Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

το δίδυμο δευτερόλεπτο που κράτησε οκτώ μήνες

Η είδηση.
«Την τελευταία ημέρα του Ιουνίου ο χρόνος θα κάνει ένα άλμα και το τελευταίο ακριβώς λεπτό του μήνα δεν θα διαρκέσει 60, αλλά 61 δευτερόλεπτα. Ένα ακόμα δευτερόλεπτο, δηλαδή, θα προστεθεί στον παγκόσμιο χρόνο σήμερα, προκειμένου να διορθωθεί η απόκλιση που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στην αστρονομική ώρα, η οποία υπολογίζεται με βάση την περιστροφή της Γης, και τον λεγόμενο Συγχρονισμένο Παγκόσμιο Χρόνο (UTC). Έτσι απόψε το βράδυ η ώρα UTC θα περάσει από τις 23.59.59 στις 23.59.60 και μετά στις 00.00.00 της 1ης Ιουλίου».

>>>

Ήτανε, θυμάμαι..., έτσι ξεκινάνε όλες οι όμορφες ιστορίες που αφήνουν μόνο γλυκύτητα στο πέρασμά τους, σαν ίχνος γυμνοσάλιαγκα που σέρνει λαμπερή την τροχιά του στην τσιμεντένια αυλή. Ήτανε λοιπόν μια μέρα μετά την παρέλαση του Οκτώβρη, θυμάμαι. Το ξημέρωμα με βρήκε να συγυρίζω τις τελευταίες λεπτομέρειες στο σπίτι, την ώρα που ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει καθάριος μετά από ένα τριήμερο συννεφιάς εμπλουτισμένο με πιτσιλιές λερωμένης βροχής. Λίγα λεπτά αργότερα η μηχανή ενός αυτοκινήτου πλησίαζε, μαρσάριζε στην ανηφόρα μπροστά από το σπίτι και έσβηνε ξανά στην ησυχία του πρωινού. Το λευκό fiat έστεκε ταιριαστό και βαρυφορτωμένο κάτω από το μεγάλο πεύκο στην απέναντι μεριά του δρόμου· το είδα βγαίνοντας στη βεράντα, έχοντας ακούσει γνώριμο ήχο ιταλικής μηχανής. Δυο κουρασμένα πρόσωπα βγήκαν από τις μοναδικές κανονικές πόρτες του τρίθυρου κουπέ. Λίγη ώρα μετά απολαμβάναμε τη ζεστασιά του πρωινού ήλιου στο μπαλκόνι, συνοδεία τσιγάρου και πίτας σπιτικής, η οποία είχε ταξιδέψει μερικές εκατοντάδες οδικά χιλιόμετρα και δέκα-τόσες ώρες υγρής διαδρομής μέχρι να καταλήξει στον πρώτο όροφο ενός σπιτιού στο νότιο Ηράκλειο. Τρία ζευγάρια μάτια έτρωγαν με χαρά τα απέναντι πρόσωπα, άλλα παλιά και αγαπημένα, άλλα καινούρια και υποσχόμενα, σε μια προσπάθεια να εξατμιστούν η κούραση, ο φόβος, η αγωνία ενός νέου ξεκινήματος, οι πρώτες ημέρες μιας βιαστικής προσαρμογής.

Και ήτανε χθες, αυτό το θυμάμαι το ίδιο καλά, που τα ίδια ζευγάρια μάτια θόλωσαν και μίκρυναν στην τελευταία χόρταση των αγαπημένων προσώπων, την ώρα εκείνη του αναπόφευκτου αποχωρισμού, εκκρίνοντας δάκρυα και ένα τσουβάλι συμπυκνωμένες θύμησες οκτώ ολόκληρων μηνών στο σαλόνι ενός πλοίου που ζέσταινε τις μηχανές για ένα πρόωρα βιαστικό φευγιό. Μέχρι να επιστρέψω στο αυτοκίνητο που περίμενε τη μοναξιά μου, αναλογίστηκα τους μεγάλους αποχωρισμούς που κάθε χρόνο τελευταία σημαδεύουν τις εποχές μου. Και είναι κάθε φορά τόσο μεγάλοι, όσο πιο ανέμελη και στενή και ανεπιτήδευτα αδερφική είναι η καθημερινή σχέση που αναγκάζεται να σπάσει. Κράτησα με βία το κεφάλι μου να μην κοιτάξει πίσω, μην πάρουνε την όπισθεν και τα πόδια μου.

Από το ήτανε θυμάμαι... μέχρι το χθες μαζεύτηκαν σωρό οι αναμνήσεις, ατέλειωτες οι ώρες οι κοινές. Χιλιάδες τα βήματα που μέτρησε το κινητό στις νωχελικές μας βόλτες ως το λιμάνι και στα πλακόστρωτα στενά του κέντρου, αμέτρητες οι μουσικές ώρες στο δυάρι της κνωσσού· τότε που μια καινούρια μελωδία είχε ξεπηδήσει απ' την έμπνευση της περασμένη νύχτας και συναντούσε τις συγχορδίες και τα όργανα στο ακούραστο i-book που κοσμούσε το βαρύ γυάλινο τραπέζι στο μέσο της κουζίνας. Χάνεται ο αριθμός και των υποσχέσεων που δόθηκαν «αυτή τη φορά τέλος, από αύριο δίαιτα», μέχρι μια πίτσα, μια μπύρα, ένα μίνι κοτοσουβλάκι ή μια συσκευασία καινούριου οικογενειακού παγωτού κανταΐφι να μετατρέψει την πρόσφατη υπόσχεση σε αμφίβολη ανάμνηση. Αξέχαστες και οι πρώτες κοινόβιες εβδομάδες στις Μεσαμπελιές, η μοναδική φορά στους Σταμνούς που δεν προφτάσαμε να επαναλάβουμε· το επαναλάβαμε όμως στα σπίτια μας με χίλιες και μία συνταγές. Και άλλα και άλλα και τόσα πολλά, ο Πορτοκάλογλου και οι Foo Fighters, ο Δούκας Χατζηδούκας και ο Μάκης Δημάκης, ο Χλαπάτσας, ο Χαρούλης. Και το φαράγγι, ναι, ήτανε και το φαράγγι!

>>>
«Είναι κάποιες μέρες που στροβιλίζονται πιο γρήγορα από κάποιες άλλες. Μερικές φορές υπάρχουν ώρες που μεγαλώνουν στην κοιλιά τους δίδυμα δευτερόλεπτα. Τότε ο χρόνος περισσεύει και είναι σαν η ζωή να μεγεθύνεται και να τρέχει. Τα μαλλιά της, τα νύχια της, μακραίνουν, και φαίνεται σαν να πέρασαν βδομάδες, μήνες... Είναι κάποιες μέρες που από μόνες τους συμπυκνώνονται και μπερδεύουν τα ρολόγια».
(Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. πατάκης).
>>>

Χαίρομαι πολύ που η τελευταία μας δυνατή εμπειρία ήτανε το διάβα του φαραγγιού· του μεγάλου φαραγγιού· απ' το πρωί στο δρόμο για τον Ομαλό και απ' το πρώτο χιλιόμετρο στο μονοπάτι η γκρίνια και το λύγισμα μπρος στα δεκάξι που υπολείπονταν· τότε που λέγαμε σχεδόν προφητικά ότι θα μπούμε στην είσοδο του φαραγγιού με ευρώ και θα βγούμε ποιος-ξέρει-με-τι, τόσο μεγάλο το πέρασμα, τόσο επίπονη η διαδικασία. Οι πονεμένες γάμπες, τα χτυπημένα νύχια, ο ζαλιστικός ήλιος και τα σερνάμενα πόδια, όλα γιατρεύτηκαν στη δροσερή θάλασσα του νότου κι ας έμειναν τα πιασμένα μέλη να δαγκώνουν μέρες μετά σε κάθε κατέβασμα σκαλοπατιού. Το ίδιο βράδυ, όταν κατάκοποι διαβήκαμε και την τελευταία πόρτα, αυτή του σπιτιού μας, στις τηλεοράσεις ο πρωθυπουργός ξεκινούσε το διάγγελμα για το δημοψήφισμα. Μετά οι μέρες κύλησαν τόσο γοργά, μα τόσο γοργά σαν σκάρτα δευτερόλεπτα.

>>>

Τούτη εδώ η ώρα, αυτό το ακροτελευταίο λεπτό του μήνα, γέννησε επίσημα ένα δίδυμο δευτερόλεπτο, ένα έξτρα δευτερόλεπτο, που έκανε το χρόνο αυτής της στιγμής να μεγεθυνθεί τόσο πολύ ώστε να χωρέσει να τρέξει στις στιγμές των μηνών που περάσαμε παρέα. Ελπίζω να καταφέρει έτσι να διορθώσει την «απόκλιση» που συσσωρεύτηκε μέσα μου, να επαναφέρει τους δείκτες μου, να ξαναρυθμίσει το χρονισμό μου σ' αυτόν τον τόπο, που τόσο όμορφα και απαλά είχε συντονιστεί στη μόνιμη παρουσία σας.

Χρωστάμε κάμποσες συναυλίες και μερικές ακόμα χιλιάδες βημάτων, Άκη και Χρύσα. Τούτο το ξεχωριστό δίδυμο δευτερόλεπτο, που κράτησε ίσαμε οκτώ μήνες, δυστυχώς εξαντλείται από στιγμή σε στιγμή· δίνει τη θέση του στο επόμενο λεπτό της επόμενης ώρας ενός άλλου μήνα, που θα μοιάζει σαν όλα τα άλλα που προηγήθηκαν πριν απ' αυτό. Στην επόμενη ευκαιρία θα τα προσπαθήσουμε όλα ξανά. Ως τότε υπομονή και δύναμη· το φαράγγι μας δείχνει τον τρόπο.

Κι άντε τώρα πάλι απ' την αρχή τα βήματα.


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

του ανέμου λόγια

«Μη μείνουμε μόνο να ρουφάμε μια ζωή τις ανάσες των βιβλίων, αντί για τα χείλη τα κερασένια κάποιας ξωθιάς», έφτασε με μια δόση ισχυρά ποιητική το μήνυμα του Αντώνη στο viber. Ήταν η απάντησή του στον δικό μου ενθουσιασμό από την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος του Ισίδωρου Ζουργού, Ανεμώλια· στα αναπάντεχα δάκρυα που φούσκωσαν στις κόγχες μου και μούσκεψαν το μαξιλάρι τούτο το μουντό απόγευμα.  Και σ' αυτό το εσώτερο άδειασμα που συνοδεύει την τελευταία σελίδα, λες και όλη η ζωντάνια μας εγκλωβίζεται στα κενά μεταξύ των σελίδων, ανάμεσα στις γραμμές και στα γράμματα, κάθε που κλείνει ερμητικά το οπισθόφυλλο και το βιβλίο παίρνει τη θέση του στη μικρή βιβλιοθήκη.

«Τα βιβλία σπάνια απογοητεύουν», σε αντίθεση με τους ανθρώπους ήθελα να πω, «η συντροφιά τους μένει τίμια ως το τέλος». Μα και ποιος δεν ορέγεται τέτοια χείλη! Ονειρεμένα..

Σαν τα όνειρα που αναφέρει η γλυκιά αφιέρωση της Μαρίνας, να τα ζω με μάτια ανοιχτά και χαμόγελα.

«Η κάθε μέρα που έρχεται μοιάζει με τον άνθρωπο· ο εικοσιτετράωρος κύκλος υπομνηματίζει, ή μάλλον υπαινίσσεται, τον ίδιο τον κύκλο της ζωής του. Τα πρωινά έχουν ένα βρεφικό ψέλλισμα, απ' τα πουλιά συνήθως, ένα αντανακλαστικό τίναγμα στα πόδια κι ένα κλάμα, όπως η ώρα που ξεκινούν τα αστικά λεωφορεία. Τα πρωινά έχουν ένα σαλιωμένο δάχτυλο και μια αθωότητα, γιατί ο άνθρωπος στο ωράριό του είναι ανεξίκακος, οι άνθρωποι αμαρτάνουν συνήθως την ώρα της σχόλης. Το μεσημέρι πάλι ταυτίζεται με το μεσουράνημα του ανθρώπινου κόπου. Το απόγευμα προοιωνίζεται τα γηρατειά, την απελπισία της μέσης ηλικίας, όπως είναι η δική μου. Το σούρουπο καλεί τον χάλκινο ύπνο».
σημειώνω από τις σελίδες του βιβλίου, τούτη ακριβώς την ώρα που στο ραδιόφωνο ο Neil Young κεντάει τις νότες σε παλιό αγαπημένο τραγούδι και ο εγκέλαδος κουνάει τραπέζια, τρίζει πιάτα και κεντρίζει συναγερμούς αυτοκινήτων, πενήντα ένα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα ακριβώς. Ρίχνω τη ματιά μου έξω από το στρογγυλό σαν φινιστρίνι παράθυρο της κουζίνας να επιβεβαιώσω ότι η γειτονιά στέκει στη θέση της. Τα μπαλκόνια παραμένουν σκοτεινά και ήσυχα, το κούνημα του σεισμού μάλλον νανούρισμα θα προκάλεσε παρά άκαιρο ξύπνημα. Όμως
«Οι ουρανίωνες θεοί δεν ησυχάζουν ποτέ και το εργαστήρι της μοίρας μας διανυκτερεύει».
όπως διανυκτερεύω τώρα κι εγώ γράφοντας αυτό το σημείωμα, αυτή τη μαρτυρία μεταξύ ξενυχτιού, σεισμού και ραδιοφώνου, παραβαίνοντας τον άγραφο εργασιακό κανόνα μου να μην αγρυπνώ εν μέσω βαρδιών.
«Η κάθε παράβαση των κανόνων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ξέσπασμα της εσωτερικής ελευθερίας. Η μοιχεία, το έγκλημα, η οδική παράβαση, ένα σκουπίδι σ' ένα καθαρό πεζοδρόμιο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αφροί της ψυχής όταν εκείνη είναι ταραγμένη, γιατί η κάθε μέρα είναι προπέλα που γυρνάει ακατάπαυστα και τη βασανίζει όπως τα καράβια τα νερά της θάλασσας».

Συμμαζεύω κι εγώ την κυματισμένη ψυχή μου κι οδεύω προς τον γλυκό -όχι βέβαια τον χάλκινο*, όχι ακόμη!- ύπνο. Να ετοιμαστεί για την αυριανή προπέλα που θα γυρνά για άλλη μια φορά ακατάπαυστα. Τσαλακώνω και πετώ το πηγαινέλα εισιτήριο του μετρό προς αεροδρόμιο που τέλεσε χρέη σελιδοδείκτη για μια βδομάδα στα Ανεμώλια*. Ρίχνω άλλη μια ματιά στην ολιγόφωτη γειτονιά απ' το φινιστρίνι της κουζίνας και σβήνω το φως. Συγκρατώ τα μάτια μου ανοιχτά και χαμογελώ, περιμένοντας τις ξωθιές και τα όνειρα. Μέχρι να 'ρθουν, και σαν τελευταία πράξη τούτης της μέρας, διαλέγω τον επόμενο Ζουργό από τη στοίβα των βιβλίων που μαζεύτηκαν στο κομοδίνο.


* χάλκινος ύπνος στην Ομηρική γλώσσα είναι ο θάνατος,
ανεμώλια είναι τα ανεμώδη λόγια, τα επιπόλαια.

Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια, εκδ. Πατάκη.


Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

όνειρο ήτανε

Ήτανε κάποτε περιπέτειες, με κυνηγητά στους δρόμους και πτώσεις από θεόρατα κτήρια· άλλοτε ερημικές περιπλανήσεις σε δάση και χαμένα μονοπάτια. Πότε πότε έρχονταν πρόσωπα από το παρελθόν και γέμιζαν δευτερόλεπτα στιγμών με χαμόγελα κι επιθυμίες. Ήτανε -σταθερά στα χρόνια- σκηνές απ' τα βιβλία που έμεναν μισάνοιχτα καθώς τα βλέφαρα έκλειναν κουρασμένα, περασμένα μεσάνυχτα.

Χθες για πρώτη φορά ήταν ένα αεροπλάνο. Ένα αεροπλανάκι δηλαδή, μινιατούρα, αλλά αληθινό στο σουρεάλ σκηνικό της τελευταίας νυχτερινής μου περιπέτειας. Ένα αεροπλανάκι που έλαχε στην προσοχή μου να το φέρω ήσυχα κι ωραία στο υπερ-αληθινό αεροδρόμιο μινιατούρα που έστεκε μπρος μου. Το παρακολουθούσα με προσοχή να πετάει στο κλειστό δωμάτιο, λευκό ήτανε το θυμάμαι. Και όταν κάποτε ευθυγραμμίστηκε στην τελική ευθεία για προσγείωση, το ξέχασα, χμ!

Θυμάμαι να πιάνω την κουβέντα με τη Μαρίνα και τη Στέλλα, την εκπαιδεύτρια και προϊσταμένη μου αντίστοιχα, με τις οποίες κάναμε βάρδια. Θυμάμαι επίσης να νιώθω τέτοια άνεση, τέτοια σιγουριά ότι όλα σε 'κείνη τη βάρδια πηγαίνανε ρολόι, ότι άρχισα να πατώ στα πόδια μου επιτέλους και φόβο να μην έχω.

Νίκο, μήπως ξέχασες κάτι; Ήρθε το ευγενικό καμπανάκι της Μαρίνας. Στην ερώτηση αυτή άρχισε ο νους μου να κάνει την ωραία εκείνη όπισθεν διαδικασία, μια αναδρομή δηλαδή, στα τελευταία δρώμενα. Το αεροδρόμιο, τα αεροπλάνα, τον έλεγχο. Και βλέπω νοητά ένα αεροπλάνο ξεχασμένο στην τελική διαδικασία για προσγείωση, το οποίο επειδή ποτέ δεν του μίλησα και δεν μου μίλησε, επειδή ποτέ δεν το μεταβίβασα για προσγείωση, εκείνο σβούριζε πάνω από το αεροδρόμιο ξανά και ξανά αναμένοντας άδεια προσγείωσης. Και τελικά στη νοητική ανασκόπηση που εκείνη την ώρα τελείωνε μπρος μου, το είδα να πέφτει με φλόγες στο διάδρομο.

Ήταν που είχα αρχίσει να αισθάνομαι σίγουρος, να πατώ στα πόδια μου. Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι αυτό στο οποίο πατούσα -σταθερά δήθεν- άρχισε να γκρεμίζεται σαν παγόβουνο που βυθίζεται με πάταγο στη θάλασσα.

Τα είχα κάνει θάλασσα.

Μα η Μαρίνα και η Στέλλα ατάραχες. Μια ηρεμία, μια ψυχραιμία, σαν να μην υπήρχε συμβάν, σαν να μην υπήρχε ατύχημα. Ωστόσο μια πλήρης απογοήτευση αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους. Που αποδεικνυόμουν λίγος γι' αυτό το έργο, που δεν είχα καταφέρει ένα έρημο αεροπλανάκι να φέρω σωστά στον προορισμό του. Ένα αεροπλανάκι που αποκαλύφθηκε ότι ήταν υπό τον πλήρη έλεγχό τους, σ' ένα τύπου virtual reality εξομοιωτή που έπαιζε μπρος μας.

Μάζεψα τα μπογαλάκια μου και έφυγα γι' άλλη παραλία.

Φορτωμένος με τη μνήμη της πρόσφατης ολοκληρωτικής αποτυχίας μου, βρέθηκα να περπατώ ειρηνικός, σχεδόν ευτυχισμένος, στην οδό Αλεξάνδρου Σβώλου στη Θεσσαλονίκη, τον ωραιότερο ίσως δρόμο του κέντρου της πόλης. Έναν δρόμο κατάφυτο από εσπεριδοειδή και γιγάντιες ροδιές, βαρυφορτωμένες με τεράστιους καρπούς που έγερναν απ' τα κλαδιά σαν πορτοκαλιοί ήλιοι. Ελαφροπατούσα στο μαλακό χώμα ανάμεσα σε χωράφια με ξύλινους φράχτες, καλησπέριζα γνωστούς και αγνώστους στο διάβα μου προς την αγια-Σοφιά, ανοιγοκλείνοντας -με τον κωδικό που απασφαλίζει την πόρτα του Πύργου στο αεροδρόμιο- τα ξύλινα πορτόφυλλα...


Είσαι στο σωστό δρόμο. Εγώ ακόμα βλέπω! Ήρθε αμέσως η σχεδόν στοργική απάντηση της Στέλλας, όταν της εξιστόρησα τα δρώμενα της περασμένης βραδιάς. Και ψέματα θα σου πει, όποιος δεν έχει δει παρόμοια. Μου έμεινε όμως λιγάκι, όπως πάντα μένει σαν απτή επίγευση η επιρροή ενός τόσο έντονου ονείρου, μου 'μεινε αυτή η αίσθηση της απογοήτευσης, της αποτυχίας. Αλλά και της αποφασιστικότητας τίποτα να μην ξεφεύγει πλέον της προσοχής μου.

Μου 'μεινε και η αίσθηση της παραδεισένιας Θεσσαλονίκης. Με τις λεμονιές και τα ρόδια σαν ήλιους. Το ξάνοιγμα της ονειρικής Σβώλου προς την αγια-Σοφιά και η γαλήνη στην καρδιά μου. Σ' αυτήν την πόλη έχει αποθέσει πράμα η καρδιά μου.

Μα και η γενναιότητα να πατήσω ξανά τον κωδικό που ξεκλειδώνει την πόρτα, που με επαναφέρει δυναμικά στο χώρο του "φόβου" και της ευθύνης μου. Εκεί που ευτυχώς θα συνεχίσουν να με περιμένουν υπομονετικά η Μαρίνα και η Στέλλα. Πόσο χαρούμενος είμαι που τις έχω να με προσέχουν.

Τούτη η ανάρτηση ολο-δική τους.


Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

every summer has its sunset

Διέσχισαν τον δρόμο, δρασκέλισαν τις μάνικες του νερού που φιδογύριζαν ακόμα προς το φλεγόμενο κτίριο.
«Πότε έπαψες να την αγαπάς;» 
Προχώρησε λίγο προτού επιβραδύνει το βήμα του και χαλαρώσει κοιτάζοντας ίσια μπροστά του.
«Ποτέ δεν παύεις ν' αγαπάς. Ο άλλος παύει να σ' αγαπάει, αυτό είν' όλο. Και μετά γαντζώνεσαι απ' τα κλαδιά, πείθεις τον εαυτό σου για τη λήθη. Αν είσαι τυχερός αφήνεσαι σε μια άλλη περιπέτεια, σε ένα άλλο χαμόγελο. Όσο για το αν παύεις ν' αγαπάς, άσ' το, είναι μια άλλη ιστορία...»
[♪] We live and die like all the rest
every summer has its sunset every year [♪]
Πλησίασαν στα αυτοκίνητα και μπήκαν μέσα. 
Θα 'θελε να της πει ότι μετά την κατρακύλα οι άντρες μαθαίνουν ξανά να βαδίζουν μόνοι. Μήνες ολάκεροι αναμοχλεύοντας τις αναμνήσεις, υπερνικώντας τον θυμό, το γινάτι. Μήνες και μήνες, σαν αργόσυρτη ανάρρωση από βαριά αρρώστια. Και μετά βγαίνεις μουδιασμένος, διστακτικός, κάπως γερασμένος. 
Αργότερα ξαναβρίσκεις τις κινήσεις σου. Δίνεις το χέρι, γίνεσαι ποθητός, προσφέρεις τα μισάνοιχτα χείλη σου. Παίζεις το ρόλο του γόη, του αρσενικού που η άλλη -η καινούρια- περιμένει ν' ανταμώσει το απόβραδο. Γίνεσαι ο πρωταγωνιστής της δικής σου επιβίωσης, ξέρεις απέξω όλες τις σκηνές, τους ρόλους, τα ανοίγματα της αυλαίας. Ο έρωτας είναι μια κωμωδία με αποχρώσεις τραγωδίας. Όταν σε παραμερίζει, όταν ο άλλος κλείνει την πόρτα και δεν ξαναγυρίζει, η φλόγα παραμένει εκεί σαν την κατασιγασμένη ανθρακιά, έτοιμη να φουντώσει με την πρώτη ευωδιαστή πνοή του αγέρα.
[♪] And I loved you long ago, and I love you still,
but the roads that we have travelled took us far apart,
someday we will find the time to heal [♪]
Δεν παύεις ποτέ ν' αγαπάς. Ποτέ.
Αυτό ήθελε να της πει προτού τα αμάξια ξεκινήσουν και χαθούν μες στην υγρή πόλη.

* Συνέπεσε η ανάγνωση της καινούριας noir έκδοσης του Καστανιώτη, Το φιλί του θανάτου του Ζιλ Βενσάν, με την αφιέρωση που μας έκανε ο Μάκης Προβατάς κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας του Απρίλη: Acoustic song του Bruce Dickinson. Η σύνδεσή τους αναπόφευκτη!



Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

soft promises


«Θα προσπαθήσω».
Ήταν η πιο πρόσφατη υπόσχεσή μου.


[♪] All my soft wild promises were words,
birds endlessly in flight,
thoughts in time and out of season
in the common calculus of reason [♪]
Απόσπασμα από ποίημα του πιο γνωστού Τζιμάκου της παγκόσμιας ροκ σκηνής
και δεν εννοώ του Πανούση.


«Δεν μπορώ άλλο να σας τάξω... οι υποσχέσεις μου, έχουν πλέον εξαντληθεί». Ξοδεύτηκαν μία προς μία σε ένα αδηφάγο άχρονο παρόν, δίχως καν μια προσπάθεια υλοποίησης.
Ήταν η πιο ειλικρινής πραγματικότητά μου.

>>>

Ήταν -εκείνη τη στιγμή στο τηλέφωνο- η πιο αγαπημένη δασκάλα της ώριμης νιότης μου. Η δασκάλα της κιθάρας, Ζαχαρούλα όνομα και πράγμα ένα. Η Ζαχαρούλα της έμπνευσης, της επίμονης ώθησης, της πίστης, της απλότητας. Η δασκάλα που δυο χρόνια μας ανέχτηκε με τον Σπύρο, που διόρθωνε τα λάθη μου εξ' ακοής την τρίτη χρονιά που τριγυρνούσα στην Αθήνα και με "υποχρέωσε" να συνεχίσουμε τα μαθήματα τηλεφωνικά («την επόμενη Πέμπτη θα σε ακούσω, κανόνισε την πορεία σου» ήταν η συνηθισμένη τελεσίγραφη ατάκα της). Ήταν το πρόσωπο που ασυναίσθητα είχα ψάξει, με το νου μου να στάζει από νοσταλγία, όταν προ δύο μηνών είχα βρεθεί εκτάκτως στη Θεσσαλονίκη έναντι του αγίου Δημητρίου, περιμένοντας από λεπτό σε λεπτό την άφιξη του κουμπάρου να με παραλάβει. Και ήταν ακριβώς εκείνο το πρόσωπο που ο άγιος είχε φέρει ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπροστά μου, έτσι για να βουρκώσουμε δυο-τρία λεπτά ώσπου να έρθει η κούρσα να με πάρει.
Ήταν η πιο θαυμαστή συγκίνησή μου.

>>>

Ήταν τα δικά μου ακροδάχτυλα που πίεσαν διαδοχικά την οθόνη αφής του πανέξυπνου κινητού μου ψάχνοντας για το τηλέφωνό της. Είχε περάσει ακριβώς ένας μήνας που σκόπευα να της τηλεφωνήσω για την πρώτη γιορτή της κορούλας της, μια βδομάδα από τη δεύτερη γιορτή της ίδιας κορούλας της· τελικά δεν είχα προλάβει καμία από τις δύο. Με είχε προλάβει.
Ήταν η πιο μισή-μισή χαρά και ντροπή μου.

>>>

Ήταν ένα μήνυμα από την προτελευταία μάλλον που θα περίμενα εκείνη την ώρα να στείλει (για την τελευταία είμαι σίγουρος ποια θα ήταν και άλλο τόσο σίγουρος ότι δεν θα έστελνε). Αλλά και που πάλι περίμενα ότι θα ερχόταν από μέρα σε μέρα, όσο εγώ μετέθετα κάθε φορά "για αύριο" τη δική μου επικοινωνία. «Χριστός ανέστη. Τι κάνεις; Τι κάνει η Κρήτη; Περιμένω τηλέφωνο για μάθημα...». Ήταν η γνωστή γλυκιά σκλαβωτική επιμονή, συνεπής στο χρόνο, κι ας ήταν καμιά εικοσαριά μήνες νωρίτερα η εμπειρία του τελευταίου ακουστικού μαθήματος. Και πολλοστή έκτοτε η υπομονετική υπενθύμιση «περιμένω τηλέφωνο για μάθημα...». Ήταν και αυτές οι τρεις τελίτσες σημάδι ανεξάντλητης διάθεσης από μέρους της, δηλωτικές μιας προσπάθειας που θα άγγιζε αβίαστα το διηνεκές.
Ήταν οι πιο πιεστικές μου τελίτσες.

>>>

Ήταν το κινητό τηλέφωνο αυτό που βούισε καθώς η δόνηση συντονίστηκε στο ψευτο-ξύλινο τραπέζι· κατάφερε να αποσπάσει το βλέμμα μου από την οθόνη του αργοκίνητου υπολογιστή στο γραφείο της υπηρεσίας. Ήταν η γνωστή καθημερινή / εβδομαδιαία / μηνιαία αγγαρεία που μου έβαζε ο προϊστάμενος, να στείλουμε ένα επείγον χαρτί στην Αθήνα, να φτιάξουμε το πρόγραμμα του επόμενου μήνα (που θα μας έρθει έτοιμο την άλλη μέρα), να βγάλουμε ένα υπηρεσιακό σημείωμα (που μπορούσε να περιμένει ως τη Δευτέρα και την επιστροφή της αδειούχου γραμματέως). Ήταν μαζί φορεμένη η γνωστή δικαιολογία «εσύ τα ξέρεις καλύτερα». Ήταν ένα μεγάλο διάλειμμα από την πιο ενδιαφέρουσα -εργασιακά- βάρδια της σύντομης καριέρας μου, τόσο μεγάλο που κατάφερε να με βγάλει εκτός ρυθμού και ενδιαφέροντος.
Ήταν το πιο ανεπιθύμητο διάλειμμά μου.

>>>


Ήταν ο μεγαλύτερος καημός μου από τότε που άρχισα να στρώνω τη νέα μου ζωή στο Νότο. Νέοι άνθρωποι, καινούριος τόπος, παλιές συνήθειες, άγνωστη δουλειά, ο ίδιος εγώ. Ένα πράγμα να με καίει όμως κάθε φορά που έμπαινα στο δεύτερο υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Στη γωνία η κιθάρα στη θήκη της. Καμιά φορά της άλλαζα θέση, για να δείχνω στον εαυτό μου ότι νοιάζομαι, ότι είμαι σε διαδικασία επανέναρξης των παιξιμάτων. Την ξεσκόνιζα κιόλας, τακτοποιούσα τα βιβλία και τα τετράδια της μουσικής, τα άφηνα ανοικτά σε αγαπημένα μου κομμάτια περιμένοντας μιαν αύρα να χαϊδέψει τις χορδές στα δικά τους μέτρα. Να, σκοπό το είχα, «την άλλη βδομάδα ξεκινώ». Μετά η "άλλη βδομάδα" έγινε "με το τέλος της εκπαίδευσης που θα έχω και χρόνο", κατόπιν "με την αρχή της άλλης εκπαίδευσης που θα είμαι σε φόρμα". Και οι εκπαιδεύσεις περνούσαν μεν επιτυχώς, η θήκη ξεσκονιζόταν μεν συστηματικώς, τα βιβλία αναδιαταζόντουσαν μεν διαρκώς, μα οι χορδές σιγούσαν δε πεισματικώς. Κάθε φορά οι ίδιες χαζές μου υποσχέσεις, εύκολες και μαλθακές, απ' αυτές που είναι εξαρχής σίγουρα μη τετελεσμένες. Αποτυχημένες σαν άγριο άκαρπο δέντρο.
Ήταν ο πιο πιεστικός καημός μου.

>>>

Ήταν και εκείνη η ευγενική προτροπή του Δημήτρη, παραμονές Χριστουγέννων, όταν έφευγε ύστερα από σύντομη διαμονή στο σπίτι, «την επόμενη φορά που θα έρθω, θα μας παίξεις κάτι στην κιθάρα». «Θα γίνει και αυτό».
Ήταν η πιο πρόσφατη -τότε- κούφια υπόσχεσή μου.

* Το σκίτσο το βρήκα εδώ.



Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

μοίρα

"Τα χρόνια περνούν και οι παλιές υποσχέσεις ξασπρίζουν σαν τα καραβόξυλα στον ήλιο. Όλα είναι μια ιδέα, οι άνθρωποι συνηθίζουν να ζουν αδιαμαρτύρητα κάτω από το στέγαστρο της αναγκαιότητας. Άλλες φορές αυτός ο σκιερός τους χώρος είναι ελάχιστος, ώστε ούτε τον παρατηρούν, ή άλλοτε κάνουν πως δεν έχουν καταλάβει, για να νιώθουν τάχα ελεύθεροι και αυτεξούσιοι.
Υπάρχει μια σκιά που μόνο όσοι έχουν χάρισμα και περίσκεψη μπορούν να τη διακρίνουν την άνοιξη στα λιβάδια, είναι η σκιά κάποιας πεταλούδας κάτω στο χόρτο, τόσο μικρή που θυμίζει τελεία σε σελίδα τετραδίου. Όσοι προσπάθησαν να την εξευμενίσουν δίπλωσαν στα δύο, αυτοί που της αντιτάχθηκαν διαμελίστηκαν."
 * Από το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, Στη σκιά της πεταλούδας.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

σαν βέλος

«Πριν φύγω από το Παρίσι, πήγα ένα δειλινό ν' αποχαιρετήσω τη Notre-Dame. Θα την ευγνωμονώ πάντα για τη συγκίνηση που μου 'δωκε σαν την πρωτόδα· ο θόλος στις δικές μας εκκλησιές είναι θαρρείς μια χαριτωμένη συμφιλίωση του περιορισμένου με το απεριόριστο, του ανθρώπου με το Θεό· τινάζεται προς τ' απάνω ο ναός, θαρρείς και φιλοδοξεί να φτάσει στον ουρανό, και ξαφνικά, με θεοφοβούμενη εγκαρτέρηση, υποτάζει την ορμή του στο άγιο μέτρο, υποκλίνεται και καμπυλώνεται μπροστά στην άφταστη απεραντοσύνη, γίνεται θόλος και κατεβάζει στην κορφή του τον Παντοκράτορα.»
«Ολότελα πιο περήφανη μου φαίνουνταν η παράτολμη φιλοδοξία της γοτθικής μητρόπολης· τινάζεται από το χώμα, επιστρατεύοντας, θαρρείς, όλες τις πέτρες της γης, για να τις πειθαρχήσει να καταλήξουν σε βέλος, που χιμάει στον ουρανό, μυτερό, τολμηρό, σαν αλεξικέραυνο. Όλα στην άγια ετούτη αρχιτεκτονική αποκορυφώνουνται και γίνουνται βέλος· όχι πια η ισιόγραμμη, τετράγωνη λογική του ελληνικού ρυθμού, που βάζει ανθρώπινη τάξη στο χάος, τέλεια ισορροπώντας την ομορφιά με την ανάγκη κι εγκαινιάζοντας λογική συνεννόηση του ανθρώπου με το Θεό· μα κάτι παράφορο, παράλογο, μια ένθεη αλλοφροσύνη, που συνεπαίρνει ξάφνου τους ανθρώπους και τους σπρώχνει να επιχειρήσουν έφοδο στην επικίντυνη γαλάζια ερημία, για να κατεβάσουν το μέγα Κεραυνό, το Θεό.»
«Ποιος ξέρει, τέτοια πρέπει να 'ναι κι η προσευκή· τέτοια κι η ψυχή του ανθρώπου. Να επιστρατεύεις τις ανθρώπινες ελπίδες και τρομάρες και να τις ρίχνεις σαν βέλος σε άφταστο υπεράνθρωπο ύψος. Ορμή και περφάνια, κραυγή μέσα στην αβάσταχτη άναντρη σιγή, λόγχη που στέκεται αλύγιστη, όρθια και δεν αφήνει τον ουρανό να πέσει απάνω στα κεφάλια μας...»
* Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο.
Καλή Σαρακοστή.