Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

home made with love

«Μικρό μέγεθος, σκληρό εξώφυλλο. Θα στοιχημάτιζα στις εκδόσεις Εστία».

Με τους φίλους από την Κοζάνη και τις πιτσιρίκες τους, στα Τρίκαλα. Και ποιος δεν πέρασε φέτος από τα Τρίκαλα στις γιορτές, παράπονο δεν έχω. Δεν προλάβαινα να εναλλάσσω τη θέα αγαπημένων φίλων και προσώπων, που ήρθαν από κοντά ή πολύ μακριά, άλλοι για λίγες ώρες, κάποιοι ευτυχώς για πολλές μέρες, προγραμματισμένα ή έκτακτα για να με δούνε και να τους δω· θερμά τους ευχαριστώ. Μου ξετίναξαν αργά και συστηματικά κάθε συναισθηματικό μου δείκτη.

«Κι επειδή θα είναι Εστία, εκτιμώ ότι είναι κάποιο του Καραγάτση, σωστά;»

Ο Κωστής ήδη μειδιούσε από απορία και παραίτηση ταυτόχρονα, καθώς πασπάτευα το περιτυλιγμένο βιβλίο που είχα μπροστά μου, το δώρο τους. Πόσες φορές με είχε σκάσει η Φανή να μου δανείσει τον Γιούγκερμαν κάθε που περνούσα από το σπίτι τους στην Κοζάνη. Μα κάθε φορά ένιωθα ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα του, και επειδή ποτέ δεν καταφέρνει κανείς να ξεφύγει από τη Φανή, έφευγα με κάποιο άλλο βιβλίο παραμάσχαλα.
Αλλά να τώρα, να μην μπορώ να θυμηθώ αν ο Γιούγκερμαν είναι δίτομο έργο ή ένας μόνος του. Κι έτσι πιθανολόγησα ότι από πείσμα που δεν το έχω δανειστεί απ' αυτούς δεν θα μου το έφερναν ούτε κι εκείνοι· θα περίμεναν να περάσω από την Κοζάνη να το πάρω μόνος μου.

«Η Μεγάλη Χίμαιρα, αυτό είναι», κατέληξα με αβέβαιη σιγουριά, για να δω αυτοστιγμεί το χαμόγελο της νίκης στα χείλη των συνδαιτυμόνων μου. Έσκισα το περιτύλιγμα και αντίκρυσα τον δίτομο Γιούγκερμαν. Παλιόπαιδα!
Στην ίδια χαρτοσακούλα είχαν στοιβάξει και δυο βάζα με μπεζέδες made by Kostis, τους οποίους δοκιμάσαμε έκπληκτοι -για το πλούσιο της γεύσης- την ίδια εκείνη ώρα.

Αργότερα, κι αφού τους αποχαιρέτησα αργά εκείνο το απόγευμα, κι αφού έσωσα με το ένα χέρι τη χαρτοσακούλα και όλο το περιεχόμενο που σκίστηκε καθώς ποδηλατούσα για το σπίτι, άφησα τα δυο βάζα με τους μπεζέδες στον πάγκο της κουζίνας. Την επόμενη μέρα κέρασα ένα τη μητέρα μου. Απ' το «τι είν' αυτό;» μέχρι το «Μμ, καλό είναι!» πέρασαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα, στην πρώτη κιόλας δοκιμή. Βάλθηκε στη συνέχεια να διαβάσει και τα αυτοκόλλητα στο καπάκι. «Το ένα λέει χαντ μέιντ, το άλλο χόμ μέιντ γουίθ και..», γελάκια, «..μια καρδιά». Γελάκια ξανά.

Έμειναν τα δυο βάζα στον πάγκο, όποιος περνούσε τις επόμενες μέρες, τσουπ, έτρωγε κι από ένα. Έβλεπα κάθε πρωί να μειώνεται η στάθμη, άδειασε το πρώτο βάζο, ανοίχτηκε το δεύτερο. Και δεν είχα ανακαλύψει μέχρι τότε ποιος έβαζε περισσότερο το χέρι του στο βάζο. Μετά από λίγες μέρες, προς το τέλος της διαμονής μου, δέχτηκα επίθεση από τη μικρή μου αδερφή και τη μάνα μου· πώς τα φτιάχνει και ποια συνταγή και πώς τα ψήνει, κλπ. Είναι η ώρα που αρχίζω και παίρνω ανάποδες, τόσο γιατί αντιλαμβάνομαι ποιος έσωσε τα στρατηγικά αποθέματα μπεζέδων στο σπίτι, όσο και γιατί αυτή η κουβέντα περί συνταγών μάλλον δεν βγάζει πουθενά. Άλλωστε, ποιος τον φτάνει τον Κωστή.

>>>

Έχω που κοιμάμαι μερικές μέρες, και νύχτες, αγκαλιά με τον Γιούγκερμαν. Βρίσκεται σταθερά στο κομοδίνο, στο κρεβάτι πλάι στο μαξιλάρι, στο αυτοκίνητο και στη δουλειά. Στη δουλειά, ναι. Τώρα μην αρχίσεις να φοβάσαι και να σκέφτεσαι ότι τάχα κάνω υπεύθυνη δουλειά και πώς γίνεται να διαβάζω σε ώρα υπηρεσίας κι αν επιτρέπεται και τέτοια. Σου έχω ετοιμασμένη την απάντηση, ότι όλες οι δουλειές είναι υπεύθυνες κι ότι μάλιστα υπάρχουν πολύ πιο υπεύθυνες δουλειές από τη δική μου, χίλιες δυο, και πού να σου τις απαριθμώ τώρα. Να, πάρε για παράδειγμα τη δουλειά που κάνει η κουμπάρα μου στην Πάτρα, λίγο το 'χεις, τόση προσοχή και τόσες ευθύνες και άγχος; Δεν συμφωνείς; Πάρε παράδειγμα μετά την άλλη κουμπάρα μου στη Θεσσαλονίκη, εκεί κι αν είναι ευθύνη, Η Ευθύνη να πω, αλλά ποιος τα λογιαριάζει πες μου.. Μην πούμε για γιατρούς και πυροσβέστες και τέτοια.

Τελοσπάντων, με έβγαλες εκτός συνειρμού, ξέχασα τι ήθελα να σου πω· θα περιοριστώ στο ρεζουμέ. Κοιμάμαι και ξημερώνω με τον Γιούγκερμαν, αναπολώ Περσεφόνες και Εκάβες, κυνηγάω Χίμαιρες, ονειρεύομαι, χαίρομαι, ζω.



Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

home is where the library is

«Εμείς στο νησί συνήθως το κάνουμε αυτό μ' άλλον τρόπο».

 ***

Στην Αθήνα έζησα ενάμιση χρόνο ακριβώς. Δεν ξέρω αν το κατάλαβες καλά, το εννοώ το ακριβώς. Εμφανίστηκα μια μέρα στα τέλη του Νοέμβρη, μέσα σ' ένα εκτυφλωτικό μεσημεριάτικο φως που στραφτάλιζε στη θάλασσα των νοτίων προαστίων, και ένα μουντό απριλιάτικο πρωινό δεκαοχτώ μήνες ακριβώς μετά, χαιρέτησα για τις θάλασσες του Νότου. Εντάξει, δεν είναι και πολύ Αθήνα η Γλυφάδα και το Ελληνικό, συμφωνώ, μιας και πιάσαμε την ακρίβεια των λόγων και των θυμησών. Αλλά θυμάσαι ότι στο Χαλάνδρι αρχικά, μετά στον Ταύρο και στο κέντρο σύχναζα ολημερίς, και στα Εξάρχεια· άντε και στο κρύο Κολωνάκι. Τα 'χω γυρίσει όλα αυτά άλλωστε και μάλιστα με το ποδήλατο..

Άλλο όμως θέλω να σου πω τούτη τη βροχερή νύχτα και με παρασέρνουν σαν ρυάκια οι μνήμες.

Στην Αθήνα λοιπόν, για ενάμιση χρόνο. Όσο μετακόμιζα από το αειθαλές τριάρι της Θεσσαλονίκης, μαμά-μπαμπάς-θείος-θεία έφεραν μια γύρα στη γειτονιά των τελευταίων και μου νοίκιασαν μια ταπεινή γκαρσονιέρα σ' έναν ησυχο δρόμο στο κέντρο της Γλυφάδας. Προτού ακόμα το δω είχα ακούσει τέσσερις διαφορετικές περιγραφές και γνώμες γι' αυτό το δωμάτιο, που μ' έκαναν να ανασηκώσω το φρύδι από ενδιαφέρον. Η παρουσία μου θα -έπρεπε να- ήταν τόσο σύντομη στην Αθήνα όσο θα διαρκούσε η fast track εκπαίδευσή μου στα της δουλειάς. Η εκπαίδευση ποτέ δεν ξεκίνησε εκείνη τη χρονιά και καταλαβαίνεις, οι δέκα βδομάδες έγιναν μήνες, έγιναν χρόνος, έγιναν χρόνος και μήνες μαζί, και το ότι δεν ξέμεινα να σου γράφω ακόμα από εκείνο το σπίτι είναι ένα αισιόδοξο μήνυμα για τις απέραντης αργοπορίας υπηρεσίες μας.

***

«Εμείς στο νησί, είπες; Εμείς;»

Καθόμαστε στην κοίτη του ποταμού που διασχίζει την πόλη μας απ' άκρο σ' άκρο. Δηλαδή εκείνη κάθεται στο ξύλινο παγκάκι, εγώ στέκουμαι όρθιος. Έχω τα χέρια πότε δεμένα σταυρωτά μπροστά στο στήθος, πότε χωμένα στις τσέπες του μπλουτζήν. Στάση αμυντική; Στάση άνεσης; Κοιτώ πότε τη βάρκα που μακραίνει μες στα νερά προς την γέφυρα, πότε την Περσεφόνη που έκπληκτη έπιασε την αποστροφή ενός ανιαρού λόγου μου.


***

Χαυνωμένος από τις ομορφιές της παραλιακής ζώνης εκείνο το λαμπερό μεσημέρι, φτάσαμε στο νέο μου σπίτι. Μαμά και θεία κι εγώ. Οι μεγάλοι άντρες έμειναν σπίτια τους. Ο θείος στην ευρύτερη γειτονιά, όπου έχτισε πριν από σαράντα και πλέον χρόνια όταν η περιοχή ήταν κάτι σαν εξοχή, ο πατέρας πίσω στην πατρίδα· ποτέ δε συμπάθησε την Αθήνα, εξακολουθεί να την αποφεύγει όπως το ψάρι την στεριά.
Η εξώπορτα άνοιγε σ' ένα μικρό χωλ που φιλοξενούσε και την κουζίνα. Αριστερά το μπάνιο, μ 'ενα παράθυρο που έβλεπε στο κλιμακοστάσιο(!) και μπρος ένα ευρύχωρο δωμάτιο με μια τεράστια μπαλκονόπορτα που έβλεπε στον φαρδύ δρόμο. Ένα τραπέζι με δυο ψάθινες καρέκλες, πλήθος κουζινικά σκεύη με πιάτα τιγρέ, μια χτιστή ντουλάπα, μια βιβλιοθήκη. Εδώ είμαστε, είπα.

***

Στο τριάρι της Θεσσαλονίκης έζησα δεκατέσσερα χρόνια. Όλα μου τα χρόνια στην πόλη δηλαδή, σ' εκείνο το σπίτι, πολλά από αυτά μόνος. Δεν μετακόμισα καμία φορά, παρά την τελευταία. Όταν είπα του ιδιοκτήτη ότι φεύγω για την Αθήνα, με παρακάλεσε να του πω την αλήθεια, ότι τάχα δηλαδή είχα βρει άλλο καλύτερο σπίτι, σ' άλλη γειτονιά, και ντρέπομαι να του το πω. Δεν το πίστευε. Μήπως εγώ το πίστευα; Άσ' τα, κλάφ' τα.
Σ' εκείνο το σπίτι είχα βολέψει όλη μου τη νεανική ζωή, όλα μου τα ρούχα, τα πράγματα, την ιδιοκτησία, το βιός μου. Όλα εκτός από ένα πράγμα. Τα βιβλία μου. Βιβλιοθήκες είχαμε στο σπίτι, δύο. Μία ας την πούμε μεγάλη, με μαύρο σιδερένιο σκελετό και ξύλινα λευκά ράφια, κι άλλη μία ξύλινη μικρή· αυτή μπήκε στο δωμάτιο των κοριτσιών. Εγώ οικειοποιήθηκα από την αρχή την πρώτη και ανακάτευα μέσα της τα ογκώδη βιβλία της Σχολής, τους φακέλους και τις σημειώσεις, που όλα μαζί έκαμψαν με τα χρόνια τα λεπτά της ράφια.
Τα εξωσχολικά μου, όμως, βιβλία ποτέ δεν βρήκαν θέση στα ράφια της. Τα αστυνομικά κυρίως και τα υπόλοιπα λογοτεχνικά και θεολογικά, αφού διαβαζόντουσαν με λαιμαργία, φυλάσσονταν στο απομονωμένο ράφι κάποιας ντουλάπας, μέχρις ώτου να έρθει η ώρα που θα ταξίδευαν για την πατρίδα. Εκεί θα έμπαιναν με ευλάβεια στη μεγάλη καφετιά ξύλινη βιβλιοθήκη, η οποία ακόμα και τώρα κοσμεί το παιδικό μου δωμάτιο. στο πατρικό σπίτι.

Κάπου στα χρόνια των ολυμπιακών αγώνων περίπου, πήρα μια κρίσιμη αναγνωστική απόφαση. Σταμάτησα να διαβάζω τις δύο κυριακάτικες εφημερίδες που αγόραζα ανελλιπώς από τα δεκαοχτώ μου, και με τα χρήματα που εξοικονομούσα κάθε μήνα άρχισα να αγοράζω δύο βιβλία από την πρωτοπορία ή το βιβλιοστόκ. Έτσι μέσα σε λίγα χρόνια η καφετιά ξύλινη βιβλιοθήκη στο πατρικό σπίτι γέμισε ασφυκτικά από δικά μου βιβλία, που με κάθε ευκαιρία μετανάστευαν από τη Θεσσαλονίκη. Πάντα ήταν γεμάτη αυτή η βιβλιοθήκη. Στην αρχή, στα χρόνια της εφηβείας, ο πατέρας μου επέτρεψε να χρησιμοποιώ δυο μεγάλα ράφια στη μέση περίπου του ύψους της· στα υπόλοιπα τακτοποιούσε εκείνος τα φιλολογικά και ιστορικά του εγχειρίδια και λεξικά. Με τα χρόνια τα δύο μου ράφια έγιναν τέσσερα, έγιναν σειρές ολόκληρες, ώσπου στα χρόνια της δικής μου αναγνωστικής ακμής κατέλαβα το σύνολο των σειρών. Αυτή είναι και η εικόνα σήμερα. Μονάχα η εγκυκλοπαίδεια Υδρία με τους ασήκωτους δώδεκα τόμους της, τιμής ένεκεν, κατοικεί από παλιά στο μεσαίο κάτω ράφι της βιβλιοθήκης.

***

Τακτοποίησα σχετικά γρήγορα όλα μου τα πράγματα στην ντουλάπα, τα κουζινικά στη θέση τους, αγόρασα κρεβάτι, έστησα τον υπολογιστή στο τραπέζι και βόλεψα μπροστά του μία από τις μεγάλες ψάθινες καρέκλες. Άφησα τελευταίο το κουτί με τα βιβλία. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχε δουλέψει υπερωρίες τις τελευταίες εβδομάδες και είχα εφοδιαστεί με κάμποσα αδιάβαστα βιβλία για τη νέα αρχή, τη ζωή στο νέο σπίτι, στη νέα πόλη. Τη νέα ζωή να λέμε καλύτερα. Τα έβγαλα με προσοχή, καμιά ντουζίνα στο σύνολο, και τα τοποθέτησα σε δύο ράφια, τα μυθιστορήματα στο ένα και τα θεολογικά στο άλλο. Πάντα τα ξεχώριζα μεταξύ τους, μη "μαγαριστούν τα μεν από τα δε", χωρίς να είμαι πάντα βέβαιος ποια ήταν τα μεν και ποια τα δε. Στα άλλα ράφια χώρεσαν το ραδιόφωνο, κάποια προσωπικά είδη, το προσευχητάρι, τέτοια πράγματα.
Ήταν ωστόσο τόση η συγκίνηση που ορισμένα βιβλία μου έμπαιναν σε μια νέα βιβλιοθήκη, που αμέσως ένιωσα το ξένο σπίτι οικείο, φωλιά μου, ολοδικό μου. Και το πιο σημαντικό; Ότι στον ενάμιση χρόνο που έμεινα σ' εκείνο το σπίτι, σ' εκείνη την πόλη, τα βιβλία σταμάτησαν να μεταναστεύουν στην καφετιά βιβλιοθήκη του πατρικού μου σπιτιού. Θα μου πεις ότι σου έγραψα ότι είχε ήδη παραγεμίσει, και άδικο δεν θα έχεις καθόλου. Ίσως μου πεις ότι και η απόσταση πλέον ήταν μεγαλύτερη και ότι όλο και πιο αραιά επέστρεφα στην πατρίδα, κάτι το οποίο όμως δεν είναι αληθές. Αν ψάχνεις την αλήθεια, αυτή είναι ότι για πρώτη φορά εκεί, σ' εκείνο το δωμάτιο, σ' εκείνη τη νέα βιβλιοθήκη ένιωθα ότι μπορούσαν να ξαποστάσουν τα βιβλία μου, οι περιπέτειές μου, οι ανησυχίες μου, ν' αναπαυτούν οι ώρες που είχα περάσει σφιχτά μαζί τους, κάτι που ουδέποτε μου είχε περάσει σαν νιώσιμο τα δεκατέσσερα προηγούμενα χρόνια.

***

«Μας έγινες και κρητικός δηλαδή; Σ' έκαναν κιόλας δικόν τους;»

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είπα μετά, μάλλον κάτι σαν γκριμάτσα θα έκανα, κάτι σαν "ουπς, είπα εμείς; χιχιχι, εκείνοι ήθελα να πω, χοχοχο". Ούτε καν για ποιο θέμα μιλούσαμε δεν μπορώ πια να θυμηθώ. Γιατί μέσα μου σχίστηκα στα δυο από τη συνειδητοποίηση ότι αυτό το εμείς δεν ήταν καθόλου κατά λάθος, ήταν φύσει αυθόρμητο άρα και αληθινό. Κι αν τότε αδυνατούσα να ερμηνεύσω το πώς και κυρίως το πότε γεννήθηκε αυτό το εμείς, το συνειδητοποίησα λίγες μέρες αργότερα όταν έφτασε στον υπολογιστή μου ένα λινκ, κλικ, το πάτησα και άστραψε μπροστά μου η απάντηση. Και μακάρι να μπορούσα να επιστρέψω πίσω στην όμορφη εκείνη στιγμή που τα λόγια μου χάνω και να πω στην όμορφη εκείνη Περσεφόνη, που όμορφα έτσι κάθεται, που όμορφα μαζί μιλάμε και όμορφα αμήχανα αλλάζω στα χέρια μου θέση, μια στο στήθος σταυρωτά και μια στις τσέπες, ότι το εκείνοι έγινε εμείς από τη στιγμή που απέκτησα στο τελευταίο μου σπίτι νέα βιβλιοθήκη.

Από τη στιγμή που υλοποιήθηκε ένα σχέδιο που εκκολαπτόταν τρία χρόνια και δεκάδες βιβλία τριών χρόνων ανάγνωσης βγήκαν από τη σκοτεινιά μιας ντουλάπας, για να βρει καθένα τη θέση του στα πολύχρωμα ράφια της. Το εκείνοι έγινε εμείς γιατί το εκεί, δηλαδή το εδώ απ' όπου τώρα σου γράφω, έγινε έκτοτε σπίτι μου. Που δεν ξέρω αν έγινε ποτέ το δεκατεσσάρων χρόνων τριάρι της Θεσσαλονίκης, που ενδεχομένως και να έγινε το δεκαωχταμηνήτικο δωμάτιο στη Γλυφάδα και που ούτως ή άλλως είναι και θα είναι το πατρικό μου σπίτι.

Όπου η βιβλιοθήκη εκεί και το σπίτι σου, έλεγε το ηλεκτρονικό μήνυμα, μα ξέρω ότι ανεβαίνει τώρα στα χείλη σου μια διαφωνία, μια ύστατη ένσταση. Ότι σπίτι είναι εκεί που φωλιάζουν οι αγαπημένοι σου και περιμένουνε να 'ρθείς. Κι εγώ σ' αυτό δύσκολα μπορώ να σταθώ και να διαφωνήσω από μόνος μου. Στηρίζομαι όμως στη γερή γραφή του συγγραφέα και σου λέω ότι κάποια αντικείμενα που στέκουν για πάντα στη θέση τους σ' ένα σπίτι, όπως ένα πιάνο, μια βιλιοθήκη, «είναι η απτή απόδειξη ότι εκείνα που μένουν πίσω δεν είναι οι άνθρωποι. Αυτοί ξοδεύονται από νωρίς, όπως το καλό μπράντι μια βροχερή νύχτα»*.

Στηρίζομαι και ισορροπώ πλέον την καρδιά μου στις δυο βιβλιοθήκες μου που χαίρομαι να βλέπω να γεμίζουν, απολαμβάνω να τακτοποιώ, τσατίζομαι να ξεσκονίζω.


* Ισίδωρος Ζουργός, λίγες και μία νύχτες, εκδ. Πατάκης.


Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

χρονιάρες μέρες

​Ήταν η χρονιά του Σκύλου, που σαν τον σκύλο περιπολούσα στα παγωμένα σύνορα ξέφραγου στρατοπέδου. Υπηρετούσα στην ελίτ της Εβρολίγκας, μ' ένα επαναληπτικό μονόκανο, μια ξιφολόγχη και τρεις ραμμένους τελαμώνες φυσιγγίων, τους οποίους ένας Θεός ξέρει αν θα μπορούσα να ξεσκίσω στην περίπτωση που η ζωή μου κρεμόταν μοναχά απ' αυτούς. Περίπολα, παγωνιά και εμπλοκή, το μόνιμο θέμα.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων όταν βγήκα στην αναφορά να ζητήσω από τον τότε υποδιοικητή άδεια χριστουγεννιάτικου εκκλησιασμού. Εκείνος, βλοσυρός, γεροδεμένος, με επώνυμο βαρύ σαν ιστορία και την πουλάδα των αλεξιπτωτιστών στο στήθος, ήταν ό,τι καλύτερο διέθετε η ακριτική μονάδα μας. Θεσσαλονικιός. Με είχε συμπαθήσει από την πρώτη στιγμή. Την επόμενη μέρα έπρεπε να ήμουν στις πέντε τ' αξημέρωτο στο γραφείο του, μου πρόσταξε, να μου δώσει το πασσαπόρτι. Δεν ήταν και το πιο απλό πράγμα αυτό που μου επέτρεπε να κάνω.. Πυκνή σκοτεινιά κι ο ήλιος μακριά ακόμα να φανεί, θερμόμετρο στα πλην πολλά, τρία χιλιόμετρα περπάτημα περίπου στα τυφλά, με τα σκυλιά των αγρών ν' αλυχτάνε πεινασμένα στο διάβα μου. Άνοιξα την εκκλησία με τον παπά, ευτυχής που μου δινόταν η δυνατότητα. Την έκλεισα τρεις ώρες αργότερα, τρέχοντας για ακόμη μία ένοπλη υπηρεσιά. Ήταν Χριστούγεννα και ήμουν για πρώτη φορά μακριά απ' το σπίτι μου χρονιάρες μέρες. Ήταν επιλογή μου.

Ήθελα να πω ότι φέτος, που ποιανού ζώου τη χρονιά τελειώνουμε στο κινέζικο ημερολόγιο δεν ξέρω, φέτος λοιπόν ήταν μόλις η δεύτερη φορά στη ζωή μου που πέρασα Χριστούγεννα μακριά από το σπίτι μου. Πολύ μακριά και μάλιστα αντιδιαμετρικά μακριά απ' τον τόπο της πρώτης φοράς, αν υποθέσει κανείς ότι το σπίτι μου είναι το κέντρο του κόσμου (μου). Ήταν και πάλι επιλογή μου.

Μας μάζεψε η Ζωή την παραμονή, εμάς τα ορφανά και μοναξιάρικα αυτής της πόλης, να γιορτάσουμε και να παίξουμε με τα τρίσχαρα γλυκύτατα παιδάκια της, κόντρα στις αποφάσεις και τις ριπές του καιρού που έπαιζε παγωμένα ριφ στη μελαγχολική κιθάρα του. Να 'ναι καλά όλοι τους. Κι από κει στ' απάνεμο μετοχάκι τ' Αγιοματθαίου που θα φιλοξενούσε τους στεναγμούς και τις ελπίδες μου στην πιο διάσημη αγρυπνία του Χρόνου. Κι ανήμερα της βασίλισσας των εορτών, απλά και ζεστά στου Νικολή, για το νιώσιμο της κοινής γιορτινής τράπεζας.

​​​Σου γράφω τώρα μέσα απ' το λεωφορείο, που με φέρνει από την πρωτεύουσα στο σπίτι. Κόντυνε η διαδρομή, λένε, πλησίασε η επαρχία στο μεγάλο αστικό κέντρο, θα γίνει έτσι και η προσμονή μικρότερη. Αν ήμουν ο Μίλτος θα σκάρωνα στη λευκή οθόνη του κινητού ένα ακόμη στιχάκι, που θα γεννιόταν για να μπει κατευθείαν στον πάνθεον των τραγουδιών. Είμαι αυτός που είμαι, ο εαυτός μου, για σπάνια φορά εδώ και πολύ καιρό, και σου γράφω αυτό το χρονιάρικο ραβασάκι. Για να σου ξαναπώ ότι πουθενά σαν το σπίτι δεν έχει. Και παρότι για τις δυο δύσκολες επιλογές που σου περίγραψα δεν μετανιώνω, τρέμω στην ιδέα ότι θα ακολουθήσει κάποτε μια τρίτη (και φαρμακερή..). Τρέμω στην ιδέα, όχι ότι θα είμαι μακριά, ότι θα συνηθίσω να ε π ι λ έ γ ω να είμαι μακριά.

Καλή φώτιση.


Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

ένα-δύο, ένα-δύο

Το πρώην αυτοκίνητο ενός νυν φίλου είχε στην πινακίδα του τους αριθμούς 1212. Το φέρνει λοιπόν, κατακίτρινο όπως ήτανε, μια μέρα στο παντοπωλείο που ακόμα διατηρεί άλλος κοινός μας φίλος (όλοι τους νεανικοί μου αγαπημένοι, νυν και αεί) και μας το δείχνει. Μετά τις ευχές και τα πειράγματα, του κάνει μια στιγμή ο άλλος "ένα-δύο, ένα-δύο", με φωνή και στυλ σαν να κάνει δοκιμή ήχου σε μικροφωνική εγκατάσταση. Στην αρχή το προσπεράσαμε, σαν να μην ειπώθηκε κάτι, μια πλακίτσα της στιγμής όπως αμέτρητες άλλες στην κοινή μας καθημερινότητα. Μετά από λίγες κουβέντες, ξαναλέει πάλι εκείνος "ένα-δύο, ένα-δύο", οι δοκιμές φαίνεται συνεχίζονταν, να βγει ο ήχος τέλειος! Και ξανά, και ξανά.

"Τι ένα-δύο ρε μλκ.. λες και ξαναλές" του αποκρίνεται ο πρώτος, λες και όλα τα άλλα που λέγαμε ήταν της προκοπής και της σύνεσης λόγια. Τονε παίρνει τότε ο άλλος από το μπράτσο και τον βγάζει με το ζόρι έξω από το μαγαζί ως το απέναντι πεζοδρόμιο που είχε παρκάρει το γυαλιστερό κατακίτρινο κουπέ του. Και με το δάχτυλο τεντωμένο του δείχνει την πινακίδα του, 1212, ένα-δύο-ένα-δύο.

***

Είναι όμορφες στον νου μου αυτές οι ημερομηνίες, αυτοί οι αριθμοί. Δώδεκα δωδεκάτου, ένα τέλειο "ένα-δύο, ένα-δύο" δηλαδή, σχεδόν όσο και το έντεκα ενδεκάτου, για το οποίο όμως σου έγραψα μιαν άλλη φορά. Και είναι ακόμα πιο όμορφο που τέτοια μέρα, όπως και την άλλη, γιορτάζει αγαπημένος φίλος. Στις χαρές του, λοιπόν.

Και δεν μπορώ να μην αναφέρω και τη σημειολογία των αριθμών της ημέρας αυτής, ένα-δύο ένα-δύο, στην περίσταση του εορτάζοντα φίλου, ο οποίος τους τελευταίους μήνες από ένα αρχίζει να γίνεται δύο και σε λίγο καιρό συνυφασμένο θα έχουμε ελπίζω το ένα με το άλλο. Δηλαδή το ένα τείνει διαρκώς στο δύο, να το πω "μαθηματικά". Στο ευχόμαστε φίλε!

Για να μην σου πω και ότι αυτό το δύο στο οποίο τείνει το ένα, γιορτάζει στις πέντε πέμπτου! Τρέλα!



Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Πρόσεχε..

«Πρόσεχε σου λέω... Και κάτι άλλο: να θυμάσαι τους μενεξέδες που φυτέψαμε, δεν έχει πιο ταπεινό λουλούδι απ' αυτό. Έτσι να 'σαι στη ζωή σου· το κεφάλι μην το σηκώσεις πάνω από κει που βαστάει ο λαιμός σου.

«Κι αν ο λαιμός σου ψηλώνει γρήγορα σαν τ' αγριόχορτα ύστερ' από βροχή, πώς καταφέρνεις να κρυφτείς; Πώς μπορεί κανείς να να φυλαχτεί απ' τα όνειρά του; Δεν είναι κεραυνός να χώσεις το κεφάλι κάτω απ' τα κεραμίδια, δεν είναι κάψα του καλοκαιριού που δίνει σημάδι απ' το πρωί ώστε να βρέξεις ένα ψάθινο καπέλο και να το φοράς κάτω απ' το λιοπύρι. Τα όνειρα έρχονται νύχτα και σε πνίγουν με καπνό. Είσαι μια εργατική μέλισσα κι αυτά σε ναρκώνουν. Η ψυχή σου είναι το μέλι που σου το κλέβουν. Πίσω απ' τη μάσκα με το τούλι του μελισσοκόμου, τα όνειρα κρύβουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Μαθαίνεις την αλήθεια γι' αυτά όταν σε έχουν πια λεηλατήσει».

* Από το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, "λίγες και μία νύχτες", εκδ. Μεταίχμιο.



Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Σόρυ που σας περνάμε!

Κοίτα να δεις, μου λέει, μη στενοχωριέσαι που μας περνάνε τώρα, στο τέλος θα δεις τι θα γίνει.

Είμαστε περίπου στο 10ο χιλιόμετρο, επί της Μαραθώνος, κι έχουμε αφήσει πίσω μας τον τύμβο της περίφημης μάχης. Είναι η φάση εκείνη που το σώμα έχει ήδη πιάσει τη σωστή θερμοκρασία, τα πόδια έχουν ήδη βρει τα σωστά τους πατήματα, ο νους έχει συντονιστεί στην αποστολή και δίνει τον ρυθμό. Όλα σε πλήρη αρμονία και συνεννόηση να μου λένε «τρέξε ρε!» κι εγώ να 'χω τη Φανή στο πλάι μου, αγκώνα με αγκώνα, να μου λέει κόψε, κράτα δυνάμεις, θα δούνε τι έχει να γίνει στο τέλος. Ο στρατηγός της αποστολής. Κι εγώ ένα φανταράκι που ακούει· ακούει και εκτελεί· και τρέχει.

 Μαραθώνιος, ο των Αθηνών, ο κλασσικός. Ο Αυθεντικός ντε.

>>

Ο Χαλ λέει, μου λέει και μου ξαναλέει και περνάει έτσι μια ώρα τρέχοντας στην παραλιακή της Θεσσαλονίκης, πριν κάμποσο καιρό, λέγοντάς μου αναλυτικά τι λέει ο Χαλ για κάθε πιθανή και απίθανη περίσταση.

Αλλά ένα-ένα, ποιος είναι ο Χαλ αναρωτιέσαι και δεν έχεις άδικο. Ο Χαλ είναι ο προπονητής μας, από τους πιο διάσημους στον κόσμο· και δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από εκείνη. Τον διάλεξε και μου τον ανακοίνωσε λίγες μέρες αφότου μας δήλωσε για τον μεγάλο αγώνα. Στο έχω ξαναπεί πώς έγινε, θα το θυμάσαι. Δηλαδή το πρόγραμμά του μου ανακοίνωσε μια καλή μέρα του Μάη, το οποίο θα έβαζε έκτοτε ταφόπλακα σε κάθε ποθούμενη καλοκαιρινή ξεκούραση. Αναλογίσου λίγο τη συνθήκη, προσπάθησε: καλοκαίρι, βιδωμένος στο νησί, συνεχόμενες βάρδιες μέρα-νύχτα, ατέλειωτος ήλιος και ακρογυαλιές, τουρίστες και τουρίστριες μιλιούνια, φαγητά-πανηγύρια-ρακές, και μια καλή Τρίτη 11 Ιουλίου (κι άγιος Παΐσιος που το ίδιο βράδυ γιορτάζει βοήθειά μας) να πρωτοσέρνω τα ποδάρια μου στο καυτό ταρτάν του σταδίου. Οι πρώτοι έντεκα γύροι, και την επομένη άλλοι δεκαενιά, μετά πάλι έντεκα και το Σαββάτο τριάντα.
Έσταξα ένα καλοκαίρι στην άσφαλτο και στο ταρτάν. Δεκαοκτώ βδομάδες αγκαλιά με τον Χαλ (καλή του ώρα), με ζέστη, με βροχή, ξημερώματα και βραδινά στο Ηράκλειο, με τον Χαλ στο Φραγκοκάστελλο, με τον Χαλ στα Τρίκαλα, με τον Χαλ απ' το χωριό στην Τύρνα και όπισθεν να μ' αλυχτάνε τα σκυλιά, με τον Χαλ στην Πάτρα.

Με τον Χαλ, φυσικά, στη Θεσσαλονίκη, στον μεγάλο ημιμαραθώνιο. Γιατί ο Χαλ λέει, μου λέει, και πέρασε άνετα ο μισός αγώνας. Στον άλλον μισό με αποδέσμευσε και έτρεξα για το ρεκόρ έχοντας στον νου μου την απορία, τώρα που έμεινα μόνος τι ακριβώς λέει ο Χαλ γι' αυτό;

>>

Θα δούνε τι έχει να γίνει στο τέλος. Μόνο που έχουμε μπροστά μας άλλα τριάντα δύο χιλιόμετρα και αυτό που έχει να γίνει στο τέλος είναι άγνωστο και σε μένα. Έχει περάσει από δέκα και μισή, είμαστε ξύπνιοι από τις πέντε τη νύχτα, και έχουμε ακόμα ποδαρόδρομο μέχρι τις δύο το μεσημέρι τουλάχιστον. Στους σταθμούς περπατάμε, πίνουμε το νερό μας, τρώμε τα τζελάκια μας, κάνουμε το πιπί μας· συνεχίζουμε την τρεχάλα πιο δυνατοί. Τι κι αν στο 14ο την άκουσαν τα γόνατά μου; Της το λέω, δεν λέει τίποτα. Μια ώρα μετά έχουν γιατρευτεί μόνα τους. Ή το πιο πιθανό είναι ότι άλλοι πόνοι αντικατέστησαν τους πρότερους, το μυαλό τους ξέχασε. Πρόσεχε το γόνατό σου, μου λέει, σε κάθε ανάποδη κλίση του δρόμου. Δεν της λέω τίποτα.

Στα μισά του αγώνα έχουμε βάλει καπέλο είκοσι λεπτά στον χρόνο μας. Ό,τι ακριβώς είχαμε υπολογίσει. Στρατηγός είπαμε, η τακτική θα έβγαινε έστω και ..επί τας. Περπάτημα στους σταθμούς, ενυδάτωση, χρόνος, πάμε πάλι, ξανά και ξανά και φτου κι απ' την αρχή. Έτσι περνάνε τα χιλιόμετρα και πού και πού, ο Χαλ λέει, να μην ξεχνιόμαστε· ή μάλλον ακριβώς για να ξεχνιόμαστε. Να ξεχνώ ότι τώρα τα πέλματα έχουν πάρει φωτιά και πονάει το παλιό τραύμα, να ξεχνά τους πόνους στην κοιλιά της που άρχισαν να τσιμπάνε.

Το 32ο είναι σημαδιακό χιλιόμετρο. Εκεί τελειώνουν τα ανηφορικά βάσανα του αγώνα, με την πιο απότομη ανηφόρα. Μετά καβάλα στον κατήφορο και ο τερματισμός πλησιάζει. Εκεί όμως τελειώνει και η γνώριμη από τις προπονήσεις απόσταση. Γιατί ο Χαλ λέει ότι προπόνηση θα κάνεις μέχρι τα τριάντα δύο. Μετά στοπ. Ο αγώνας θα σε σπρώξει άλλα δέκα να τερματίσεις καμαρωτός. Τι γίνεται μετά τα τριάντα δύο λοιπόν; Κανείς πρωτάρης δεν ξέρει. Το σώμα δεν ξέρει, τα πόδια δεν ξέρουν, το μυαλό μπερδεύεται δεν ξέρει. Ο Μαραθώνιος αρχίζει στα τριάντα δύο, λένε οι παλιοί. Κι ο κακός ο τοίχος εμφανίζεται στα τριάντα δύο, λένε οι παθόντες. Τα φτάνουμε, τα περνάμε, και συνειδητοποιούμε ότι έχουμε ακόμα τις δυνάμεις ακμαίες. Ποιος τοίχος, ποιοι πόνοι, ποια κούραση. Συνεχίζουμε το ίδιο βιολί, στον κατήφορο όμως: περπάτημα στο σταθμό, νερό, τελευταίο τζελάκι. Ανοίγω το βήμα και φεύγω δέκα μέτρα μπροστά· τα μάτια μου έχουν βουρκώσει, αισθάνομαι πλέον τον τερματισμό και δεν βαστιέμαι· τα σφουγγίζω με την ανάστροφη της παλάμης να μη με δει. Μη βιάζεσαι, μου λέει· ο Χαλ λέει..

Έχουμε μπει για τα καλά στην καρδιά της Αθήνας, κόσμος πολύς χειροκροτά και εμψυχώνει. Στο ύψος της Μαβίλη ο φίλος μου ο Θανάσης πετάγεται από το πλήθος και ορμά πάνω μας. Τρέχει μερικά μέτρα μαζί μας, με το κινητό στο χέρι τραβάει βίντεο και μας δυναμώνει. Τον αγκαλιάζω τρέχοντας και συνεχίζουμε. Έχω πεθάνει, της λέω. Έχω πεθάνει βασικά από ανυπομονησία. Θέλω να αντικρίσω το στάδιο, να δω τον τερματισμό, δεν αντέχω άλλο στο περίμενε, περίμενε και τρέχα και λίγο ακόμα θα δεις. Τρέχουμε όμως, κι αυτό είναι θαύμα. Και προσπερνάμε σωρηδόν σαν κινητά εμπόδια αργότερους δρομείς. Στρίβουμε στην Ηρώδου Αττικού, τελευταία στροφή και τελευταία πεντακόσια μέτρα. Στο βάθος το στάδιο, η βουή του κόσμου. Ανατριχίλα.

>>

Χέσε το γόνατο!

Πάει ώρα που ο Χαλ δεν λέει· πάει ώρα που δεν έχω πει τίποτα για το πέλμα, τίποτα για το γόνατο. Τρέχουμε σαν τρελοί στο κατήφορο της Ηρώδου Αττικού και προσπαθούμε να μην τρακάρουμε με τα κινητά εμπόδια. Και μου λέει ξαφνικά, χέσε το γόνατο; Και φεύγει ακόμα πιο μπροστά. Κι εγώ που δεν νιώθω καν ότι έχω γόνατο ακολουθώ και προσπερνάω και της κάνω νόημα να πάει πιο γρήγορα ακόμα. Νιώθω σαν τον Μπολτ στην κούρσα-ρεκόρ των εκατό μέτρων. Αν και στην πραγματικότητα μοιάζω με ..χοχλιό που βγήκε βόλτα μετά τη βροχή. Το νιώθουμε, όμως, και η πραγματική πραγματικότητα είναι ότι πάμε πολύ πιο γρήγορα από τους άλλους χοχλιούς που βγήκαν την ίδια μέρα για σουλάτσο.

Σόρυ! Σόρυ που σας περνάμεεεεε! Την ακούω έκπληκτος δίπλα μου να ξεφωνίζει. Σόρυ που σας περνάμε, γιούχου! Συγγνώμη! Συγγνώμη! Πάψε βρε, της λέω, και τρέχα, αλλά εκείνη έχει πάθει ντελίριο, είναι αλλού, ο στρατηγός τρελάθηκε που έχει βγει η τακτική κατά γράμμα και δεν κρατιέται να το διαλαλίσει στα σύμπαντα. Το πιο επικίνδυνο εκείνη την ώρα είναι να βρεθεί κάποιος στο διάβα μας. Έτσι πώς έχουν τσακίσει τα πόδια, στον παραμικρό ελιγμό θα σκορπίσουν στην άσφαλτο, και μετά ποιος μαραθώνιος και ποιος τερματισμός.

Στρίβουμε, μπαίνουμε στο στάδιο, πατάμε στο μαύρο ταρτάν για τα τελευταία εκατό μέτρα. Όλα πια είναι πίσω μας. Οι σταθμοί, τα νερά, τα τζελάκια, το κατούρημα, ο τύμβος, η εκκίνηση, οι διατάσεις στο γρασίδι, το νυχτερινό ξύπνημα, το ταξίδι στην Αθήνα, οι αγωνίες, η προετοιμασία στην κάψα ενός καλοκαιριού που έσταξε από πάνω μας με τον ιδρώτα, η τρέλα εκείνου του Μάη όταν δηλώσαμε συμμετοχή· και φυσικά ο Χαλ, που όλο λέει και λέει και λέει.

Όλα είναι πίσω μας· μπροστά μας μόνο ο τερματισμός και τον διαβαίνουμε χέρι-χέρι, όπως όλους αυτούς τους μήνες, που ενώσαμε Ηράκλειο με Κοζάνη και Τρίκαλα με Νικήτη. Και στο τέλος μια αγκαλιά που τα σβήνει όλα. Λίγα μέτρα πιο κάτω ο Κωστής με τον Άλεξ· άλλες αγκαλιές εκεί, φωτογραφίες, κλάματα ατελείωτα, και τω Θεώ δόξα.

>>

Τα στατιστικά έδειξαν ότι στα τελευταία πέντε χιλιόμετρα περάσαμε χίλιους τριακόσιους και πλέον δρομείς. Κι ότι το δεύτερο μισό ήταν πιο γρήγορο από το πρώτο. Ω της τακτικής το θαύμα. Ο Χαλ λέει, η Φανή λέει, τι να πω εγώ ο δόλιος. Υποκλίνομαι, κι ας μην έχω γόνατα ή πέλματα να περπατήσω. Την τελευταία φορά που θυμάμαι, απλά ..τα 'χεσα.

Σόρυ που σας περάσαμε, και συγγνώμη που όχι μόνο το κάναμε αλλά σας το φωνάζαμε κιόλας, αλήθεια τώρα. Μα δεν κρατιόμασταν, ήμασταν εκτός πραγματικού εαυτού μας. Και μένει ως τα τώρα, μια βδομάδα μετά που σου τα διηγούμαι, η απορία μέσα μου μεγάλη, αν κι αυτό πράγματι ο Χάλ το λέει..


Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

η σταγόνα που συνειδητοποίησε το νόμο της βαρύτητας

Τις είδα παραταγμένες όμορφα σε ευθεία κάθετη γραμμή.
Πάνω πάνω η μεγάλη, η στρουμπουλή· εκμεταλλεύτηκε την μικρότερη κλίση και στάθηκε περήφανα γεμάτη στην γλιστερή παρειά.
Από κάτω της μια πιο συμμαζεμένη, κανονική, με τέλειο στρογγυλό περίγραμμα και διάφανη επιδερμίδα· έμοιαζε ακλόνητα αιωρούμενη στη μεγάλη γλίστρα.
Λίγο πιο κάτω η τρίτη της σειράς, πιο μικρούλα και σφικτή, με νεανικά σχεδόν χαρακτηριστικά, ισορροπούσε με μαεστρία στην πλαγιά που τώρα είχε πολύ απότομη κλίση.
Τέλος, στο άκρο της κάθετης παράταξης η πιο μικρή, η πιο δεμένη, η πιο αιχμηρή, στα όρια του υπερφυσικού να στέκει απόλυτα προσαρμοσμένη, συνυφασμένη με την σχεδόν κάθετη επιφάνεια.
Και οι τέσσερις εκεί, σταγόνες, στα μάτια μου μπροστά τολμηρές, σ' ένα που μόλις απομακρύνθηκε απ' τα χείλη μου ποτήρι, σκαρφαλωμένες στην κρύα γυάλινη εσωτερική παρειά του· να νικούν τους νόμους της βαρύτητας.
Ώσπου μια πεταλούδα ανοιγόκλεισε τα φτερά της στα βάθη της Ανατολής κι η βλεφαρίδα μου πετάρισε αντανακλαστικά τινάζοντας το αριστερό μου βλέφαρο· το βάρος του προκάλεσε μια ανεπαίσθητη ταλάντωση του κεφαλιού, μεταδόθηκε ταχύτατα στους αγκώνες που ακουμπούσαν νωχελικά στην επιφάνεια του γραφείου. Την ταλάντωση μετέφερε το στέρεο υλικό στη βάση του ποτηριού, που χόρεψε κι αυτό στους ρυθμούς της.

Και τότε την είδα· τη χοντρή. Να λικνίζει τους γοφούς της, να παραμορφώνει το σχήμα της, να τραμπαλίζεται επικίνδυνα γύρω από την εύθραυστη ισορροπία της. Και στο τέλος να καταρρέει πανηγυρικά προς το χάος. Στο διάβα της συνάντησε πρώτα την τέλεια στρογγυλή και διάφανη· αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, ενώθηκαν σχεδόν ερωτικά -ο χρόνος υποκλινόμενος θυσίασε για χάρη τους μιαν αιώνια θα λεγες στιγμή- και βούτηξαν μαζί σε αναπόφευκτη πτώση. Επόμενος σταθμός η σφριγηλή νεάνιδα, μόνο που εδώ δεν υπήρξε καν στάση ούτε χαμένη στιγμή. Η αχόρταγη συσσωματωμένη ορμή τους έπεσε στη νεαρά σταγόνα, ωσάν χιονοστιβάδα σε απότομη πλαγιά. Κι εκείνη καταβροχθίστηκε δίχως φιλί και χάθηκε στην καλπάζουσα μάζα τους. Έντρομη η πιο μικρή και μοναχική πλέον σταγόνα έβλεπε το μοιραίο να 'ρχεται τρομακτικό και ταχύ· γύρισε το βλέμμα της προς τον πυθμένα του ποτηριού, μάζεψε τις δυνάμεις και κίνησε για την οδό της περηφάνιας. Της έμεινε, όμως, μονάχα η γενναία απόφαση· η πραγματικότητα αμείλικτη την παρέσυρε μαζί στου θανάτου τη βουτιά.

Με μια εξίσου αποφασιστική κίνηση σήκωσα και πάλι το ποτήρι, ρίχνοντας δυο στάλες στα διψασμένα χείλη· και το απίθωσα ξανά στη γνώριμη θέση του. Και τότε τις είδα παραταγμένες όμορφα σε ευθεία κάθετη γραμμή.
Πάνω πάνω η μεγάλη, η στρουμπουλή...