Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

όνειρο ήτανε

Ήτανε κάποτε περιπέτειες, με κυνηγητά στους δρόμους και πτώσεις από θεόρατα κτήρια· άλλοτε ερημικές περιπλανήσεις σε δάση και χαμένα μονοπάτια. Πότε πότε έρχονταν πρόσωπα από το παρελθόν και γέμιζαν δευτερόλεπτα στιγμών με χαμόγελα κι επιθυμίες. Ήτανε -σταθερά στα χρόνια- σκηνές απ' τα βιβλία που έμεναν μισάνοιχτα καθώς τα βλέφαρα έκλειναν κουρασμένα, περασμένα μεσάνυχτα.

Χθες για πρώτη φορά ήταν ένα αεροπλάνο. Ένα αεροπλανάκι δηλαδή, μινιατούρα, αλλά αληθινό στο σουρεάλ σκηνικό της τελευταίας νυχτερινής μου περιπέτειας. Ένα αεροπλανάκι που έλαχε στην προσοχή μου να το φέρω ήσυχα κι ωραία στο υπερ-αληθινό αεροδρόμιο μινιατούρα που έστεκε μπρος μου. Το παρακολουθούσα με προσοχή να πετάει στο κλειστό δωμάτιο, λευκό ήτανε το θυμάμαι. Και όταν κάποτε ευθυγραμμίστηκε στην τελική ευθεία για προσγείωση, το ξέχασα, χμ!

Θυμάμαι να πιάνω την κουβέντα με τη Μαρίνα και τη Στέλλα, την εκπαιδεύτρια και προϊσταμένη μου αντίστοιχα, με τις οποίες κάναμε βάρδια. Θυμάμαι επίσης να νιώθω τέτοια άνεση, τέτοια σιγουριά ότι όλα σε 'κείνη τη βάρδια πηγαίνανε ρολόι, ότι άρχισα να πατώ στα πόδια μου επιτέλους και φόβο να μην έχω.

Νίκο, μήπως ξέχασες κάτι; Ήρθε το ευγενικό καμπανάκι της Μαρίνας. Στην ερώτηση αυτή άρχισε ο νους μου να κάνει την ωραία εκείνη όπισθεν διαδικασία, μια αναδρομή δηλαδή, στα τελευταία δρώμενα. Το αεροδρόμιο, τα αεροπλάνα, τον έλεγχο. Και βλέπω νοητά ένα αεροπλάνο ξεχασμένο στην τελική διαδικασία για προσγείωση, το οποίο επειδή ποτέ δεν του μίλησα και δεν μου μίλησε, επειδή ποτέ δεν το μεταβίβασα για προσγείωση, εκείνο σβούριζε πάνω από το αεροδρόμιο ξανά και ξανά αναμένοντας άδεια προσγείωσης. Και τελικά στη νοητική ανασκόπηση που εκείνη την ώρα τελείωνε μπρος μου, το είδα να πέφτει με φλόγες στο διάδρομο.

Ήταν που είχα αρχίσει να αισθάνομαι σίγουρος, να πατώ στα πόδια μου. Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι αυτό στο οποίο πατούσα -σταθερά δήθεν- άρχισε να γκρεμίζεται σαν παγόβουνο που βυθίζεται με πάταγο στη θάλασσα.

Τα είχα κάνει θάλασσα.

Μα η Μαρίνα και η Στέλλα ατάραχες. Μια ηρεμία, μια ψυχραιμία, σαν να μην υπήρχε συμβάν, σαν να μην υπήρχε ατύχημα. Ωστόσο μια πλήρης απογοήτευση αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους. Που αποδεικνυόμουν λίγος γι' αυτό το έργο, που δεν είχα καταφέρει ένα έρημο αεροπλανάκι να φέρω σωστά στον προορισμό του. Ένα αεροπλανάκι που αποκαλύφθηκε ότι ήταν υπό τον πλήρη έλεγχό τους, σ' ένα τύπου virtual reality εξομοιωτή που έπαιζε μπρος μας.

Μάζεψα τα μπογαλάκια μου και έφυγα γι' άλλη παραλία.

Φορτωμένος με τη μνήμη της πρόσφατης ολοκληρωτικής αποτυχίας μου, βρέθηκα να περπατώ ειρηνικός, σχεδόν ευτυχισμένος, στην οδό Αλεξάνδρου Σβώλου στη Θεσσαλονίκη, τον ωραιότερο ίσως δρόμο του κέντρου της πόλης. Έναν δρόμο κατάφυτο από εσπεριδοειδή και γιγάντιες ροδιές, βαρυφορτωμένες με τεράστιους καρπούς που έγερναν απ' τα κλαδιά σαν πορτοκαλιοί ήλιοι. Ελαφροπατούσα στο μαλακό χώμα ανάμεσα σε χωράφια με ξύλινους φράχτες, καλησπέριζα γνωστούς και αγνώστους στο διάβα μου προς την αγια-Σοφιά, ανοιγοκλείνοντας -με τον κωδικό που απασφαλίζει την πόρτα του Πύργου στο αεροδρόμιο- τα ξύλινα πορτόφυλλα...


Είσαι στο σωστό δρόμο. Εγώ ακόμα βλέπω! Ήρθε αμέσως η σχεδόν στοργική απάντηση της Στέλλας, όταν της εξιστόρησα τα δρώμενα της περασμένης βραδιάς. Και ψέματα θα σου πει, όποιος δεν έχει δει παρόμοια. Μου έμεινε όμως λιγάκι, όπως πάντα μένει σαν απτή επίγευση η επιρροή ενός τόσο έντονου ονείρου, μου 'μεινε αυτή η αίσθηση της απογοήτευσης, της αποτυχίας. Αλλά και της αποφασιστικότητας τίποτα να μην ξεφεύγει πλέον της προσοχής μου.

Μου 'μεινε και η αίσθηση της παραδεισένιας Θεσσαλονίκης. Με τις λεμονιές και τα ρόδια σαν ήλιους. Το ξάνοιγμα της ονειρικής Σβώλου προς την αγια-Σοφιά και η γαλήνη στην καρδιά μου. Σ' αυτήν την πόλη έχει αποθέσει πράμα η καρδιά μου.

Μα και η γενναιότητα να πατήσω ξανά τον κωδικό που ξεκλειδώνει την πόρτα, που με επαναφέρει δυναμικά στο χώρο του "φόβου" και της ευθύνης μου. Εκεί που ευτυχώς θα συνεχίσουν να με περιμένουν υπομονετικά η Μαρίνα και η Στέλλα. Πόσο χαρούμενος είμαι που τις έχω να με προσέχουν.

Τούτη η ανάρτηση ολο-δική τους.


Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

every summer has its sunset

Διέσχισαν τον δρόμο, δρασκέλισαν τις μάνικες του νερού που φιδογύριζαν ακόμα προς το φλεγόμενο κτίριο.
«Πότε έπαψες να την αγαπάς;» 
Προχώρησε λίγο προτού επιβραδύνει το βήμα του και χαλαρώσει κοιτάζοντας ίσια μπροστά του.
«Ποτέ δεν παύεις ν' αγαπάς. Ο άλλος παύει να σ' αγαπάει, αυτό είν' όλο. Και μετά γαντζώνεσαι απ' τα κλαδιά, πείθεις τον εαυτό σου για τη λήθη. Αν είσαι τυχερός αφήνεσαι σε μια άλλη περιπέτεια, σε ένα άλλο χαμόγελο. Όσο για το αν παύεις ν' αγαπάς, άσ' το, είναι μια άλλη ιστορία...»
[♪] We live and die like all the rest
every summer has its sunset every year [♪]
Πλησίασαν στα αυτοκίνητα και μπήκαν μέσα. 
Θα 'θελε να της πει ότι μετά την κατρακύλα οι άντρες μαθαίνουν ξανά να βαδίζουν μόνοι. Μήνες ολάκεροι αναμοχλεύοντας τις αναμνήσεις, υπερνικώντας τον θυμό, το γινάτι. Μήνες και μήνες, σαν αργόσυρτη ανάρρωση από βαριά αρρώστια. Και μετά βγαίνεις μουδιασμένος, διστακτικός, κάπως γερασμένος. 
Αργότερα ξαναβρίσκεις τις κινήσεις σου. Δίνεις το χέρι, γίνεσαι ποθητός, προσφέρεις τα μισάνοιχτα χείλη σου. Παίζεις το ρόλο του γόη, του αρσενικού που η άλλη -η καινούρια- περιμένει ν' ανταμώσει το απόβραδο. Γίνεσαι ο πρωταγωνιστής της δικής σου επιβίωσης, ξέρεις απέξω όλες τις σκηνές, τους ρόλους, τα ανοίγματα της αυλαίας. Ο έρωτας είναι μια κωμωδία με αποχρώσεις τραγωδίας. Όταν σε παραμερίζει, όταν ο άλλος κλείνει την πόρτα και δεν ξαναγυρίζει, η φλόγα παραμένει εκεί σαν την κατασιγασμένη ανθρακιά, έτοιμη να φουντώσει με την πρώτη ευωδιαστή πνοή του αγέρα.
[♪] And I loved you long ago, and I love you still,
but the roads that we have travelled took us far apart,
someday we will find the time to heal [♪]
Δεν παύεις ποτέ ν' αγαπάς. Ποτέ.
Αυτό ήθελε να της πει προτού τα αμάξια ξεκινήσουν και χαθούν μες στην υγρή πόλη.

* Συνέπεσε η ανάγνωση της καινούριας noir έκδοσης του Καστανιώτη, Το φιλί του θανάτου του Ζιλ Βενσάν, με την αφιέρωση που μας έκανε ο Μάκης Προβατάς κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας του Απρίλη: Acoustic song του Bruce Dickinson. Η σύνδεσή τους αναπόφευκτη!



Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

soft promises


«Θα προσπαθήσω».
Ήταν η πιο πρόσφατη υπόσχεσή μου.


[♪] All my soft wild promises were words,
birds endlessly in flight,
thoughts in time and out of season
in the common calculus of reason [♪]
Απόσπασμα από ποίημα του πιο γνωστού Τζιμάκου της παγκόσμιας ροκ σκηνής
και δεν εννοώ του Πανούση.


«Δεν μπορώ άλλο να σας τάξω... οι υποσχέσεις μου, έχουν πλέον εξαντληθεί». Ξοδεύτηκαν μία προς μία σε ένα αδηφάγο άχρονο παρόν, δίχως καν μια προσπάθεια υλοποίησης.
Ήταν η πιο ειλικρινής πραγματικότητά μου.

>>>

Ήταν -εκείνη τη στιγμή στο τηλέφωνο- η πιο αγαπημένη δασκάλα της ώριμης νιότης μου. Η δασκάλα της κιθάρας, Ζαχαρούλα όνομα και πράγμα ένα. Η Ζαχαρούλα της έμπνευσης, της επίμονης ώθησης, της πίστης, της απλότητας. Η δασκάλα που δυο χρόνια μας ανέχτηκε με τον Σπύρο, που διόρθωνε τα λάθη μου εξ' ακοής την τρίτη χρονιά που τριγυρνούσα στην Αθήνα και με "υποχρέωσε" να συνεχίσουμε τα μαθήματα τηλεφωνικά («την επόμενη Πέμπτη θα σε ακούσω, κανόνισε την πορεία σου» ήταν η συνηθισμένη τελεσίγραφη ατάκα της). Ήταν το πρόσωπο που ασυναίσθητα είχα ψάξει, με το νου μου να στάζει από νοσταλγία, όταν προ δύο μηνών είχα βρεθεί εκτάκτως στη Θεσσαλονίκη έναντι του αγίου Δημητρίου, περιμένοντας από λεπτό σε λεπτό την άφιξη του κουμπάρου να με παραλάβει. Και ήταν ακριβώς εκείνο το πρόσωπο που ο άγιος είχε φέρει ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπροστά μου, έτσι για να βουρκώσουμε δυο-τρία λεπτά ώσπου να έρθει η κούρσα να με πάρει.
Ήταν η πιο θαυμαστή συγκίνησή μου.

>>>

Ήταν τα δικά μου ακροδάχτυλα που πίεσαν διαδοχικά την οθόνη αφής του πανέξυπνου κινητού μου ψάχνοντας για το τηλέφωνό της. Είχε περάσει ακριβώς ένας μήνας που σκόπευα να της τηλεφωνήσω για την πρώτη γιορτή της κορούλας της, μια βδομάδα από τη δεύτερη γιορτή της ίδιας κορούλας της· τελικά δεν είχα προλάβει καμία από τις δύο. Με είχε προλάβει.
Ήταν η πιο μισή-μισή χαρά και ντροπή μου.

>>>

Ήταν ένα μήνυμα από την προτελευταία μάλλον που θα περίμενα εκείνη την ώρα να στείλει (για την τελευταία είμαι σίγουρος ποια θα ήταν και άλλο τόσο σίγουρος ότι δεν θα έστελνε). Αλλά και που πάλι περίμενα ότι θα ερχόταν από μέρα σε μέρα, όσο εγώ μετέθετα κάθε φορά "για αύριο" τη δική μου επικοινωνία. «Χριστός ανέστη. Τι κάνεις; Τι κάνει η Κρήτη; Περιμένω τηλέφωνο για μάθημα...». Ήταν η γνωστή γλυκιά σκλαβωτική επιμονή, συνεπής στο χρόνο, κι ας ήταν καμιά εικοσαριά μήνες νωρίτερα η εμπειρία του τελευταίου ακουστικού μαθήματος. Και πολλοστή έκτοτε η υπομονετική υπενθύμιση «περιμένω τηλέφωνο για μάθημα...». Ήταν και αυτές οι τρεις τελίτσες σημάδι ανεξάντλητης διάθεσης από μέρους της, δηλωτικές μιας προσπάθειας που θα άγγιζε αβίαστα το διηνεκές.
Ήταν οι πιο πιεστικές μου τελίτσες.

>>>

Ήταν το κινητό τηλέφωνο αυτό που βούισε καθώς η δόνηση συντονίστηκε στο ψευτο-ξύλινο τραπέζι· κατάφερε να αποσπάσει το βλέμμα μου από την οθόνη του αργοκίνητου υπολογιστή στο γραφείο της υπηρεσίας. Ήταν η γνωστή καθημερινή / εβδομαδιαία / μηνιαία αγγαρεία που μου έβαζε ο προϊστάμενος, να στείλουμε ένα επείγον χαρτί στην Αθήνα, να φτιάξουμε το πρόγραμμα του επόμενου μήνα (που θα μας έρθει έτοιμο την άλλη μέρα), να βγάλουμε ένα υπηρεσιακό σημείωμα (που μπορούσε να περιμένει ως τη Δευτέρα και την επιστροφή της αδειούχου γραμματέως). Ήταν μαζί φορεμένη η γνωστή δικαιολογία «εσύ τα ξέρεις καλύτερα». Ήταν ένα μεγάλο διάλειμμα από την πιο ενδιαφέρουσα -εργασιακά- βάρδια της σύντομης καριέρας μου, τόσο μεγάλο που κατάφερε να με βγάλει εκτός ρυθμού και ενδιαφέροντος.
Ήταν το πιο ανεπιθύμητο διάλειμμά μου.

>>>


Ήταν ο μεγαλύτερος καημός μου από τότε που άρχισα να στρώνω τη νέα μου ζωή στο Νότο. Νέοι άνθρωποι, καινούριος τόπος, παλιές συνήθειες, άγνωστη δουλειά, ο ίδιος εγώ. Ένα πράγμα να με καίει όμως κάθε φορά που έμπαινα στο δεύτερο υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Στη γωνία η κιθάρα στη θήκη της. Καμιά φορά της άλλαζα θέση, για να δείχνω στον εαυτό μου ότι νοιάζομαι, ότι είμαι σε διαδικασία επανέναρξης των παιξιμάτων. Την ξεσκόνιζα κιόλας, τακτοποιούσα τα βιβλία και τα τετράδια της μουσικής, τα άφηνα ανοικτά σε αγαπημένα μου κομμάτια περιμένοντας μιαν αύρα να χαϊδέψει τις χορδές στα δικά τους μέτρα. Να, σκοπό το είχα, «την άλλη βδομάδα ξεκινώ». Μετά η "άλλη βδομάδα" έγινε "με το τέλος της εκπαίδευσης που θα έχω και χρόνο", κατόπιν "με την αρχή της άλλης εκπαίδευσης που θα είμαι σε φόρμα". Και οι εκπαιδεύσεις περνούσαν μεν επιτυχώς, η θήκη ξεσκονιζόταν μεν συστηματικώς, τα βιβλία αναδιαταζόντουσαν μεν διαρκώς, μα οι χορδές σιγούσαν δε πεισματικώς. Κάθε φορά οι ίδιες χαζές μου υποσχέσεις, εύκολες και μαλθακές, απ' αυτές που είναι εξαρχής σίγουρα μη τετελεσμένες. Αποτυχημένες σαν άγριο άκαρπο δέντρο.
Ήταν ο πιο πιεστικός καημός μου.

>>>

Ήταν και εκείνη η ευγενική προτροπή του Δημήτρη, παραμονές Χριστουγέννων, όταν έφευγε ύστερα από σύντομη διαμονή στο σπίτι, «την επόμενη φορά που θα έρθω, θα μας παίξεις κάτι στην κιθάρα». «Θα γίνει και αυτό».
Ήταν η πιο πρόσφατη -τότε- κούφια υπόσχεσή μου.

* Το σκίτσο το βρήκα εδώ.



Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

μοίρα

"Τα χρόνια περνούν και οι παλιές υποσχέσεις ξασπρίζουν σαν τα καραβόξυλα στον ήλιο. Όλα είναι μια ιδέα, οι άνθρωποι συνηθίζουν να ζουν αδιαμαρτύρητα κάτω από το στέγαστρο της αναγκαιότητας. Άλλες φορές αυτός ο σκιερός τους χώρος είναι ελάχιστος, ώστε ούτε τον παρατηρούν, ή άλλοτε κάνουν πως δεν έχουν καταλάβει, για να νιώθουν τάχα ελεύθεροι και αυτεξούσιοι.
Υπάρχει μια σκιά που μόνο όσοι έχουν χάρισμα και περίσκεψη μπορούν να τη διακρίνουν την άνοιξη στα λιβάδια, είναι η σκιά κάποιας πεταλούδας κάτω στο χόρτο, τόσο μικρή που θυμίζει τελεία σε σελίδα τετραδίου. Όσοι προσπάθησαν να την εξευμενίσουν δίπλωσαν στα δύο, αυτοί που της αντιτάχθηκαν διαμελίστηκαν."
 * Από το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, Στη σκιά της πεταλούδας.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

σαν βέλος

«Πριν φύγω από το Παρίσι, πήγα ένα δειλινό ν' αποχαιρετήσω τη Notre-Dame. Θα την ευγνωμονώ πάντα για τη συγκίνηση που μου 'δωκε σαν την πρωτόδα· ο θόλος στις δικές μας εκκλησιές είναι θαρρείς μια χαριτωμένη συμφιλίωση του περιορισμένου με το απεριόριστο, του ανθρώπου με το Θεό· τινάζεται προς τ' απάνω ο ναός, θαρρείς και φιλοδοξεί να φτάσει στον ουρανό, και ξαφνικά, με θεοφοβούμενη εγκαρτέρηση, υποτάζει την ορμή του στο άγιο μέτρο, υποκλίνεται και καμπυλώνεται μπροστά στην άφταστη απεραντοσύνη, γίνεται θόλος και κατεβάζει στην κορφή του τον Παντοκράτορα.»
«Ολότελα πιο περήφανη μου φαίνουνταν η παράτολμη φιλοδοξία της γοτθικής μητρόπολης· τινάζεται από το χώμα, επιστρατεύοντας, θαρρείς, όλες τις πέτρες της γης, για να τις πειθαρχήσει να καταλήξουν σε βέλος, που χιμάει στον ουρανό, μυτερό, τολμηρό, σαν αλεξικέραυνο. Όλα στην άγια ετούτη αρχιτεκτονική αποκορυφώνουνται και γίνουνται βέλος· όχι πια η ισιόγραμμη, τετράγωνη λογική του ελληνικού ρυθμού, που βάζει ανθρώπινη τάξη στο χάος, τέλεια ισορροπώντας την ομορφιά με την ανάγκη κι εγκαινιάζοντας λογική συνεννόηση του ανθρώπου με το Θεό· μα κάτι παράφορο, παράλογο, μια ένθεη αλλοφροσύνη, που συνεπαίρνει ξάφνου τους ανθρώπους και τους σπρώχνει να επιχειρήσουν έφοδο στην επικίντυνη γαλάζια ερημία, για να κατεβάσουν το μέγα Κεραυνό, το Θεό.»
«Ποιος ξέρει, τέτοια πρέπει να 'ναι κι η προσευκή· τέτοια κι η ψυχή του ανθρώπου. Να επιστρατεύεις τις ανθρώπινες ελπίδες και τρομάρες και να τις ρίχνεις σαν βέλος σε άφταστο υπεράνθρωπο ύψος. Ορμή και περφάνια, κραυγή μέσα στην αβάσταχτη άναντρη σιγή, λόγχη που στέκεται αλύγιστη, όρθια και δεν αφήνει τον ουρανό να πέσει απάνω στα κεφάλια μας...»
* Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο.
Καλή Σαρακοστή. 

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Ωδή στην αποκριά

Σε οκτώ βδομάδες πάλι
Μ' αναστενάζουσα καρδιά κι ένα βαρύ στομάχι
έριξα στάχτη και νερό στα λιπαρά 'ποφάγια.
Μπούχτισα μέχρι το λαιμό, αντικριστά και σφάγια
κι επήρα την απόφαση σε οκτώ βδομάδες πάλι.
***
Ξεκίνησα με λάχταρο και ελαφρύ κεφάλι
ξαπόσταινα πιπιλίζοντας στα δάχτυλα τη λίπα·
μα ούτε στιγμή δεν στάθηκα, δε ρώτησα, δεν είπα
- καλά, πότε ξανάρχεται; - σε οκτώ βδομάδες πάλι!
Μάσησα, καταπόντισα, σωστό 'να καρναβάλι
που όμοιο ποτέ δεν έγινε σε γειτονιά, σε σπίτι.
Μα όταν εξεχείλισε, ξεπόρτισε απ' τη μύτη
ο κόψιδος βασίλεψε, σε οκτώ βδομάδες πάλι.
***
Τότες μόνο-μετάνιωσα που ζήτηξα τρία κιλά να βάλει
απ' το καλό το σύγκλινο και το 'κλεκτό απάκι·
που όλα μαζί τα σιάξαμε προχθές στου φίλου μου του Άκη
αναφωνώντας λέφτεροι σε οκτώ βδομάδες πάλι!



Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Η μικρή μπουμπού

Έχοντας για λίγα μόλις λεπτά χάσει το προηγούμενο δρομολόγιο, μ' έπιασε γρήγορα το μεσημέρι στο δρόμο για το χωριό της, μια γλυκιά μέρα στην καρδιά του φθινοπώρου.

Να, ήδη διασχίζω γοργά το οδόστρωμα της εθνικής και κατεβαίνω τον κόμβο της γέφυρας, που οδηγεί στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Κοιτώ αυθόρμητα δεξιά κι αριστερά καθώς πατώ στις ράγες της παλιάς γραμμής του τραίνου, που ποιος θυμάται πότε έπαψε να λειτουργεί και ανηφορίζω στον δεξιό παράδρομο που οδηγεί στο σπίτι της. Η φύση στέκει ακόμη περήφανη στις αρχές του Οκτώβρη, οι μουριές σκιάζουν το στρατί σ' όλο του το μήκος. Από τα διπλανά σπίτια ακούγονται πιρούνια να κροτούν αποφασιστικά στη λευκή πορσελάνη, ποτήρια να γεμίζουν πιοτό. Γνέφω χαμογελαστά σε μια γειτόνισσα, αφήνοντάς την στην απορία ποιος να 'μαι. Κοντεύω το βήμα, ανασηκώνω το μικρό μου σακίδιο, ισιώνω τη ζακέτα που κρέμεται στο λουρί του· η κουκούλα της σχεδόν γλύφει το τσιμεντόστρωτο δρομάκι.

Στα τελευταία μέτρα σταματώ. Την έχω ήδη δει από μακριά, μα πλησίασα κοντά αθόρυβα. Καθισμένη ανάποδα στην πλαστική καρέκλα, κάνει τα συνηθισμένα καλοκαιρινά ανέμελα νάζια της κάθε φορά που το υπομονετικό κουταλάκι με το κριθαράκι πλησιάζει το στόμα της. Θέ μου πώς μεγάλωσε! Μάκρυναν τα μαλλάκια της, ψήλωσαν τα ποδαράκια της, μόρφυνε το πρόσωπό της. Στέκουμαι και χαμηλώνω φέρνοντας τις παλάμες στα γόνατά μου· και την κοιτώ χαμογελαστός. Θα με θυμηθεί; Εκεί που χαζεύει στριφογυρνώντας το κεφαλάκι της, η έκτακτη παρουσία μου τραβά το βλέμμα της· τα μάτια της ανοίγουν μεγάλα καστανά, τα χαμόγελα περιορίζονται, τα χείλη της ανοίγουν ελαφρά. Θα με θυμηθεί; Τα δευτερόλεπτα περνούν αργά. Στο επόμενο φέρνει το δαχτυλάκι της στο κάτω χείλος, ποιος ξέρει σε τι στροφές θα λειτουργούν τώρα οι μηχανισμοί της μνήμης της. Θα με θυμηθεί;

(Αυτό ήταν πάντα το όνειρό μου. Κυριολεκτικό όνειρο, ύπνου όνειρο. Ότι την επισκέπτομαι στο σπίτι στο χωριό, κι όσο ακόμα βαδίζω στο δρομάκι που οδηγεί στην αυλή του σπιτιού, εκείνη με βλέπει από μακριά και τρέχει να κρυφτεί στην αγκαλιά μου.)

Και την επόμενη στιγμή μου χαρίζει το ομορφότερο χαμόγελό της. Και το δαχτυλάκι που σκάλιζε το χείλος της τώρα με δείχνει, ακροδείχτης στο τεντωμένο χεράκι της. Και μετά οι δικοί μου μηχανισμοί μνήμης χάνονται στις παιδικές φωνούλες της, στις αγκαλίτσες της, στα νάζια της. Στον παιδικό της λαιμό που δεν χορταίνω να φιλώ.

Το κριθαράκι έμεινε μισό.

* Για τη μικρή μπουμπού μου, που σήμερα κλείνει τα δυο της χρόνια.