβεβαιώνουμε κάθε φορά την αγάπη μας για τον Πορτοκάλογλου, ενώ πρήζω συνέχεια τη Φανή για την αξεπέραστη γοητεία και τα φουστάνια της Ρένας.

Έτσι και τώρα, στέκω γοητευμένος από την υπέροχη συνάντηση του Κουτιού με τον Μητσιά και την Νταγάκη, που μπαίνει άνετα στο τοπ-3 των αγαπημένων μου έως τώρα Κουτιών. Συγκινημένος μ' ένα ριφ απ' το πρώτο δευτερόλεπτο.

Είναι κι ο Μανώλης που ψέλνει στη νύχτα να την πάρει γιατί τη σκέφτομαι ξανά, είναι κι η Γεωργία που σκαλίζει γλυκιές αναμνήσεις στα παλιά σινεμά, στην πρώτη σειρά αγκαλιά, στο λαιμό φιλιά.

Είναι κι αυτά τα ανεμίσματα της φούστας της Ρένας.

Είσαι κι εσύ, αγάπη, που σε λέγαμε πότε Περσεφόνη, καμιά φορά νεαρά κι άλλοτε Εκάβη.



Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

σε γνωρίζω από την κρέπα

 

Στο σημείο που φτάσαμε, ήρθε η ώρα να πούμε αλήθειες, χωρίς περιστροφές ή άλλα εμπόδια. Έφτασε η στιγμή να αποκαλύψω την αειθαλή μου λαχτάρα να σ' ανταμώσω, ν' αγγίξω λαίμαργα τα κρουστά σου χείλη, τη γλυκιά σου γεύση να απολαύσω μ' αυτή τη μοναδική επίγευση αλμύρας που αφήνεις σε κάθε ρουφηξιά.

Σε είχα στο νου μου διαρκώς, καθώς πλησίαζαν οι μέρες να έρθω στην πόλη. Τ' ομολογώ ότι όταν είμαι μακριά δε μου λείπεις πολύ. Να, η καθημερινότητα, οι έγνοιες, οι άλλες συντροφιές που απολαμβάνω κάποια βράδια, όλα αυτά δε μου αφήνουν κενό να σε θυμάμαι· ξεχνιέμαι, να με συμπαθάς. Δεν είναι ότι δε σε ποθώ ή δε σε θέλω, μην το πάρεις έτσι, κι όσο κλισέ κι αν ακουστεί δεν είναι αυτό που νομίζεις· αλήθεια. Κάθε άλλο, θα έλεγα, ξεπερνάς κάθε προσδοκία και κάθε μου λαχτάρα για οποιαδήποτε άλλη. Θυμάσαι -και το ξέρεις- από τότε που άρχισα να τριγυρνώ σε διάφορα μέρη, όσο κι αν προσπάθησα δε βρήκα άλλη να σου μοιάζει, παρότι αυτό που αναζητούσα ήταν πάντα μια δική σου αντιγραφή, μια κόπια. Τον ίδιο πάντα τύπο ερωτευόμαστε, δε λένε; και πάντα από την ίδια ..παθολογία νιώθουμε έλξη. Από την Πάργα ως τη Μυτιλήνη κι από τη Θεσσαλονίκη ως την Κρήτη, καμμιάς το γλυκάλμυρο φιλί δεν έστειλε ηλεκτρισμένα κύματα ωκυτοκίνης κατευθείαν στην καρδιά μου σαν το δικό σου. Μακάρι η αναζήτηση να είχε θετικό αποτέλεσμα -ψέματα δε θα πω- μακάρι να είχα βρει κι αλλού μια να σου μοιάζει· θα είχα έτσι πιο συχνή την αίσθηση πληρότητας που νιώθω όταν στα χέρια μου σε κρατώ.

Μα σαν πλησιάζει ο καιρός του ερχομού μου, σαν βγάζω τα εισιτήρια και μελετώ το πρόγραμμα της αδείας, σαν κλέφτης μπαίνεις στη σκέψη μου και διεκδικείς χρόνο και χώρο απ' το κορμί μου. Μα πες μου, σου χάλασα ποτέ χατήρι, πέρασα ποτέ από τα μέρη σου και σε αγνόησα; δε θυμάμαι. Κι αν έγινε ποτέ, είναι σαν να μην έγινε διότι και για σένα έρχομαι εδώ. Γι' αυτό και την τελευταία φορά, προτού καν πατήσω το πόδι μου στην αποβάθρα του σταθμού, είχα ήδη αποφασίσει ότι θα σου αφιερώσω όλα τα βράδια της διαμονής μου, επτά μέρες για μένα, επτά νύχτες για σένα. Και το έκανα. Και δεν είδα να σε χάλασε. Ούτε μένα φυσικά, γιατί να το κρύψω. Αλήθειες σήμερα, είπαμε, θα πούμε.

Με είχες δικό σου κάθε βράδυ, σε απόλαυσα, σε χόρτασα, και πάλι απ' την αρχή, ξανά και ξανά. Έφυγα πλήρης, έφυγα ευτυχισμένος. Φυσικά και θα μου λείψεις ως την επόμενη φορά· ήδη μου λείπεις. Αν είχα άλλες επτά ημέρες στη διάθεσή μου, θα συνεχίζαμε το ίδιο βιολί για άλλες επτά νύχτες, αμφιβολία μην έχεις καμμία γι' αυτό. Και μη στενοχωριέσαι που αποχωριζόμαστε, θα 'ναι ξανά η προσδοκία της αντάμωσης μεγάλη· ήδη είναι.

Χάρηκα και για έναν ακόμη λόγο. Θυμάσαι την περασμένη φορά, το πρώτο βράδυ που πέρασα απ' τη γειτονιά σου, όταν με είδε ο γεννήτοράς σου δεν κατάλαβε στην αρχή ποιος είμαι. Έπρεπε να του εξηγήσω ποια αναζητώ, να σε περιγράψω, να σε παινέψω για να θυμηθεί, α, εσύ είσαι! δεν σε κατάλαβα με τη μάσκα.. Τούτη τη φορά όμως με γνώρισε κατευθείαν και προτού τελειώσω τον χαιρετισμό έβαζε φωνή να έρθεις. Το χάρηκα αυτό, δεν είμαι πλέον κάποιος, είμαι εκείνος· ο ξεχωριστός εκείνος που σ' αναζητώ μ' αυτόν τον τρόπο τον μοναδικό. Δε μ' αρέσουν οι υποσχέσεις, γιατί θέλω ελεύθερα να ανταποκρίνομαι σ' αυτό που ποθώ. Και η δική μου κλίση είναι να σε θέλω, κι αυτή είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που θα πω σήμερα, ίσως και η μοναδική.

Θα έρθει κάποτε η στιγμή μιας άλλης αλήθειας, όταν όσοι θα με βλέπουν να έρχομαι για σένα θα λένε, σε γνωρίζω από την κρέπα του tykoz την αλμυρή, η οποία εγώ κι εσύ θα ξέρουμε μόνον ότι είσαι κατά βάση τόσο μα τόσο γλυκιά.



Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

24 καράτια

«Ώστε από τα Τρίκαλα είσαι!» είπε, και το πρόσωπο του γηραιού ιερέα φωτίστηκε με μια ειλικρινή χαρά. Ήμουν στην οδό Ισαύρων στα Εξάρχεια και είχα απέναντί μου τον μητροπολίτη κεντρώας Αφρικής, ο οποίος είχε βρεθεί για λόγους υγείας μερικές εβδομάδες στην Αθήνα.

Του αποκρίθηκα δεύτερη φορά καταφατικά και περίμενα να συνεχίσει τις διερευνητικές ερωτήσεις του. Όμως εκείνος συνέχισε με κάτι που δεν το περίμενα. «Έχετε ένα διαμάντι εκεί στα Τρίκαλα», είπε με ύφος υπαινικτικό σαν να συμμετείχαμε σε παιχνίδι ερωτήσεων. «Ξέρεις ποιο είναι αυτό;» Περνούσαν διάφορα από τον νου μου, ωστόσο ένιωθα τέτοια αμηχανία σαν να είμαι στην τελευταία πίστα του trivial persuit, όπου κρίνονται όλα από τα λόγια μου. Οπότε του ζήτησα από ευγένεια να συνεχίσει εκείνος την αποκάλυψη της ερώτησής του, αλλά και για να μην ντροπιαστώ με μια πιθανά άσχετη απάντηση. «Έχετε στα Τρίκαλα τον π. Διονύσιο!» αποκρίθηκε δίνοντας ένταση στη φωνή του, και φυσικά δεν ήταν στις πιθανές απαντήσεις που σκεφτόμουν. «Ο π. Διονύσιος είναι ένα διαμάντι· και μάλιστα εικοσιτεσσάρων καρατίων», συνέχισε, αυτή τη φορά με χαμηλή σταθερή φωνή απόλυτης σιγουριάς, «και δεν ξέρω αν γνωρίζετε πόσο τυχεροί είστε που τον έχετε δίπλα σας».

Αυτό είχαμε μαζί μας, ένα διαμάντι εικοσιτεσσάρων καρατίων, και μπορεί πράγματι να πέρασαν χρόνια μέσα στην πολύχρονη σχέση μας μέχρι να το καταλάβουμε, όμως το βίωμα μαζί του μας αποκάλυπτε σιγά σιγά τα γράδα της καρδιάς του. Και τώρα που έφυγε, είναι σαν να πληρώθηκαν και τα εικοσιτέσσερα καράτια, και να λάμπουν περήφανα στις θύμησες και στις εμπειρίες μας κοντά του.

«Ώστε ήρθες στα Τρίκαλα!», έλεγε κάθε φορά· «σου έδωσαν μήπως καναδυό μήνες άδεια να σε χαρούμε παραπάνω;»· έτσι θα τον θυμάμαι, με την ειλικρινή χαρά στο πρόσωπό του κάθε φορά που τον συναντούσα, κι ας συνοδευόταν συχνά το αντάμωμα με κάποια "αγγαρεία" ή κάποια γλυκιά αυστηρότητα στις κατ' ιδίαν επικοινωνίες μας.

Μαζί με τις εμπειρίες έμειναν τώρα και λίγα δάκρυα από το βούρκωμα των αναμνήσεων, τα παίρνω, τα σφουγγίζω με μετάξι και στιλβώνω μ' αυτό τις παρειές του διαμαντιού· να λάμψει ολοκάθαρο στο δικό μου στερέωμα, έτσι όπως ακριβώς αρμόζει στα εικοσιτέσσερα καράτια.