Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Γράμμα απ' το νησί


Ίσως δεν περιμένεις αυτό το γράμμα, μία ακόμα ανταπόκριση μακριά απ' το σπίτι. Μπορεί να μην ξέρεις καν ότι λείπω από το σπίτι καιρό τώρα. Και τι είναι τελοσπάντων αυτό το "σπίτι" δεν είμαι βέβαιος πια, ούτε φυσικά αν σε νοιάζει που λείπω ή τι γράφω.

Ούτε για παραλίες θα σου πω, ούτε για μέρη 'ξωτικά και μαγεμένα. Έχει και τέτοια· έλα να τα δεις, τι να σου λέω. Τον πόνο μου θα σου πω, τον πόνο των long run που με φέρνουν κάθε τόσο στις δημοσιές και στα θέρετρα του νησιού. Και σε σένα μπροστά.

Το πρώτο μεγάλο το έτρεξα εκείνη που αποκάλεσαν ως την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού. Ξεκίνησα νωρίς το πρωί, μα ήθελα να τα παρατήσω από το πρώτο μισάωρο· ανοησία σκέτη. Στην αρχή -όπως κάνω πάντα- προσπάθησα να συγχρονίσω αναπνοή με βηματισμό, ένα-δύο-τρία-εισπνοή ένα-δύο-τρία-εκπνοή, υγρή και ζεστή όπως η μέρα που ξημέρωνε απ' το πέλαγος. Πίεσα τον εαυτό μου για αρνητικά περάσματα στα πρώτα δέκα χιλιόμετρα, κι έτσι βρέθηκα να κινούμαι στον ίδιο ρυθμό μ' ένα αργό σμήνος μύγες, όλοι μαζί στον ακόλουθο της σκουπιδιάρας που μάζευε τους τόνους σκουπιδιών από τον κεντρικό δρόμο του τουριστικού Λαγανά. Βρωμιά, μαύρη κολλώδης άσφαλτος και μπουλούκια ξένων νεαρών που μαζεύονταν για τα σπίτια τους απ' τα ξεφαντώματα της περασμένης νυχτιάς, ενώ ξεβαμμένα ρίμμελ διακρίνονταν έντονα στα κρεμασμένα πρόσωπα των κοριτσιών με τα λάγνα μπούτια. Μια ωραία ατμόσφαιρα.

Για ένα περίπου χιλιόμετρο έψελνα προσευχές στην ευθεία που συνδέει τα ξενυχτάδικα με το Καλαμάκι. Κάπου εκεί όμως μ' εγκατέλειψαν οι ψυχικές μου δυνάμεις. Και για ν' αντέξω άρχισα να σκέφτομαι -μάντεψε- εσένα. Αναμνήσεις κυρίως και φαντασιώσεις· μαζί στη θάλασσα ως τα βαθιά, χέρι χέρι στο κάστρο, σουλάτσο στα σκοτεινά σοκάκια της χώρας, αγκαλιά στο λόφο ως το ξημέρωμα. Το 'χω κάψει, το ξέρω, αλλά δεν πιάνει της λερναίας ύδρας το κόλπο, ξαναφυτρώνει το άτιμο και το ξανακαίω πάλι και πάλι.
Τα χιλιόμετρα βγήκαν όμως, πάνω που χάθηκε η εικόνα σου, με πενταμισάρι ρυθμό στο τελευταίο τρίτο. Εξάντληση. Πόνος.

Βούτηξα όπως ήμουν με τα ρούχα στη ρηχή παραλία του Λαγανά. Εκεί ερωτεύτηκα το πρώτο μπικίνι που λιαζόταν νωχελικά στη σεζλόνγκ και σου έμοιαζε. Στα πρωινά ηχεία του μπαρ τραγουδούσε σιγανά η Νίνα Πήρσσον "love me love me say that you love me / leave me leave just say that you need me / I don't care 'bout anything but you". Μέχρι να βγω απ' το νερό δίπλα της τεντωνόταν μια βερμούδα. Πρέπει να είμαι ο μόνος μόνος σ' αυτό το νησί τελικά. Αλλά τα δεκαοχτώ εκείνης της πιο ζεστής κάψας του καλοκαιριού κατατέθηκαν στην τράπεζα των χιλιομέτρων, αυτό ξεγελάω τον εαυτό μου ότι έχει μόνο σημασία. Θα τα πάρουμε πίσω με τόκο, λέει..

"Come oooon, take another little piece of my heart now babyyyyyy.."

 

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Συλλαβές

Κι ό,τι μ’ απόμεινε απ’ το πέρασμά σου
σιγά-σιγά ο χρόνος το λειαίνει
σαν ένα βότσαλο της ποταμιάς.
Μονάχα πια για τ’ όνομά σου είμαι σίγουρος.
Κι όλο το λέω, το ξαναλέω μπροστά στη θάλασσα
μήπως και κάποια νύχτα,
όταν μας πνίγουνε τα σύρματα κ’ η πέτρα,
το χρειαστώ σα λέξη σωτηρίας
κι ανακαλύψω αιφνίδια πώς κι αυτό έχει σβήσει.


* του Τίτου Πατρίκιου, από τη συλλογή 'Λυσιμελής πόθος'



Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

κάμπια

Η λέξη ψυχή έχει και δεύτερη σημασία στα ελληνικά. Πολύ διαφορετική αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα. Εκτός από ψυχή, σημαίνει και πεταλούδα. Αν κάτσεις όμως και το σκεφτείς προσεκτικά, η πεταλούδα και η ψυχή δεν διαφέρουν και τόσο τελικά, έτσι δεν είναι; Η πεταλούδα ξεκινά από κάμπια, ένα άσχημο, σκωληκοειδές τίποτα, καθηλωμένο στο έδαφος, και ύστερα μια μέρα η κάμπια φτιάχνει ένα κουκούλι, και μετά από ένα ορισμένο διάστημα το κουκούλι ανοίγει και βγαίνει η πεταλούδα, το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου. Έτσι γίνεται και με τις ψυχές. Παλεύουν στα βάθη της σκοτεινιάς και της άγνοιας, υπομένουν δοκιμασίες και κακοτυχίες, και λίγο λίγο εξαγνίζονται από αυτά τα βάσανα, δυναμώνουν από τα δύσκολα που τους συμβαίνουν, και μια μέρα, αν η εν λόγω ψυχή είναι ψυχή άξια, θα βγει από το κουκούλι της και θα υψωθεί στον αέρα σαν θαυμάσια πεταλούδα.

* Από το μυθιστόρημα του Paul Auster, 4 3 2 1, σε μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη (εκδ. Μεταίχμιο).







Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Ζωή γεμάτη εκπλήξεις


Ἡ ζωὴ εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἐπειδὴ εἶναι ἐπικίνδυνη καὶ ἀπρόβλεπτη. Συνέχεια ὅλα διακυβεύονται καὶ ὅλα εἶναι σίγουρα μὲ τὴν πίστι καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη Του.

Συμβαίνουν ἀπρόσμενες ἐκπλήξεις: Οὔτε ὁ μακρυνὸς καὶ ξένος εἶναι ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὴ σωτηρία, οὔτε ὁ κοντινὸς καὶ μαθητὴς εἶναι ἐξασφαλισμένος.

Ἕνας ληστὴς μπαίνει πρῶτος στὸν παράδεισο. Ἕνας μαθητὴς ἀρνεῖται τὸν Διδάσκαλο καὶ ἄλλος τὸν προδίδει. Ἕνας ἑκατόνταρχος πιστεύει. Καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζουν καὶ ζητοῦν τὴ σταύρωσι. Ὁ πιὸ σκληρὸς διώκτης γίνεται ὁ μεγαλύτερος Ἀπόστολος. Ὅλα εἶναι καλὰ καὶ ἐνδιαφέροντα γιατὶ ὅλα τὰ ρυθμίζει “ὁ ἐπὶ πάντων Θεός”.

Συμπεριφέρεται μὲ στοργὴ στὸν παραστρατημένο καὶ ἐνοχλούμενο ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα. Κρίνει αὐστηρὰ τὸν ὑποκριτὴ ποὺ κάνει τὸν δάσκαλο τοῦ νόμου καὶ βασανίζει τὸν κόσμο. Θεραπεύει τοὺς ἀρρώστους. Καλεῖ κοντά του ὅλους τοὺς κουρασμένους καὶ ἀπεγνωσμένους. Πετᾶ ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ τοὺς κολλυβιστὲς καὶ ἀργυραμοιβοὺς ποὺ μεταβάλλουν τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ σὲ οἶκο ἐμπορίου.

Συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Συχνὰ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀντιπροσωπεύουν τὸν ἀγνοοῦν. Καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀρνοῦνται τὸν ζητοῦν.

Ἔρχονται ἐξ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ ἀνακλίνονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Καὶ οἱ κατὰ φαντασίαν υἱοὶ τῆς Βασιλείας ἐκβάλλονται εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον.

Κάποιοι ποὺ λένε “Κύριε, Κύριε” καὶ παρουσιάζονται ὡς κήρυκες καὶ θαυματουργοὶ θὰ ἀκούσουν (δηλαδὴ ἀκοῦνε ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνουν) “οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς”.

Κάποιοι συντηρητικοὶ κηρύττουν ταγκιασμένη θεολογία· ἄλλοι προοδευτικοὶ νερουλιασμένη· καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνουν. Ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἀθορύβως προχέονται ποταμοὶ τῆς χάριτος ἀπὸ κάποιους πονεμένους, ταπεινοὺς καὶ ἄγνωστους.

Αὐτὸς εἶναι ἀγάπη ἀμετάπτωτη καὶ πάνσοφη. Ἐμεῖς ἐπιπολαιότης ἀδικαιολόγητη καὶ ἐπικίνδυνη. Ἀλλὰ μένει πάντα γιὰ ὅλους μας ἡ ὁδὸς τῆς μετανοίας.

* Γέρ. Βασίλειος Ιβηρίτης, Το πρόβλημα των θρησκευτικών στα σχολεία - Μια αγιορείτικη θεώρησι.


Καλή Ανάσταση.



Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

όλα σου λένε κάτι

Μετά από τον πολύ πόνο, που σε φέρνει στην κατάρρευση και στην απόγνωση, γίνεται ο άνθρωπος σκέτη ευαισθησία. Και το τίποτε σου δίδει πολλά. Και η ελάχιστη κίνηση μιλά εύγλωττα.
Τότε σου λένε ατελείωτα κάποιες ασήμαντες λεπτομέρειες (κινήσεις, φωνές, ήχοι και συναπαντήματα), που άλλοτε δεν σου έλεγαν τίποτε, γιατί είχες την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας ή την αφασία της αναισθησίας. Τώρα όλα τα ακούς, τα βλέπεις και τα δέχεσαι ενιαίως και άλλως συλλειτουργούντα μέσα στη λογική λατρεία της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου. Νιώθεις να είσαι στη Μεγάλη Παρασκευή και στο Πάσχα διαρκώς.

* Γέρ. Βασίλειος Ιβηρίτης, Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν.



Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

το φιλί της Λισμπόν

Ο ήλιος έδυε βάφοντας μαβιά την απέναντι όχθη του ποταμού Ταγού. Πλήθος νέων γέμιζε τις γωνιές και τα πεζούλια στη Σάντα Λουτσία, ενώ στην κάτω πλατεία δύο δεξιοτέχνες κιθαρίστες χτένιζαν τα τάστα των εγχόρδων τους αφήνοντας άφωνους τους περαστικούς που αυθόρμητα έκλεισαν κύκλο γύρω τους.

***
Δύο από τις συμβουλές της Φανής, που είχε περπατήσει τα ίδια μέρη το περασμένο φθινόπωρο, ήταν τόσο επιτακτικές που δεν χωρούσαν αμφισβήτηση ή αναβολή: ψάξε βρες όλα τα μιραντούρο, ανέβα σε όλα, Σάντα Λουτσία το αγαπημένο μου. Και η δεύτερη, φάε διακόσια από τούτα*.

***
Η τελευταία βόλτα μας έφερε για δεύτερη φορά σ' αυτή τη γωνιά της πόλης, που έμοιαζε ξεχασμένη απ' τον χρόνο. Περιποιημένα παρτέρια και παλιομοδίτικα πλακίδια διακοσμούσαν την έκταση του προαυλίου της μικρής εκκλησίας, πλακόστρωτοι δρόμοι, αρτ-ντεκό φανοστάτες να φέγγουν τις έντονα χρωματισμένες προσόψεις των κτιρίων, κι από κάτω η συνοικία της Αλφάμα να απλώνεται σαν τις ρίζες γεροπλάτανου ως την ακροποταμιά.

Ήταν η τελευταία μέρα ενός ταξιδιού που σχεδιάστηκε μες στις απελπισμένες μέρες του Σεπτέμβρη και φώτισε ένα μικρό σημαδάκι για τη φετινή Άνοιξη, που ολοένα και μεγάλωνε μες στο καταχείμωνο, ανέτειλε μέσα απ' τον ποταμό πέρα απ' τη γέφυρα Βάσκο ντα Γκάμα και έδυσε εκείνο το απόγευμα στη Σάντα Λουτσία. Νέοι κατά μπουλούκια ρουφούσαν τις τελευταίες στιγμές φωτός μέσα απ' τ' αχόρταγα κινητά τους, έπαιρναν πόζες είτε έδιναν φιλιά, παραδομένοι στη μοναδική σχεδόν ερωτική αίσθηση που μόνο το λιόγερμα μπορεί να προσφέρει σ' έναν άνθρωπο, μονάχο ή σμιγμένο.

Είχε προηγηθεί ένας ..ημιμαραθώνιος, νωρίς το πρωί. Προτού ο ήλιος προβάλει πάνω απ' τους γερανούς του λιμανιού, τα βήματά μου έτρεχαν ρυθμικά να προλάβουν τη μέρα πλάι στον γαληνεμένο ποταμό. Κι αυτό που ξεκίνησε ως ένας γοργός πρωινός περίπατος κατέληξε σε προπόνηση αγώνα, σμίγοντας απ' τη μέση και μετά με τους τοπικούς δρομείς που ξεκινούσαν τη δική τους προετοιμασία. Να μας βρεις στο φέισμπουκ, μου είπε χαμογελώντας η γλυκιά πορτογαλίδα, προσφέροντάς μου ένα χάρτινο ποτήρι νερό, όταν σχεδόν ξέψυχος της το ζήτησα λίγο πριν το τέλος της προπόνησης. «Θα μας κάνεις παρέα στον ερχόμενο αγώνα; Δεν μπορώ, θα τρέξω στην Ελλάδα. Γνωρίζεις τα Μετέωρα; Ναι!» ο σύντομος διάλογός μας, μετά μια υπόκλιση, ένα φιλί ευχαριστίας στον αέρα και δρόμο για το σπίτι.

Μετά ακολούθησε ένας ακόμη· ημιμαραθώνιος σχεδόν. Βόλτα στις υπαίθριες αγορές του σαββατιάτικου πρωινού, μετά στο δυτικό άκρο της πόλης για το τελειότερο σοκολατοκέικ της ηπείρου, κι από κει ένα πέρασμα στα ωραιότερα μιραντούρο και βραδινή τσάρκα στα σοκάκια της παλιάς πόλης.

***

* Δεν έφαγα διακόσια φυσικά, ούτε καν όλοι μαζί αθροιστικά. Αν είχαμε καναδυο βδομάδες ακόμη, ίσως. Ήταν το πρώτο πράγμα που λιμπιζόμουν κάθε πρωί κι ο τελευταίος βραδινός πειρασμός μου. Η διαρκής σκέψη, ο λαχταριστός σύντροφος. Τα αγαπήσαμε από την πρώτη δαγκωνιά. Μετά συνήθισα να τα καταβροχθίζω ολόκληρα. Αφράτα κουπάκια πολλαπλών λεπτότατων φύλλων παραγεμισμένα με κατακίτρινη κρέμα, φουρνισμένα στους διακόσιους βαθμούς μέχρι να σχηματιστεί από πάνω η χαρακτηριστική τους καφεκόκκινη κρούστα· που όταν την έσπαγαν τα μπροστινά σου δόντια, ξεχύνονταν οι κρουνοί των γλυκών γεύσεων στους ευαίσθητους υποδοχείς της γλώσσας, και μέχρι να προχωρήσει η μπουκιά στα βάθη του ουρανίσκου γενναίες υπερ-ποσότητες ενδορφινών έλουζαν τους νευρώνες του εγκεφάλου μουδιάζοντας από ατόφια ευτυχία όλα τα κύτταρα του κορμιού σου. Το ταπεινό pasteis de nata, το ονειρικό γαλατοπιτένιο φιλί της Λισαβόνας.

***

Το ήξερα από την αρχή ότι θα αδικήσω τις πρώτες εντυπώσεις, τις πρώτες εικόνες. Τις βόλτες στις πλατείες και τα μουσεία, τα δείπνα μας και το τραμ, τα φάντο και το υπέροχο κακάο στου Νικολό & Μπεττίνα. Τη Σίντρα και το Κασκαίς στο πίσω κάθισμα του Μιγκέλ. Το μνημείο των εξερευνητών, τις γέφυρες· την Πόρτο που δεν είδαμε. Άμα βρω κουράγιο άλλοτε, θα σου γράψω και γι' αυτά· συνήθως όμως δεν βρίσκω, το ξέρεις· προτιμώ να βρεθούμε μαζί εκεί, να μην χρειάζεται τίποτα να σου λέω· να χορταίνεις να βλέπεις.
Ήταν κι εκείνος ο αφρός, ο κάτασπρος και δασύς του ωκεανού, που όπως ο ποιητής με πόνο σημείωνε, γλιστρούσε ανάμεσα στα δάχτυλα σαν τις μεγάλες αγάπες μες στα μάτια μου. Τι να πεις όμως για την παρέα αυτή την αγαπημένη!

***

Με σαρακοστιανή διάθεση ονειρεύομαι μια συνεταιρική μπύρα στην αυλή της Σάντα Καταρίνα, κάτω απ' τον ίσκιο του μεγάλου πεύκου, καθισμένοι πλάι-πλάι στα σιδερένια τραπέζια. Ποθώ μια αγκαλιά στη γωνιά της Σάντα Λουτσία αγναντεύοντας τις όχθες του ποταμού (σαν άλλος μάδρε ντε ντίος ή άραγε Θερμαϊκός). Λιμπίζομαι κι ένα pasteis, από μισό-μισό στα χείλη· είμαι σίγουρος ότι ακόμα και το φιλί θα ξεχνιόταν μπρος του.
Ο ήλιος όμως έγειρε πίσω απ' το άγαλμα του Χριστού στη νοτιοδυτική όχθη, κι ενώ οι τελευταίες νότες ταξιδεύουν μαζί με τις κραυγούλες των χαρούμενων χειλιών, όσο διαρκεί ακόμη το τελευταίο απόγευμα. Το τραμ έκρωξε σαν καρουσέλ σε λουναπάρκ και άλλο ένα ταξίδι βάζει πλώρη για τις θερμές όχθες της καρδιάς.