Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Φιλίας τέχνασμα

«Ξέρεις, Φίλιξ» ξεκινάει «ούτε εγώ είχα ποτέ μου φίλους, για πολύ καιρό, όχι πριν γίνω πολύ μεγαλύτερος από σένα». Καταλαβαίνει πιο πολύ, παρά βλέπει, τον Φίλιξ να στήνει αυτί, τον νιώθει να ακούει. «Κι εγώ τους ήθελα» συνεχίζει, και μιλάει αργά τώρα, επειδή θέλει να επιβεβαιώσει ότι τα λόγια του θα ακουστούν σωστά. «Και πάντα αναρωτιόμουν αν θα έβρισκα ποτέ έναν φίλο, και πώς, και πότε». Διατρέχει με τον δείκτη του το σκούρο καρυδόξυλο του τραπεζιού, τη ράχη του βιβλίου μαθηματικών του Φίλιξ, το κρύο ποτήρι του νερού του. «Και μετά πήγα στο κολέγιο και γνώρισα ανθρώπους που, για όποιον λόγο κι αν το έκαναν, αποφάσισαν να γίνουν φίλοι μου, και μου έμαθαν - τα πάντα, πραγματικά. Με έκαναν, και με κάνουν, έναν άνθρωπο καλύτερο από αυτόν που είμαι πραγματικά.

»Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ τώρα, μα μια μέρα θα το καταλάβεις: το μόνο τέχνασμα της φιλίας, νομίζω, είναι να βρεις ανθρώπους καλύτερους από σένα -όχι εξυπνότερους, ή ωραιότερους, μα ευγενέστερους, και πιο γενναιόδωρους, και πιο επιεικείς- και να τους εκτιμάς για όσα μπορούν να σου μάθουν, και να προσπαθείς να τους ακούς όταν σου λένε κάτι για σένα, όσο άσχημο -ή καλό- κι αν είναι αυτό, και να τους εμπιστεύεσαι, που είναι το δυσκολότερο απ' όλα. Μα και το καλύτερο».

Σωπαίνουν και οι δυο για πολλή ώρα, ακούγοντας το κλικ του μετρονόμου, που είναι ελαττωματικός και μερικές φορές αρχίζει να χτυπάει από μόνος του, ακόμα και αφού τον σταματήσει. «Θα κάνεις φίλους, Φίλιξ» λέει τελικά. «Θα κάνεις. Δεν θα χρειαστεί να προσπαθήσεις τόσο πολύ για να τους βρεις όσο για να τους κρατήσεις, μα σ' το υπόσχομαι, είναι προσπάθεια που αξίζει να την κάνεις. Πολύ περισσότερο απ' ό,τι, ας πούμε, τα λατινικά». Και τώρα ο Φίλιξ τον κοιτάζει και χαμογελάει, και του χαμογελάει κι αυτός. «Εντάξει;» τον ρωτάει.

«Εντάξει» λέει ο Φίλιξ, και ακόμα χαμογελά.


>>>

Διαβάζω καθημερινά εδώ και καιρό (και ελπίζω για αρκετόν ακόμα, αργά και χορταστικά) το μοναδικά συγκινητικό μεγάλο βιβλίο της Hanya Yanagihara (που προφέρεται κάπως σαν Χάνια Γιαναγκιχάρα), Λίγη Ζωή. Ένα μικρό τουβλάκι εννιακοσίων σελίδων, που από τις πρώτες εκατό και μετά στενοχωριέμαι ήδη που θα τελειώσει, και τώρα που είμαι στο πρώτο τρίτο στενοχωριέμαι ακόμα πιο πολύ. Είναι αυτή η παράξενη αίσθηση που με πλακώνει, αλλά και με ενθουσιάζει που έχω στα χέρια μου ένα αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Σκληρό και τρυφερό ταυτόχρονα, "ένας τραγικός, υπερβατικός ύμνος στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής" αντιγράφω από το οπισθόφυλλο και δεν προφταίνω την ώρα να βυθιστώ στη συνέχεια του.

Μα το δηλώνω ξανά με θλίψη, που 'χει και θα 'χει συντροφεύσει σιωπηρά τόσα βράδια και ξημερώματά μου: λυπάμαι στ' αλήθεια που θα τελειώσει.


Από το βιβλίο αυτό είναι και το παραπάνω απόσπασμα. Το αφιερώνω στους δικούς μου εγκάρδιους φίλους, για τη γενναιοδωρία και την επιείκειά τους· μαζί τους γίνεται αλήθεια το "πόσο γλυκός και μέγας είναι ο κόσμος όταν τον βλέπουνε μαζί δυο φίλοι" του ποιητή. Τώρα που χρειάζομαι, θρέφομαι απ' τις κοινές μας μνήμες, τα κοινά μας βιώματα, τις προσευχές τους.


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Πέρασε κάποια που φορούσε τ' άρωμά σου

Πέρασε κάποια που φορούσε τ' άρωμά σου
χρωματίζοντας τον αέρα που ξεχνούσε πίσω της·
τον συνάντησα την επόμενη στιγμή που εκείνη τον άφησε
όταν πλάγιασα το ποδήλατο στην κάθετη στροφή·
κουβαλούσε την ψύχρα της απόστασης ανακατεμένη με τη γλύκα της ανάμνησης.

Βήμα βιαστικό, αποφασιστική κίνηση, πορεία σταθερή
για το απέναντι πεζοδρόμιο.
Τακούνι, πέτρα· έσμιξαν ηχηρά πέμποντας παλμούς στα ξεσκούφωτα αυτιά
που πρόδωσαν το κοκκίνισμα που έφερε η θύμησα. Ή μήπως
ο αέρας ήτανε που σφύριζε ξεχασμένες ιστορίες στο χιονισμένο πέρασμά του.

Πέρασε κάποια που φορούσε τ' άρωμά σου
-πράμα δεν ελάλει στη δευτεριάτικη μεσόσταση της μέρας παρά
μόνο το ρυθμικό πεφτοσήκωμα του πεταλιού-
και χάθηκε στις καμάρες της καινούριας πόρτας.
Πέρασε κάποια μα δεν ήταν τ' όνομά σου.


*Τίτλος δανεισμένος από τραγούδι του Πάνου & Χάρη Κατσιμίχα.


Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Επιχείρηση Ανθρωποειδές

Η ιστορία είναι η μόνη μοίρα που υπάρχει: μπορείς να την ξαναδιαβάσεις και να την ερμηνεύσεις όπως θες, μα δεν μπορείς να την ξαναγράψεις.


Η στιγμή πλησιάζει, το νιώθω. Η Μερσεντές είναι στο δρόμο. Έρχεται. Στον αέρα της Πράγας πλανιέται κάτι που με διαπερνά ως το κόκαλο. Οι στροφές του δρόμου ορίζουν τη μοίρα ενός ανθρώπου, και ενός άλλου, και ενός άλλου, και ενός άλλου. Βλέπω τα περιστέρια να απογειώνονται από το μπρούτζινο κεφάλι του Γιαν Χους και, σε δεύτερο πλάνο, το ωραιότερο σκηνικό του κόσμου, την Παναγία του Τυν, το μαύρο καθεδρικό ναό με τους πυργίσκους του που σκίζουν τον αέρα, το ναό που με κάνει να θέλω να πέσω στα γόνατα κάθε φορά που μπορώ να θαυμάζω το γκρίζο μεγαλείο της απόκοσμης πρόσοψής του. Η καρδιά της Πράγας χτυπάει στο στήθος μου. Ακούω το κουδουνάκι των τραμ. Βλέπω τους άντρες με τις γκριζοπράσινες στολές που οι μπότες τους αντηχούν στο οδόστρωμα. Είμαι σχεδόν εκεί. Πρέπει να πάω εκεί. Πρέπει να πάω στην Πράγα. Πρέπει να είμαι εκεί όταν θα συμβεί το γεγονός.

Πρέπει να το γράψω εκεί.

Ακούω τη μηχανή της μαύρης Μερσεντές που φιδοσέρνεται στο δρόμο. Ακούω την ανάσα του Γκάμπτσικ, που, τυλιγμένος σφιχτά στο αδιάβροχό του, περιμένει στο πεζοδρόμιο, βλέπω τον Κούμπις απέναντι, και τον Βάλτσικ να 'χει πάρει θέση ψηλά στο λόφο. Νιώθω την παγωμένη γυαλάδα του καθρέφτη του, βαθιά στην τσέπη του σακακιού του. Όχι ακόμα, όχι ακόμα, už nie, noch nicht.

Όχι ακόμα.

Νιώθω τον άνεμο που μαστιγώνει τα πρόσωπα των δύο Γερμανών μέσα στ' αυτοκίνητο. Ο οδηγός οδηγεί πολύ γρήγορα, το ξέρω, έχω χιλιάδες μαρτυρίες που το βεβαιώνουν, δεν ανησυχώ γι' αυτό. Η Μερσεντές τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, κι αυτό είναι το πολυτιμότερο κομμάτι του φαντασιακού μου, αυτό για το οποίο είμαι πιο περήφανος απ' όλα τα άλλα, αυτό που την ακολουθεί από πίσω σιωπηλά. Ο αέρας μπαίνει ορμητικά στο αυτοκίνητο, ο κινητήρας βρυχάται, ο επιβάτης λέει διαρκώς στον οδηγό του, έναν πραγματικό γίγαντα, «Schneller! Schneller!» Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, μα δεν ξέρει ότι ο χρόνος έχει αρχίσει κιόλας να κυλάει πιο αργά. Σε λίγο ο ρους του κόσμου θα παγώσει σε μια στροφή του δρόμου. Η γη θα σταματήσει να γυρίζει την ίδια στιγμή με τη Μερσεντές.

Μα όχι ακόμα. Το ξέρω καλά πως ακόμα είναι πολύ νωρίς. Δεν είναι ακόμα όλα στη θέση τους. Δεν έχουν ειπωθεί όλα. Είναι σίγουρο πως θα ήθελα να αναβάλλω αυτή τη στιγμή αιωνίως, ενώ το ίδιο λεπτό όλη μου η ύπαρξη τείνει αμετάκλητα προς αυτήν.

Ο Σλοβάκος, ο Μοραβός κι ο Τσέχος από τη Βοημία περιμένουν κι αυτοί, και θα πλήρωνα ακριβά για να νιώσω αυτό που αισθάνονταν εκείνη τη στιγμή. Εμένα όμως με έχει διαβρώσει η λογοτεχνία. «Νιώθω μέσα μου ν' αναδεύεται κάτι κακό», λέει ο Άμλετ, κι ακόμα και σε μια τέτοια στιγμή εκείνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι μια φράση του Σαίξπηρ. Να με σχωρνάτε. Ας με συγχωρήσουν κι εκείνοι. Όλα τα έκανα γι' αυτούς. Έπρεπε να βάλω μπρος τη μηχανή της μαύρης Μερσεντές - και δεν ήταν εύκολο. Χρειάστηκε να τα βάλω όλα στη θέση τους, να ασχοληθώ με την προετοιμασία, συμφωνώ, να υφάνω τον ιστό αυτής της περιπέτειας, να στήσω την κρεμάλα της Αντίστασης, να τυλίξω τη φριχτή περγαμηνή του θανάτου με το θαυμαστό περιτύλιγμα του αγώνα. Κι όλα αυτά, βεβαίως, δεν είναι τίποτα. Χρειάστηκε, αψηφώντας τις συστολές μου, να συναναστραφώ ανθρώπους τόσο ψηλούς, που, αν ποτέ κοιτούσαν κάτω το χώμα, δεν θα υποψιάζονταν καν την ύπαρξή μου, την ύπαρξη ενός ταπεινού εντόμου.

Μερικές φορές, χρειάστηκε να εξαπατήσω, να απαρνηθώ τα πιστεύω μου, διότι οι λογοτεχνικές μου πεποιθήσεις δεν έχουν καμιά αξία μπροστά σ' αυτό που διακυβεύεται ετούτη τη στιγμή. Σ' αυτό που θα παιχτεί σε λίγα λεπτά. Εδώ. Τώρα. Σ' αυτή τη στροφή, στην οδό Χολέσοβιτσε, στην Πράγα, εκεί όπου αργότερα, πολύ αργότερα, θα φτιάξουν κάτι σαν ανισόπεδη διάβαση, γιατί η μορφή μιας πόλης αλλάζει πιο γρήγορα, αλίμονο, απ' ό,τι η μνήμη των ανθρώπων.

Μα όλα αυτά δε έχουν σημασία. Το μόνο που μετράει από τώρα και στο εξής είναι μια μαύρη Μερσεντές που φιδοσέρνεται στο δρόμο. Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα πιο κοντά στην ιστορία μου.

Πράγα.

Νιώθω το μέταλλο να τρίβεται πάνω στο πετσί. Και την αγωνία που μεγαλώνει στα σωθικά των τριών αντρών, και την ψυχραιμία που προσπαθούν να δείξουν. Δεν πρόκειται για την αρσενική σιγουριά αυτών που ξέρουν ότι θα πεθάνουν, γιατί, αν και έχουν προετοιμαστεί γι' αυτό, η δυνατότητα διαφυγής δεν χάθηκε ποτέ εντελώς από τον ορίζοντα, κι είναι αυτό, κατά τη γνώμη μου, που καθιστά ακόμη πιο αφόρητη την ψυχολογική ένταση. Δεν ξέρω ποιες απίστευτες ψυχικές δυνάμεις επιστράτευσαν για να κατακτήσουν την αυτοκυριαρχία τους. Απαριθμώ νοερά, στα γρήγορα, τις περιπτώσεις στη ζωή μου που χρειάστηκε να δείξω ψυχραιμία. Η απόλυτη γελοιότητα! Κάθε φορά το διακύβευμα ήταν αστείο: το πόδι μου που είχα σπάσει, μια νύχτα στο αστυνομικό τμήμα ή, το πολύ, καμιά χυλόπιτα, αυτοί είναι όλοι κι όλοι οι κίνδυνοι που διέτρεξα στην ταπεινή ζωή μου. Πώς λοιπόν θα μπορούσα εγώ να δώσω έστω την παραμικρή ιδέα για όσα έζησαν αυτοί οι τρεις άντρες;

Σίγουρα όμως δεν είναι ώρα για τύψεις κι ενοχές. Άλλωστε κι εγώ, αν το καλοσκεφτείς, έχω τις δυσκολίες μου και πρέπει να τις αντιμετωπίσω. Πρέπει ν' ακολουθήσω πιστά τη Μερσεντές. Να ακούσω τους θορύβους της ζωής αυτό το πρωινό του Μάη. Να νιώσω το αεράκι της Ιστορίας που σιγά σιγά αρχίζει να φυσάει. Να παρουσιάσω τον κατάλογο με όλους τους συντελεστές που ανέβηκαν στο προσκήνιο από τα βάθη του χρόνου, από το 12ο αιώνα ως τις μέρες μας και τη Νατάσα. Κι απ' όλους αυτούς να μην κρατήσω παρά πέντε ονόματα: Χάιντριχ, Κλάιν, Βάλτσικ, Κούμπις και Γκάμπτσικ.

Μέσα στη δίνη αυτή της ιστορίας, μόλις τώρα αυτοί οι πέντε αρχίζουν να βλέπουν το φως.


* Από το βιβλίο του Laurent Binet, HHhH - Himmlers Hirn heisst Heydrich (Ο Χάιντριχ είναι ο εγκέφαλος του Χίμλερ), που εξιστορεί με ακρίβεια τα γεγονότα γύρω από την απόπειρα δολοφονίας του Ράινχαρντ Χάιντριχ -του «ξανθού κτήνους», του «δημίου της Πράγας», του πιο επικίνδυνου άντρα του Γ' Ράιχ, αρχηγού των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών και δεξί χέρι του Χίμλερ- από δύο Τσεχοσλοβάκους αλεξιπτωτιστές, τον Μάη του 1942 στην Πράγα. Πρόκειται για την Επιχείρηση Ανθρωποειδές, μία από τις πιο τολμηρές και ηρωικές απόπειρες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εκδ. Κέδρος, μετάφρ. Γιώργος Ξενάριος.



Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Σκιές

Όλη μέρα κάτω απ' τον άσπρο ήλιο, αποζητάς το σούρουπο όπως η ξερή γη τη φθινοπωρινή βροχή. Η διαφορά με την τελευταία είναι ότι το γέρμα θα έρθει νομοτελειακά στο τέλος κάθε ημέρας.

Κοντοζύγωνε, λοιπόν, το σούρουπο κι ο ήλιος έσβηνε σαν ερυθρός νάνος πίσω απ' το άγριο βραχώδες βουνό, κάνοντας πλέον περιττή τη χρήση γυαλιών και κλιματισμού. Ο δρόμος κατέβαινε απότομα χαμηλά στον λόφο χαράσσοντας τη φιδωτή μαύρη γραμμή του στο καφετί της γης, την ώρα που το υψηλόστροφο μούγκρισμα της πρώτης ταχύτητας του κινητήρα του Megane εισχωρούσε ασίγαστο από τα κατεβασμένα παράθυρα. Σκόνη, αλμύρα κι ένα κάδρο τοπίου βγαλμένο απ' τη φαντασία των καλύτερων cinestudio της φύσης.

Είχε προηγηθεί ο διάσημος Μπάλος, είχε προηγηθεί η ξακουστή Σαμαριά, είχε προηγηθεί η κοσμοπολίτικη Παλαιοχώρα, μα τώρα όλη η κάψα του τριημέρου έσβηνε στον τεθλασμένο βραχώδη κόλπο της παραλίας του Στεφάνου.


>>>

Θυμάμαι μικρό παιδί στον Πύργο της βόρειας Εύβοιας, με τη φαμίλια και το σόι όλο διακοπές, ξαδέρφια μια ντουζίνα και ολημερίς παιχνίδι μέχρι εξαντλήσεως. Η αγαπημένη μας στιγμή της μέρας ήταν εκείνη που έφτανε στο συγκρότημα των σπιτιών το βανάκι του φούρναρη και βάζαμε τον καλύτερο εαυτό μας ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά ήρθε το ψωμιιιί!, να τ' ακούσει η γειτονιά να κατέβει για ζεστή φραντζόλα και το ταψί του μεσημεριανού φαγητού -με το εκάστοτε επώνυμο γραμμένο με μπλε μαρκαδόρο στο πλαϊνό- που είχε αφήσει ο πατέρας απ' το πρωί στο μαγαζί να ψηθεί στον ξυλόφουρνο. Μετά περιμέναμε το σούρουπο. Στήναμε τότε παιχνίδι στην αυλή μαζί με τα άλλα παιδιά που μέναν μόνιμα το καλοκαίρι στον οικισμό, κυνηγητό στην αρχή και ψείρες, και μόλις το σκοτάδι κέρδιζε τη μάχη με το φως ανάβανε οι φακοί για το κρυφτό. Οι σκιές, τα δέντρα, οι τοίχοι ήταν οι σύμμαχοί μας στη μάχη, μα κυρίως ο ασέληνος ουρανός, που έριχνε στη γειτονιά το μαύρο πέπλο του μυστηρίου. Αναγκαζόσουν τότε να πλησιάσεις τόσο πολύ την ανθρώπινη σκιά που στέκονταν λαμπάδα πίσω απ' το δέντρο, σχεδόν να την ψηλαφίσεις, για να μαντέψεις το πρόσωπο, να τρέξεις μετά να προλάβεις να μη σε "φτύσει" εκείνη πρώτη στο σημείο εκκίνησης.

Πήγαμε και το επόμενο καλοκαίρι στο ίδιο χωριό, στα ίδια σπίτια, ίσως και το μεθεπόμενο. Τα μεγαλύτερα ξαδέρφια δεν ακολούθησαν, η παρέα λιγόστεψε. Μεγάλωσαν και τα ντόπια παιδιά του οικισμού, αγόρια και κορίτσια, και άλλοι πόθοι ξύπνησαν στην θερμή καλοκαιρινή καθημερινότητά τους. Έπαψαν και τα έντονα παιχνίδια, ξέφτισε το κρυφτό· ίσως έφταιγε κι ο ουρανός που δεν έτυχε να είναι και πάλι ασέληνος. Κερδίζαμε πιο εύκολα ωστόσο στο ήρθε το ψωμί, που πεισματικά έμεινε να ενώνει την παιδική μνήμη με την πρόωρη εφηβική.

>>>

[♪] Αλλάζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο, μεταμορφώνεται, όλα αγιάζουν
Μέσα στα σπλάχνα σταλάζει λίγο φως, είναι φεγγίτες τα σώματα που σμίγουν [/♪]

Κατεβήκαμε τον απόκρημνο βράχο, αγνοήσαμε τις τρεις παρέες που χόρταιναν τη μέρα τους στη μικρή παραλία και ξεχυθήκαμε στα βαθυγάλαζα νερά του απόκοσμου κόλπου. Μέχρι να στρίψουμε δυο φορές κατά τη φορά που ορίζουν οι βράχοι και να βγούμε στο πέλαγος, η αίσθηση ήταν αυτή μιας υπόγειας λίμνης στα βάθη μεγάλης σπηλιάς· οι κάθετες παρειές του βράχου, ο αντίλαλος, τα ήρεμα νερά. Στην έξοδο προς τη μεγάλη θάλασσα μας περίμενε το φεγγάρι που ανέτελλε κάθετα μπρός μας, παραμονή του αυγουστιάτικου ολογεμίσματός του. Τις ακτίνες του υποδέχονταν στολισμένα τα ήσυχα νερά, τη σάρκα του έτεμναν τα αερόπλοια που έστρεφαν προσεγγίζοντας το κοντινό αεροδρόμιο.

Είναι στιγμές που ο χρόνος κάνει κράτηση, αιωρείται υποκλινόμενος στο Όμορφο και μετά επανακάμπτει επιταχυνόμενος να συναντήσει ξανά το σωστό χρονισμό του. Επιταχύναμε κι εμείς τις απλωτές μας προς τα ενδότερα του κόλπου να προλάβουμε το απόκρημνο μονοπάτι, προτού μας συναντήσει το ξεφτισμένο σκοτάδι της πανσέληνης βραδιάς. Ψηλά πάνω στον κάθετο βράχο, πάνω από τα νερά, δυο πρόσωπα έσμιξαν τις σκιές τους αντιφεγγίζοντας το άσπρο φως της σελήνης, παρατείνοντας το αιώρημα του χρόνου.

Αλλάζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο. Μεταμορφώνεται. Για λίγο ξεγελιέσαι ότι το γέρμα ίσως δεν έρθει απόψε. Μετά επιταχύνεται και συναντά τη νομοτέλειά του.


* Το τραγούδι Ηλιόπετρα είναι ελληνική απόδοση ομώνυμου ποιήματος (Piedra de Sol, 1954), ένα από τα πιο γνωστά έργα του Οκτάβιου Πας, του περίφημου Μεξικανού νομπελίστα λογοτέχνη. 



Σάββατο 14 Μαΐου 2016

η μέρα η καλή, των Μυροφόρων

Η καλή μέρα απ' το πρωί φαίνεται, λένε. Μην παρεξηγηθώ, δεν ξημέρωσε καθόλου καλή μέρα σήμερα. Μουντάδα και σκόνη, για πολλοστή ημέρα, με συνεχή υποψία ψιχάλας, από αυτή που πέφτει και εντυπώνεται για πάντα καφετιά σε αυτοκίνητα, μπαλκόνια και ρούχα. Η καλοσύνη της μέρας είναι λόγω διάθεσης. Με κάποιον περίεργο τρόπο η περασμένη νύχτα ξέπλυνε βάρη και εναπομείνασες τάσεις πολλών εβδομάδων· δεν ξέρω αν αυτό που μέτρησε ήταν η υπέροχη χθεσινή συνέντευξη του Σαββόπουλου στον Πετρίδη, την οποία απόλαυσα λεπτό προς λεπτό (επί εκατόν είκοσι) ξαπλωμένος ανάσκελα με τα μάτια μισόκλειστα και τις σταγόνες να δραπετεύουν από τη γωνία των ματιών προς το πίσω μέρος της κεφαλής, παραδομένες στον ανίκητο νόμο της βαρύτητας. Μην ήτανε ίσως η τελευταία συλλογή κειμένων του Νικολάου Μεσογαίας που διάβασα χωρίς διάλειμμα λίγο πριν τη Συννεφούλα και τον Μπάλο, ανάσκελα ξανά όπως σπάνια συνηθίζω, με το βιβλίο να παλαντζάρει αμφίβολα στα δάχτυλα του αριστερού χεριού· με το δεξί γυρίζω τις σελίδες. Και πολύ δεν ήθελε να επιβεβαιώσει με τη σειρά του τη βαρύτητα προσγειούμενο στα μάτια που το έγδυναν. Γι' αυτό πλέον διαβάζω στο πλάι.

Το ξέρω το γιατί. Κι εκείνη το ξέρει. Το γιατί της καλής διάθεσης εννοώ. Και όχι μόνο το ξέρει, αλλά και το παίζει, για να θυμηθώ και να επιβεβαιώσω έτσι τον παλιόφιλό μου Σπύρο και μια από τις μέγιστες ατάκες του. Το 'παιξε ξανά χθες βράδυ, γνωρίζοντας πολύ καλά το αποτέλεσμα· εγώ δεν ήμουν βέβαιος ότι το γνώριζα. Το έμαθα.

-Είσαι σπίτι; ... -Ναι ... -Τώρα γυρνώ κι εγώ, μπαίνω δηλαδή, είμαι μέσα. Είσαι σε υπολογιστή μπροστά; ... -(μα φυσικά, τι ρωτάει) Είμαι ... -Ωραία, γιατί θα σου στείλω ένα βίντεο να δεις· βίντεο-πρόσκληση.

Ήξερα πού το πήγαινε, αλλά πάντα το κάνει με τρόπο παιχνιδιάρικο, η φίλη μου η Φανή από την Κοζάνη. Είχε προηγηθεί κουβέντα εν γένει επί του θέματος και ήμουν ήδη στο ίδιο ..γήπεδο. Περίμενα τις λεπτομέρειες, να δω τι είχε πάλι σκαρφιστεί, τι είχε δει και της γυάλισε το μάτι.

-Τι βίντεο;, κάνω εγώ τάχα μου τον ανήξερο ... -Μμμμ ... (δυσκολεύεται να ξεκινήσει να περιγράφει, κι επειδή αντιλαμβάνομαι ότι αν ξεκινήσει, με τον ενθουσιασμό που έχει, τα μωρά της θα προλάβουν να ξυπνήσουν και να ξανακοιμηθούν δυο φορές, την διευκολύνω) ... -Βίντεο-έκπληξη; ... -Ναι! βίντεο-έκπληξη! Το στέλνω τώρα, είναι 30-35 λεπτά, δες το και τα λέμε μετά, εντάξει; Γεια!

Με τη Φανή δεν αποφασίζεις πότε θα τελειώσει η συνομιλία, απλά τελειώνει.

Σε τρία λεπτά έφτασε το email. Ανοίγω, διαβάζω μια γραμμή, μια διεύθυνση, zagorirace τελεία τζι-αρ, παραπομπή στο βίντεο ενός αγώνα trail στα Ζαγοροχώρια. Ογδόντα χιλιόμετρα, μαραθώνιος, ημιμαραθώνιος, δέκα χιλιόμετρα οι προσφερόμενες διαδρομές, δίπλα στα χωριά και στα γεφύρια, στα βουνά και τις δρακολίμνες, μες στο κατακαλόκαιρο. Τα μάτια μου γειατρεύονται αυτοστιγμεί από το πετάρισμα που τους είχε βρει από τα απανωτά ξενύχτια δουλειάς στον υπολογιστή, η καρδιά μου αλυχτά ασυγκράτητη. Τελειώνει το βίντεο, πράγματι ύστερα από τριάντα πέντε λεπτά.

Τα μετρούσε! Ήρθε ευθύς μήνυμα στο βίμπερ με τον χαρακτηριστικό ήχο.

-?

Αυτό όλο κι όλο. Κι εγώ να μη μπορώ να βγάλω τον ενθουσιασμό μου, γιατί από τότε που ήρθα στο νησί έχω κόψει όλα τα σχετικά τρεξίματα από έλλειψη διάθεσης.

-Ρε συ Κατσαμάκη... ξεκίνησα να της γράφω, και δεν έχω όρεξη για προπόνηση, και ο καιρός εδώ είναι χάλια ζεστός και υγρός, και πώς, και πότε, και με τι, και λοιπές ανοησίες.

-Και δεν είναι ακριβώς τρέξιμο, ανηφόρα, κατηφόρα, σκαλοπάτια, μονοπάτια, κοιτάς πού πατάς ... -Δηλαδή λίγο να χαζέψεις το τοπίο, πάρ' τον κάτω ... -Βλάξ! Θα 'ναι εμπειριάρα! Και από Γρεβενά τα Γιάννενα είναι δίπλα (γνωρίζοντας ότι και τα Γρεβενά από τα Τρίκαλα είναι επίσης δίπλα και ότι λατρεύω τη συγκεκριμένη διαδρομή). Και μετά μου αράδιασε το πόσο σημαντικό είναι να βάλω έναν στόχο και ύστερα μου έστειλε μια ντουζίνα φωτογραφίες από τον αγώνα της την περασμένη Κυριακή στα Γιάννενα και μετά ότι ο Μουρακάμι είπε αυτό και τ' άλλο για το πόσο βαριέται αλλά τρέχει βρέξει-χιονίσει δέκα χιλιόμετρα τη μέρα και στο τέλος της χρονιάς βγάζει μαραθώνιο. Ναι, ο συγγραφέας ο Μουρακάμης, το πρότυπό μας ερασιτέχνη δρομέα.

-Έλα, φύγαμε ... -Φύγαμε;;; Αλήθεια;;;;; ... Μα φυσικά και αλήθεια το είπα, τι νόμιζε ... - Για τα εικοσιένα; (χιλιόμετρα) ... - Χαχαχαχα! Είσαι πολύ αστείος.

***

Σοβαρά ή αστεία, σήμερα το πρωί έφαγα το πρωινό των πρωταθλητών, μέλι στη φέτα με βιτάμ και κοκτέιλ πορτοκαλιού και κόκκινου γκρέιπφρουτ στο ποτήρι, πρωτοφόρεσα το καινούριο μου αγωνιστικό σορτσάκι, την κατακίτρινη κοντομάνικη από τον τελευταίο μου μεγάλο αγώνα (προ διετίας ημιμαραθώνιο Καλαμπάκα-Τρίκαλα), τα ελαφρά μου nike, όρμηξα με το ποδήλατο ως το στάδιο στη Χανιόπορτα και έβαλα δώδεκα συναπτούς γύρους στον εξωτερικό διάδρομο και πέντε ανεβοκατεβάσματα στα σκαλιά της εξέδρας, σαν τον Τζακ στο Lost, λίγο πριν συναντήσει τον Ντέσμοντ. Και έθεσα για πολλοστή φορά στόχους, χιλιόμετρα ανά βδομάδα, τόσες εβδομάδες, τόσοι αγώνες, για το μεγάλο στόχο του Φθινοπώρου, τον νυχτερινό ημιμαραθώνιο στη Θεσσαλονίκη, τον οποίο μαζί είχαμε τρέξει πρόπερσι με την καταφερντζού, αγκώνα-αγκώνα, για εκατόν σαράντα περίπου λεπτά.

***

Είναι και κάτι άλλο σήμερα, Σάββατο των Μυροφόρων, και ξύπνησα με διάθεση. Κλείνουμε τρία χρόνια βάπτισης, τρία χρόνια θαύματος. Η μικρή μου μπουμπού και το μεγάλο θαύμα. Τελικά νομίζω ότι αυτό είναι. Αύριο, άλλο θαύμα. Πάντα τέτοια, λοιπόν. Χριστός ανέστη.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

η λεβεντιά

«Από μικρός, μου άρεσε, χωρίς να ξέρω γιατί, η μαντινάδα:

Η λεβεντιά είναι μια πληγή που πάντα αίμα τρέχει
Θε' μου, και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει.

»Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι μου άρεσε επειδή ήταν αντιηρωική. Δηλαδή, η λεβεντιά δεν είναι ένα πλεόνασμα, ένα εξόγκωμα, μια εξοχή. Δεν είναι τα φουσκωμένα μπράτσα του δυνατού, το επιβλητικό μπόι του ψηλού, η καθηλωτική ακτινοβολία του γόη. Αντίθετα, είμαι μια έλλειψη, μια πληγή, μια εσοχή, και μάλιστα, βασανιστική. Όπως κάθε οπή, κάθε σπηλιά, είναι σκοτεινή και απόκρυφη. Δεν έχει να κάμει με καμιά επίδειξη. Η λεβεντιά είναι έντονα παρούσα, κόκκινη τση φωθιάς, αλλά αθόρυβη, όπως το αίμα της πληγής που τρέχει. Η λεβεντιά είναι το ίδιον των πληγωμένων, των καταφρονεμένων, των νικημένων του κόσμου, αλλά που είναι συνάμα νικητές, γιατί πλήρωσαν το τίμημα-χαρακτηριστικό του υπερήφανου αριστοκράτη: Υποστήριξαν με τη ζωή τους μια χαμένη υπόθεση.

»Η μαντινάδα αυτή, αναστρέφοντας τη συνηθισμένη αναπαράσταση της λεβεντιάς που έχομε στο μυαλό μας, αναστρέφει ταυτόχρονα κι όλο το αξιακό μας σύστημα. Όπως ακριβώς η δύναμη του πλούτου των Ρωμαίων αναστράφηκε σε δύναμη της ακτημοσύνης των πρωτοχριστιανών. Ο άνθρωπος γίνεται αντιάνθρωπος για να φτάσει στον υπεράνθρωπο. Ο λεβέντης γίνεται αντιήρωας, για να φτάσει στον υπερήρωα, που δεν καταξιώνεται στην παροντική ζωή, αλλά ίσως σ' ένα μελλοντικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων μας».

[...]

»Τελευταία, κατάλαβα ότι αυτό που με συγκλονίζει βαθιά δεν είναι κάποιο ουσιαστικό, ούτε κάποιο ρήμα της συγκεκριμένης μαντινάδας. Με ταράζει συθέμελα το χρονικό επίρρημα 'πάντα'. Το αναπόδραστο, το τετελεσμένο, το αμετάβλητο, το ακατανόητο, το μοιραία προκαθορισμένο. Όλα αυτά μέσα στο 'πάντα'· αιώνιο, άφθαρτο».

Από το βιβλίο του Δημήτρη "Χαΐνη" Αποστολάκη, Φτου ξελευτερία για όλους!, εκδ. Καστανιώτης 2015.



Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

σιωπάς για να ακούγεσαι

«Ο άνθρωπος που ζει σ' έναν κόσμο εφήμερο, φαντάζεται και πιστεύει πως στην προσευχή το σημαντικό είναι να ακούσει ο Θεός αυτό που ο άνθρωπος του λέει. 
»Κι όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο· η προσευχή δεν βασίζεται σε αληθινές βάσεις όταν ο Θεός ακούει τι του λέμε και τι του ζητάμε. Η προσευχή έχει βάσεις αληθινές όταν εκείνος που προσεύχεται δεν σταματά να προσεύχεται μέχρι να φτάσει να ακούσει ο ίδιος τι θέλει ο Θεός.
»Ο εφήμερος άνθρωπος σπαταλά τα λόγια του και κατά συνέπεια γίνεται απαιτητικός όταν προσεύχεται. Αυτός όμως που προσεύχεται αληθινά, περιορίζεται μόνο στο να ακούει».

Από το βιβλίο του Nikolae Steinhardt, Το ημερολόγιο της ευτυχίας, εκδ. Μαΐστρος 2007.
Ο τίτλος της ανάρτησης είναι δανεισμένος από το ομώνυμο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη.