Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

a leap of faith


Στις αρχές του 15ου αιώνα έζησε ο φιλόσοφος, θεολόγος και γενικός πανεπιστήμονας Nicholas of Cusa (Νικόλαος Κουζάνος), ο οποίος αργότερα έγινε μάλιστα και αρχιεπίσκοπος στην περιοχή του. Ένα από τα πολλά θέματα που τον απασχόλησαν, όπως και δεκάδες άλλους της εποχής, ήταν ο τετραγωνισμός του κύκλου και το ανέφικτο αυτού. Σε ένα από τα συγγράμματά του με τίτλο "Η ακριβής αλήθεια είναι ακατανόητη", επισημαίνει:
Οτιδήποτε δεν είναι αλήθεια, δεν μπορεί να μετρήσει την αλήθεια με ακρίβεια (για παράδειγμα, ένας μη-κύκλος δεν μπορεί να μετρήσει έναν κύκλο, ο οποίος από τη φύση του είναι αδιαίρετος). Ως εκ τούτου η νόηση, η οποία είναι μια μη-αλήθεια, ποτέ δεν κατανοεί την αλήθεια με τέτοια ακρίβεια ώστε να μην υπάρχει πλέον άλλο περιθώριο ακρίβειας στην κατανόησή της. Ό,τι είναι η νόηση για την αλήθεια, είναι ένα πολύγωνο εγγεγραμμένο σε έναν κύκλο. Όσο περισσότερες γωνίες έχει το εγγεγραμμένο πολύγωνο, τόσο περισσότερο μοιάζει με τον κύκλο. Ακόμα, όμως, κι αν ο αριθμός των γωνιών πλησιάσει στο άπειρο, το πολύγωνο ποτέ δεν θα γίνει ίσο με τον κύκλο.



Συμβαίνει, όμως, και το εξής παράδοξο, ότι όσο αυξάνει ο αριθμός των γωνιών, το εγγεγραμμένο πολύγωνο γίνεται εξ ορισμού ολοένα και λιγότερο κύκλος, απομακρύνεται δηλαδή από τη φύση του κύκλου, ακριβώς γιατί ο κύκλος δεν έχει καμία γωνία!

Ο Κουζάνος ταύτιζε τον κύκλο με τον άπειρο Θεό και το πολύγωνο με τον πεπερασμένο άνθρωπο, που όσο κι αν προσπαθεί να πλησιάσει, να γνωρίσει το μέγεθος του Θεού, ποτέ δεν το καταφέρνει. Και μάλιστα, όσο περισσότερα λογικά πεπερασμένα στοιχεία προσθέτει ο άνθρωπος (οι γωνίες στο πολύγωνο) για να Τον φτάσει, τόσο περισσότερο μοιάζει να απομακρύνεται από τον Θεό (κύκλος-καμία γωνία). Ο μόνος τρόπος, αναφέρει, που μπορεί να μειώσει κανείς την απόσταση μεταξύ των δύο, κύκλου και πολυγώνου, Θεού και ανθρώπου, είναι με μια πράξη πίστης· ένα άλμα πίστης.

***

Άλμα πίστης επιχειρώ κι εγώ, με όλη τη δύναμη που μου 'χει δωθεί, να προσεγγίσω το αύριο που παραμένει πεισματικά στη σκιά του δικού μου πολυγώνου. Με τις γωνιές μου παραδομένες στη ροή του παρόντος, στη ροή της ζωής του Θεού, στέλνω βέλη πίστης για το μεγάλο, το άπιαστο, το θαύμα, όποιο κι αν είναι αυτό.


Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

το κιβώτιο

Στο υπόγειο της «Πολιτείας», παραμονές της Παναγίας, η πυκνότητα του κόσμου ήταν αξιοσημείωτη, σε αντίθεση με εκείνη στους δρόμους της άδειας πρωτεύουσας. Χωρίς ιδιαίτερο σκοπό ξόδευα γοργά της ώρες μου μέχρι το βραδινό ραντεβού. Τραβούσα βιβλία από τα ράφια για ν' απλώσω αδιάφορα τα μάτια μου στα οπισθόφυλλά τους, τακτοποιούσα άλλα στις σωστές τους θέσεις. Δυο φορές η ίδια γυναίκα με ρώτησε αν είμαι του καταστήματος· και τις δύο φορές της υπέδειξα πού θα βρει την υπεύθυνη και χάθηκα ξανά στο τμήμα των crime novels, απ' όπου διάλεξα δύο από τα τελευταία μυθιστορήματα του Philip Kerr που μας χαιρέτησε ξαφνικά αυτόν τον χρόνο.

Γύρισα την πλάτη μου και βρέθηκα αντάμα με μία ακόμη ερώτηση.
- Μήπως ξέρετε πού θα βρω Το κιβ..

Δεν είμαι σίγουρος αν είδε τα μάτια μου να της γνέφουν αρνητικά ή είχα ζεστή την απάντηση «δεν είμαι του καταστήματος» και έκοψε τη φράση της στη μέση. Νεαρό κορίτσι, είκοσι το πολύ αυγούστων, άγουρο, παιδιάστικα ενθουσιώδες. «Ααα..» κατάφερε μόνο να ψελλίσει με εμφανή τη ματαίωση στην έκφρασή της, χωρίς να μειώνεται ωστόσο η ανεμελιά της.

- Παρόλα αυτά, «Το κιβώτιο» που ψάχνετε, είναι ακριβώς εδώ, πίσω σας, συνέχισα χωρίς διακοπή, δείχνοντας ένα ράφι πάνω από το κεφάλι της. Αυτό δεν ψάχνετε; Το βιβλίο του Άρη Αλεξάνδρου;

Αυτή τη φορά το «Ααα..» της ήταν αυθεντικής έκπληξης, αφήνοντας το δεξί χέρι μετέωρο μπρος στο ανοιχτό στόμα της.

- Μα, πού το καταλάβατε ποιο βιβλίο έψαχνα;
- Μα, εσείς μου το είπατε..

Το «ευχαριστώ» ήταν εξίσου αυθεντικό, όπως και η χαρά μου που γι' άλλη μια φορά βρέθηκα δόκιμος βοηθός στον έκπληκτο άγνωστο άνθρωπο. Την αχαριστία την περιμένει κανείς από τους γνωστούς, τους αγαπημένους, σ' αυτούς που κατεξοχήν δίνει χωρίς μέτρο την καρδιά του. Κλεισμένη βιαστικά, σταλμένη σε κιβώτιο αχαριστίας, συστημένη, κάτι σαν ..«να προσέχεις, γεια σου».

Η βραδιά έμελλε να είναι υπέροχη, κι ας ήταν η τελευταία. Λοιπόν, στην επόμενη!


Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

μέσα από σένα

Τι μ' έπιασε τώρα και θυμάμαι ξανά. Θα σου πω τι φταίει, η χθεσινή συναυλία ήταν η αφορμή. Η αχόρταγη δύναμη να διατηρώ τις μνήμες μου, η αιώνια αιτία.

Με χλιαρή διάθεση κάθισα να ακούσω κινηματογραφικές μουσικές της Ρεμπούτσικα χθες βράδυ, να ξεγελάσω τη μελαγχολία των τελευταίων εβδομάδων. Δεν θα πω ψέματα, υπήρχε κέφι και ζωντάνια στη σκηνή· μακάρι να υπήρχε αντίστοιχη και στην καρδιά μου. Μέχρι που ξεκίνησε μια στιγμή να παίζει αυτή η ουράνια μελωδία..



>>>

Ήτανε η καταπληκτική χρονιά του 1998, είκοσι μακρινά χρόνια πριν, η χρονιά της αποφοίτησης, η χρονιά του πανεπιστημίου, που έμοιαζε σαν ήμαστε παιδιά ότι ποτέ δεν θα 'ρθει. Και κάπου εκεί ενδιάμεσα της αποφοίτησης και του πανεπιστημίου, η Σύρος.

Από τη Σύρο είναι ο Λάμπρος, να τα ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, οι υπόλοιποι είμαστε μπουνταλάδες στεργιανοί. Σου έχω ξαναπεί για τον Λάμπρο, όπως και για τον Άκη, τον Γιώργο, τον Βάιο. Το αγαπημένο παρεάκι του Λυκείου που έσμιξε μια φορά στα δεκάξι και άντεξε σ' όλες τις φθορές που ο χρόνος σκάλισε στα κορμιά μας. Ενόσω ο νησιώτης, λοιπόν, έλιαζε τα μπράτσα του στα σοκάκια της κοσμοπολίτικης κυκλαδίτικης πρωτεύουσας, εμείς οι άμαθοι από πλατσουρίσματα φορτωθήκαμε στο τουριστικό κτελ τα μεσάνυχτα μιας ζεστής μέρας του Ιούλη, προκειμένου να προλάβουμε το γαλατάδικο για τη Σύρα, τη χώρα του Μάρκου και του Μάνου. Παρέα με άλλα αντράκια που τ' όνειρο τους πήγαινε για Σαντορίνη και Πάρο. Οι πρώτες μας ελεύθερες διακοπές, με το κατευόδιο των μπαμπάδων μας φυσικά, τι νόμισες..

Μας περίμενε εκτός από τον φίλο, και όλη η φαμίλια στο νησί, η μάνα, η θεία, η γιαγιά, το σπίτι του θείου που ζούσε στη Γαλλία, και το οποίο θα φιλοξενούσε τις θαλασσινές μας περιπέτειες μιας βδομάδας. Τις σκαλίζω λίγο και έρχονται στον νου, οι βόλτες στις παραλίες του νησιού με το λεωφορείο, τα πάνω-κάτω στις πλατείες και στα σοκάκια, τα ατελείωτα ξενύχτια με κουβεντολόι και πειράγματα, το σπίτι που κάναμε άνω-κάτω· μα όχι τόσο το τι κάναμε όσο το πώς ήμαστε τότε, ανέμελοι, ξέγνοιαστοι, τελειωμένοι μια για πάντα από υποχρεωτικές εξετάσεις και διαβάσματα· αθώοι μες στην εφηβική ακόμη τρέλα μας, χαρούμενοι που είχαμε απλά ο ένας τον άλλον, καρδιές άγραφες και άσπιλες από τους πόνους και τα σημάδια της ώριμης νιότης.

Υπήρξε πάντα το σημείο αναφοράς, η Σύρος, το μεταίχμιο μεταξύ της παιδικής σχολικής αφέλειας και της πρόωρης ψευτο-ωριμότητας των μετέπειτα σπουδών. Μετά σκορπίζαμε και ξαναβρισκόμασταν όπως φυσούσε κάθε φορά το ρεύμα των ονείρων του καθενός και καταλήξαμε να ονειρευόμαστε ένα come-back στη Σύρο αυτό το καλοκαίρι, στην εικοσάχρονη επέτειό μας. Δεν το καταφέραμε. Γιατί καταλήξαμε και ο ένας παντρεμένος με νεογέννητο, ο άλλος μεταξύ παντρειάς και μόνιμης δεσμευμένης εργενοσύνης, κι άλλοι τρεις με χαρακωμένες καρδιές ψημένες στο αλάτι της αξόδευτης αγάπης και της πληγωμένης μοναξιάς. Δεν γίνονται έτσι τα ριγιούνιον μάτια μου..

>>>

Και τι σχέση έχει η Ρεμπούτσικα με τη Σύρο, θα μου πεις, και τα εικοσάχρονα από το ονειρεμένο εκείνο ταξίδι. Κάτσε ντε να τελειώσω την ιστορία..

Εκείνο το καλοκαίρι γίνονταν στο νησί τα γυρίσματα της «Αίθουσας του θρόνου», της εξαιρετικής σειράς που προβλήθηκε στο Mega τον επόμενο χειμώνα, μαζί με το «Λόγω Τιμής», θυμάσαι; Και η χαρά μας ήταν ανείπωτη που όλη τη χρονιά γυρίζαμε μαζί με τους πρωταγωνιστές στα ίδια αγαπημένα μέρη.

Η μελωδία που άκουσες στην αρχή ήταν το μουσικό θέμα της σειράς. Δεν ήξερα φυσικά ότι ήταν της Ρεμπούτσικα. Όπως δεν ήξερα ότι έχει και τον τίτλο «μέσα από σένα». Κι αν τότε ζούσαμε ο καθένας την τρέλα του μέσα από την παρέα, τώρα πια δεν μπορώ να σκεφτώ πώς είναι να ζω αν όχι μέσα από σένα. Και συγκινήθηκα, ήθελα να πω, ανακουφίστηκα, που η μουσική μου το υπενθύμισε αυτό, ότι δεν γίνεται. Άσχετα που γι' άλλη μια φορά ξώμεινα μονάχα με μένα.


Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

το παντζούρι


Έλεγες, θέλω τον ήλιο να μπει
να θερμάνει τις ψύχρες μου.

Έλεγες, θέλω το φως να με λούσει
να δω τα σκοτάδια μου.

Έλεγες, θέλω αεράκι απαλό
να γλυκάνει τις ξέρες μου.

Κι ήρθε, μια αχτίδα
και εξάτμισε τις υγρές γωνιές σου.

Κι ήρθε, μια δέσμη
και φώτισε τις μαύρες σκιές σου.

Κι ήρθε, μια αύρα
και χάιδεψε τ' ανθισμένα στήθη σου.

Και τρόμαξες,
πόσο απλά και πιστά διαλύονταν οι φόβοι σου.

Και έκλεισες το παντζούρι.
 
[♪]



Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

ονειρόπιτα

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μεγάλος για να ξέρει πόσο μπορεί ο αέρας του ωκεανού να φουσκώσει τα μυαλά ενός νέου, πώς μπορεί ο αέρας των ταξιδιών να μεταμορφώσει ένα μυαλό σε χαρταετό, πόσο εύκολα κόβονται τα σχοινιά των χαρταετών και μένουν αυτοί ύστερα να μετεωρίζονται ανάμεσα σε κομήτες και όνειρα.

***

Έξω στην αυλή ακούστηκε να κελαηδάει ένα αηδόνι.
«Πιάστε μου αυτό το αηδόνι», είπε, «κι αύριο θα σας ψήσω αηδονόπιτα».
«Θα κάνεις τι;» ρώτησα ξαφνιασμένος.

Όταν λένε εδώ αυτή τη λέξη εννοούν κάτι όπως πίτα με όνειρα, πίτα γεμάτη από το άπιαστο, το χιμαιρικό, πες το όπως θέλεις.

«Είσαι έτοιμη για τέτοιο όνειρο;» τη ρώτησα μέσα στο σκοτάδι.
«Πιάστε μου ένα αηδόνι και τότε θα δείτε...» απάντησε γελώντας.

Όλος ο αγώνας φαίνεται τώρα πια μες στο μυαλό μου σαν μια μεγάλη αηδονόπιτα. Τ' αηδόνια είναι κρυμμένα βαθιά στα φυλλώματα της νύχτας, πώς να τα πιάσει κανείς; Αν εκείνη μου ζητούσε να κατέβω στον κάτω κόσμο, θα γινόμουν Ορφέας και θα πήγαινα. Εδώ στην Ελλάδα λένε ένα παραμύθι για το αθάνατο νερό - αν το ζητούσε, θα της το 'φερνα. Τ' αηδόνι όμως πώς να το βρω, πώς να το πιάσω στη χούφτα μου;


* Από το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης.


Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

του ύπνου το σημάδι

Θυμάμαι που τα παρατηρούσα όταν ήμουν μικρός. Ανάγλυφα και επίμονα να αυλακώνουν το μέτωπο ή τα μάγουλα των συμμαθητών μου. Τα κόκκινα σημάδια. Συνήθως γραμμικά, πότε-πότε καμπύλα ή μπλεγμένα μεταξύ τους και ακανόνιστα, από την πρώτη πρωινή ώρα μέχρι το μεσημεριανό τους ξεθύμασμα.

Θυμάμαι κι εκείνη τη φάση στο στρατό, την πρώτη μόλις εβδομάδα μετά την κατάταξη, όταν βγήκαμε ένα ψυχρό χειμωνιάτικο πρωινό στην αναφορά και είδαμε τον λοχαγό να κρατάει ένα μαξιλάρι σε λευκή θήκη με δαντελένια μπορντούρα. Έψαχνε και ρωτούσε επίμονα τίνος να ήτανε· ανεπίτρεπτες τέτοιες τρυφές σ' ένα στρατόπεδο. Θα μπορούσε και να μην ρωτήσει, αρκεί να ταίριαζε τη δαντέλα με τα σημάδια που άφηνε ο ύπνος στο πρόσωπο του ανυποψίαστου κατόχου.

>>>

Το είδα, λοιπόν, στον καθρέφτη μου σήμερα το πρωί. Ένα τεράστιο οβάλ σημάδι, κόκκινο και βαθουλωτό, ξεκινούσε από τον αριστερό μου κρόταφο μέχρι πάνω από το φρύδι. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε εμφανιστεί κάτι παρόμοιο. Το ψηλάφησα και διέτρεξα τον δείκτη στην τροχιά της χαρακιάς· σχεδόν το αγάπησα, το σημάδι του ύπνου μου. Έτρεξα στα σκεπάσματα να βρω τη μήτρα που το γέννησε, μα δε διέκρινα κάτι εμφανές. Όχι, δαντελωτή μαξιλαροθήκη δεν έχω ούτε είχα ποτέ μου, σε περίπτωση που αναρωτήθηκες πριν.. Ίσως ο μορφέας βάζει τη σφραγίδα του στα αγαπημένα του παιδιά, σκέφτομαι, κι εγώ ποτέ δεν υπήρξα τέτοιο παρά κάποιες σπάνιες φορές. Χθες υπήρξε μια τέτοια.

Μια μέρα, η χθεσινή, που ξύπνησε με την πρωινή ηώ, την πρώτη υποψία φωτός πριν την αυγή του ήλιου, καθώς το μεγάλο καράβι προσέγγιζε ήσυχα το μεγάλο νησί του νότου· και κοιμήθηκε τις μικρές μεταμεσονύκτιες ώρες, σ' έναν ληθαργικό σχεδόν λιποθυμικό ύπνο, εμπλουτισμένο με κόπωση, χορό και αλκοόλ. Και σφραγίστηκε με το κόκκινο αυλακωτό σημάδι του ύπνου.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς, που λέει κι ο ποιητής, και κοιτάζω ξανά τώρα εξεταστικά τη μούρη μου στον καθρέφτη, περνώ απαλά τα δάχτυλά μου στον κρόταφο και το μέτωπο μήπως και διακρίνω το σημάδι. Μάταια· μεσημέριασε, ξεθύμανε. Να εξαφανίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο όλων των ειδών τα σημάδια, αναρωτιέμαι.

>>>

ΥΓ. Νονέ να σε ρωτήσω κάτι; Η μικρή μου αγαπημένη, σε μια από τις συχνές αγκαλιές μας, πρόσωπο με πρόσωπο, μάτια στα μάτια και με τις άκρες των μυτών μας σχεδόν να αγγίζουν. Γιατί έχεις όλο σημάδια στο πρόσωπό σου; Είπε με ειλικρινή παιδική σοβαρότητα, και με τα λεπτά τρυφερά δαχτυλάκια της άγγιξε τα παλαιά σημάδια της ακμής στα ζυγωματικά μου.
Γλυκειά μου, τα σημάδια είναι αποτυπώματα βιωμάτων, όπως οι ουλές των πληγών ή σαν αυτά ακριβώς του ύπνου, μπορείς και ψηλαφείς πάνω τους τον χρόνο, τη διαδρομή, τις επιλογές. Είναι τα ..cookies μια ζωής που πορεύεται. Ν' αγαπάς τα σημάδια.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

Πέρασμα

Την ώρα που θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές θα είμαι στο πλοίο της επιστροφής, ρύθμισα έτσι την ώρα ώστε τότε να λάβεις αυτό το μήνυμα. Δεν θα μπορούσα και αλλιώς, να σου το στείλω εν κινήσει. Το κινητό μου πέθανε, χθες. Εκτιμώ δε ότι αναστήθηκε κιόλας, χθες, Λαμπριάτικα. Αλλά πρώτα έχω άλλα να σου πω, μη βιάζεσαι.

***

Όταν κουδούνισε το τηλέφωνο ήτανε αργά το βράδυ τσικνοπέμπτης, χωρίς ψητά και τέτοια, πάει καιρός που δεν μ' ενθουσιάζουν άλλωστε αυτά, το ξέρεις. Στην άλλη μεριά της γραμμής αναγνώρισα τη βραχνή φωνή του προϊσταμένου. Σου έχω νέα, τον θυμάμαι να λέει, όχι ευχάριστα. Είναι τελικά ο τρόπος που λέει κανείς κάτι και όχι τόσο το περιεχόμενο, που σε κάνει να καταλαβαίνεις αμέσως περί τίνος πρόκειται. Πότε φεύγω μόνο πες μου, του αποκρίθηκα, και για πού. Κι άσε να κρίνω εγώ αν είναι ευχάριστα ή όχι τα νέα· αυτό δεν του το είπα. Τελικά για το πού, έγινε διαπραγμάτευση εκείνα τα μεσάνυχτα. Το πότε ήτανε φιξ βάσει του πού: σε επτά ημέρες αναχώρηση για Σκιάθο.

Κι έτσι γύρισε ο μύλος, κύλησαν οι μέρες και οι βδομάδες σαν τα σύννεφα που τρέχουν στο ανεμοδαρμένο πέλαγος. Μια ολόκληρη Σαρακοστή στο νησί του κυρ-Αλέξανδρου. Και μια μεγαλοβδομάδα και ένα Πάσχα! Μέρες βγαλμένες σαν από τα συγκινητικά διηγήματά του, που περιστρέφονται και διαδραματίζονται στον ταπεινό και ήσυχο τόπο του νησιού. Ήσυχος, γιατί ήταν χειμώνας και άνοιξη και μια χούφτα άνθρωποι που ετοιμάζονται για το καλοκαίρι. Ταπεινός, γιατί παρά τον τουρισμό και τη φήμη, δεν παύει να πορεύεται στον Χρόνο στη σκιά του αγίου Άθωνα, που τις καθάριες μέρες δεσπόζει στον βορεινό ορίζοντα.

Δυο μήνες, λοιπόν, και πέρασαν. Τελικά τα νέα της μακρινής πια τσικνοπέμπτης δεν ήταν πράγματι ευχάριστα. Ήταν ευλογημένα! Κι αν άφησα πίσω μου εκκρεμότητες και ευκαιρίες που μοιραία θα χάνονταν στις μέρες απουσίας μου, κέρδισα άλλες που δεν θα φανταζόμουν. Πάντα έτσι δεν συμβαίνει άλλωστε; Η ανανέωση των εικόνων που είχα από το μικρό νησί ήταν το πρώτο μου μέλημα. Τελευταία φορά το είχαμε επισκεφτεί καλοκαίρι με την παρέα, πέρασαν κιόλας οκτώ χρόνια από τότε. Άλλαξαν πολλά στο πέρασμα αυτών των ετών, οι υποδομές του νησιού κυρίως. Δρόμοι που ασφαλτοστρώθηκαν, νέα καταστήματα που άνοιξαν, συγκροτήματα κατοικιών που χτίστηκαν σε όποιο απίθανο παραλιακό ή ορεινό σημείο. Τα ξαναπέρασα όλα, ως επί το πλείστον με το ποδήλατο· τις αμμουδερές παραλίες του νότου, τα δάση στο κέντρο του νησιού, την άγρια ομορφιά της θαλασσοδαρμένης βόρειας ακτογραμμής, το μοναστήρι, το κάστρο. Πολλές οι θύμησες από κείνα τα ανέμελα χρόνια, πολλή η συγκίνηση στην ερειπωμένη καστροπολιτεία και στην ονειρική Μπανάνα που θυσιάστηκε ανεπιστρεπτί στον βωμό της ανάπτυξης. Αναπόφευκτη και η κατάνυξη στην Βαγγελίστρα, που αγκάλιασε τους σαρακοστιανούς καημούς. Μα κι αυτές οι αμέτρητες ερυθρές ανατολές από την κορυφή του πύργου ή το μπαλκόνι του δωματίου!

Η επίσκεψη δυο φίλων ήταν ευχάριστο διάλειμμα στη μοναχικότητά μου, που είχε συντονιστεί με τη νωχελικότητα, την ηρεμία του νησιού αυτή την εποχή. Διέκοψε και την ασταμάτητη ανάγνωση στην οποία είχα επιδοθεί με ιδιαίτερο πόθο ήδη από τις ώρες του πλοίου του ερχομού. Έντεκα βιβλία, σχεδόν τέσσερις χιλιάδες σελίδες όλων των ειδών και των εποχών και των γλωσσών. Κι όπως πάντα μου αρέσει να κάνω και πρέπον είναι, γνώρισα και τίμησα τον τόπο μέσα και από τα έργα του ταπεινού λογοτέχνη του. Πήρε άλλη διάσταση η μικρή επαρχία, ζωντάνεψε ξανά το κάστρο· άνθισαν οι κάμποι στο πέρασμα των πονεμένων ανθρώπων κι ανάσανε η θάλασσα στ' αρμένισμα των ξύλινων βαρκών. Κι όλα σμιλεμένα με τη Σαρακοστή, τις ακολουθίες στην ενορία και στο μοναστήρι, τη λαμπρή μεγαλοβδομάδα και το ταπεινό Πάσχα.

Α, ναι, ήτανε και η δουλειά..

***

Προτελευταία μέρα στο νησί, χθες, και μάλιστα πασχαλιάτικα, θέλησα να βγάλω τις τελευταίες αναμνηστικές φωτογραφίες. Όχι ότι μου έλειπε κάτι που δεν είχα απαθανατίσει με τη φωτογραφική του κινητού. Αλλά να, τις προάλλες που είχε έρθει η παρέα, πήγαμε μαζί στις πλάκες· ένα ωραίο σημείο στην άκρη της πόλης, μια μικρή χερσόνησος με πεύκα που καταλήγει σε μεγάλους λευκούς επίπεδους βράχους στη θάλασσα. Εκεί λοιπόν υπάρχει ένα ωραίο σημείο, ένα σχίσμα μεταξύ δύο βράχων, απόστασης περίπου δύο μέτρων, που αιωρείται πέντε μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Τους ζήτησα να με φωτογραφίσουν πηδώντας από τη μία άκρη στην άλλη· αρνήθηκαν φυσικά, μη κατανοώντας την ανάγκη μου να κάνω ορισμένα πράγματα λίγο έξω από τις απόλυτα ασφαλείς και τυποποιημένες συνθήκες. Η συνθήκη δεν έδεσε· η πρόκληση ωστόσο παρέμεινε. Φύγαν οι φίλοι, ήρθε το Πάσχα. Μετά τον εσπερινό της αγάπης, τον ωραιότερο εσπερινό όλου του χρόνου, και λίγες ώρες πριν την βάρδια, ξαναπήγα στο μέρος. Και μάντεψε τι, η πρόκληση ήταν ακόμη εκεί. Μάζεψα λίγα βότσαλα και στήριξα με αυτά το κινητό όρθιο απέναντι από το μόνο σημείο που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή, το σχίσμα των βράχων. Έβαλα την κάμερα να γράφει και ετοιμάστηκα για το δικό μου πέρασμα, μέρα που ήταν άλλωστε (Πάσχα). Έγινε το μικρό και σχεδόν ασφαλές άλμα, κατέγραψε την κίνηση το κινητό και επιθεώρησα το ωραίο αποτέλεσμα. Τότε, κανονικά, θα έπρεπε να τα μαζέψω και να φύγω· είχα αραδιάσει δω κι εκεί γυαλιά, κλειδιά, ακουστικά, κι ένα κόκκινο αυγό. Αλλά επεθύμησα και το κάτι παραπάνω, μια δεύτερη απόπειρα, αυτή τη φορά με διαδοχικές φωτογραφίες. Ήταν μάλλον η ..ύβρις προς τον τόπο, μία φορά θα έπρεπε να μου αρκεί. Στήριξα ξανά το κινητό με ζόρι γιατί συνέχεια γλυστρούσε. Ρύθμιση για συνεχείς φωτογραφίσεις και δεύτερο επιτυχημένο άλμα.

Πρώτα άκουσα το σύρσιμο της συσκευής και των βοτσάλων που την στήριζαν στην επικλινή πλάκα και μετά το είδα να επιταχύνει στον κατήφορο. Χτυπήθηκε σε τρεις-τέσσερις βράχους, είπα μέσα μου δεν πειράζει, το έχει ξαναπάθει, και έμεινα να παρακολουθώ πού θα σταματήσει. Δεν σταμάτησε. Ώσπου έπεσε στα νερά σ' ένα στενό σημείο μεταξύ βράχων. Αυτό σίγουρα δεν το είχε ξαναπάθει, αλλά και πάλι δεν ταράχτηκα, πίστευα ότι θα μπορούσε να επανέλθει. Έτρεξα γοργά καθώς το έβλεπα αργά να βυθίζεται και να στέκεται σε ένα μικρό ύφαλο. Μέχρι να πλησιάσω ένα μικρό κύμα ανέτρεψε την ασταθή ισορροπία του και το βύθισε μια για πάντα στην κοιλιά του βράχου, στον σκοτεινό πάτο της θάλασσας. Βούτηξα χέρια, έβγαλα παπούτσια, βούτηξα πόδια, καμία ελπίδα, χαιρέτα το..

Μα θα μου πεις, γιατί τόσο αναλυτική περιγραφή, σιγά την απώλεια. Σιγά την απώλεια, συμφωνώ, και ευτυχώς η μέρα ήταν τέτοια που δεν μου επέτρεψε στενοχώριες. Ήταν όμως ιδιαίτερο το δέσιμο μαζί του, ειδικά αυτές τις λίγες εβδομάδες στο νησί. Ήταν η μουσική παρέα μου στο πρωινό τρέξιμο, ήταν φυσικά το ξυπνητήρι μου για τις αχάραγες βάρδιες μου. Ήταν η αποτύπωση των εικόνων μου, μα πρωτίστως ήταν ο δρόμος να συναντιέμαι με τους λίγους αγαπημένους μου που ιδιαίτερη μ' είχαν έγνοια. Σε κάποιους από αυτούς δεν πρόλαβα καν να ευχηθώ..

Με ευχαριστεί η σκέψη ότι ίσως κάποτε ένα κύμα το ξεκολλήσει από τη θέση που αναπαύεται και το ξεβράσει ίσως σε κάποια κοντινή παραλία των Σποράδων. Τότε, εκείνος που θα το βρει, ίσως ψηλαφίσει στη μαύρη οθόνη τις επαφές μου και τα όνειρα, τις εικόνες και τα μηνύματα. Ίσως πάλι αποκαταστήσει ακόμα κι όσα δεν γράφτηκαν κι εκείνα που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, σ' αυτό το παράξενο και μοντέρνο message in a bottle.

***

Πάντα φεύγω με μια αμφίσημη διάθεση. Λίγη θλίψη για τον τόπο που θα μου λείψει, λίγη χαρά για την επιστροφή σ' όσα πίσω άφησα. Αν και όπως λέει ο ποιητής, ποτέ κανείς στην ουσία δεν επιστρέφει κάπου ή σε κάποιον· κάθε φορά πηγαιμός είναι και αλλαγμένα πράγματα συναντά κανείς στον άλλοτε γνώριμό του τόπο, το διάστημα της απουσίας έχει αλλοιώσει τις συνθήκες, προς το καλό; προς το άσχημο ή το ουδέτερο; προς το μέλλον σίγουρα.

Λίγο σε ζηλεύω κιόλας, μου 'γραψε μια φίλη όταν την ενημέρωσα για την απώλεια, που είσαι free από την τεχνολογία και θα σε βρουν μόνο αυτοί που θες. Έτσι είναι, μ' αυτούς που θες υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι.

Χριστός Ανέστη.