Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

το παντζούρι


Έλεγες, θέλω τον ήλιο να μπει
να θερμάνει τις ψύχρες μου.

Έλεγες, θέλω το φως να με λούσει
να δω τα σκοτάδια μου.

Έλεγες, θέλω αεράκι απαλό
να γλυκάνει τις ξέρες μου.

Κι ήρθε, μια αχτίδα
και εξάτμισε τις υγρές γωνιές σου.

Κι ήρθε, μια δέσμη
και φώτισε τις μαύρες σκιές σου.

Κι ήρθε, μια αύρα
και χάιδεψε τ' ανθισμένα στήθη σου.

Και τρόμαξες,
πόσο απλά και πιστά διαλύονταν οι φόβοι σου.

Και έκλεισες το παντζούρι.
 
[♪]



Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

ονειρόπιτα

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μεγάλος για να ξέρει πόσο μπορεί ο αέρας του ωκεανού να φουσκώσει τα μυαλά ενός νέου, πώς μπορεί ο αέρας των ταξιδιών να μεταμορφώσει ένα μυαλό σε χαρταετό, πόσο εύκολα κόβονται τα σχοινιά των χαρταετών και μένουν αυτοί ύστερα να μετεωρίζονται ανάμεσα σε κομήτες και όνειρα.

***

Έξω στην αυλή ακούστηκε να κελαηδάει ένα αηδόνι.
«Πιάστε μου αυτό το αηδόνι», είπε, «κι αύριο θα σας ψήσω αηδονόπιτα».
«Θα κάνεις τι;» ρώτησα ξαφνιασμένος.

Όταν λένε εδώ αυτή τη λέξη εννοούν κάτι όπως πίτα με όνειρα, πίτα γεμάτη από το άπιαστο, το χιμαιρικό, πες το όπως θέλεις.

«Είσαι έτοιμη για τέτοιο όνειρο;» τη ρώτησα μέσα στο σκοτάδι.
«Πιάστε μου ένα αηδόνι και τότε θα δείτε...» απάντησε γελώντας.

Όλος ο αγώνας φαίνεται τώρα πια μες στο μυαλό μου σαν μια μεγάλη αηδονόπιτα. Τ' αηδόνια είναι κρυμμένα βαθιά στα φυλλώματα της νύχτας, πώς να τα πιάσει κανείς; Αν εκείνη μου ζητούσε να κατέβω στον κάτω κόσμο, θα γινόμουν Ορφέας και θα πήγαινα. Εδώ στην Ελλάδα λένε ένα παραμύθι για το αθάνατο νερό - αν το ζητούσε, θα της το 'φερνα. Τ' αηδόνι όμως πώς να το βρω, πώς να το πιάσω στη χούφτα μου;


* Από το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης.


Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

του ύπνου το σημάδι

Θυμάμαι που τα παρατηρούσα όταν ήμουν μικρός. Ανάγλυφα και επίμονα να αυλακώνουν το μέτωπο ή τα μάγουλα των συμμαθητών μου. Τα κόκκινα σημάδια. Συνήθως γραμμικά, πότε-πότε καμπύλα ή μπλεγμένα μεταξύ τους και ακανόνιστα, από την πρώτη πρωινή ώρα μέχρι το μεσημεριανό τους ξεθύμασμα.

Θυμάμαι κι εκείνη τη φάση στο στρατό, την πρώτη μόλις εβδομάδα μετά την κατάταξη, όταν βγήκαμε ένα ψυχρό χειμωνιάτικο πρωινό στην αναφορά και είδαμε τον λοχαγό να κρατάει ένα μαξιλάρι σε λευκή θήκη με δαντελένια μπορντούρα. Έψαχνε και ρωτούσε επίμονα τίνος να ήτανε· ανεπίτρεπτες τέτοιες τρυφές σ' ένα στρατόπεδο. Θα μπορούσε και να μην ρωτήσει, αρκεί να ταίριαζε τη δαντέλα με τα σημάδια που άφηνε ο ύπνος στο πρόσωπο του ανυποψίαστου κατόχου.

>>>

Το είδα, λοιπόν, στον καθρέφτη μου σήμερα το πρωί. Ένα τεράστιο οβάλ σημάδι, κόκκινο και βαθουλωτό, ξεκινούσε από τον αριστερό μου κρόταφο μέχρι πάνω από το φρύδι. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε εμφανιστεί κάτι παρόμοιο. Το ψηλάφησα και διέτρεξα τον δείκτη στην τροχιά της χαρακιάς· σχεδόν το αγάπησα, το σημάδι του ύπνου μου. Έτρεξα στα σκεπάσματα να βρω τη μήτρα που το γέννησε, μα δε διέκρινα κάτι εμφανές. Όχι, δαντελωτή μαξιλαροθήκη δεν έχω ούτε είχα ποτέ μου, σε περίπτωση που αναρωτήθηκες πριν.. Ίσως ο μορφέας βάζει τη σφραγίδα του στα αγαπημένα του παιδιά, σκέφτομαι, κι εγώ ποτέ δεν υπήρξα τέτοιο παρά κάποιες σπάνιες φορές. Χθες υπήρξε μια τέτοια.

Μια μέρα, η χθεσινή, που ξύπνησε με την πρωινή ηώ, την πρώτη υποψία φωτός πριν την αυγή του ήλιου, καθώς το μεγάλο καράβι προσέγγιζε ήσυχα το μεγάλο νησί του νότου· και κοιμήθηκε τις μικρές μεταμεσονύκτιες ώρες, σ' έναν ληθαργικό σχεδόν λιποθυμικό ύπνο, εμπλουτισμένο με κόπωση, χορό και αλκοόλ. Και σφραγίστηκε με το κόκκινο αυλακωτό σημάδι του ύπνου.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς, που λέει κι ο ποιητής, και κοιτάζω ξανά τώρα εξεταστικά τη μούρη μου στον καθρέφτη, περνώ απαλά τα δάχτυλά μου στον κρόταφο και το μέτωπο μήπως και διακρίνω το σημάδι. Μάταια· μεσημέριασε, ξεθύμανε. Να εξαφανίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο όλων των ειδών τα σημάδια, αναρωτιέμαι.

>>>

ΥΓ. Νονέ να σε ρωτήσω κάτι; Η μικρή μου αγαπημένη, σε μια από τις συχνές αγκαλιές μας, πρόσωπο με πρόσωπο, μάτια στα μάτια και με τις άκρες των μυτών μας σχεδόν να αγγίζουν. Γιατί έχεις όλο σημάδια στο πρόσωπό σου; Είπε με ειλικρινή παιδική σοβαρότητα, και με τα λεπτά τρυφερά δαχτυλάκια της άγγιξε τα παλαιά σημάδια της ακμής στα ζυγωματικά μου.
Γλυκειά μου, τα σημάδια είναι αποτυπώματα βιωμάτων, όπως οι ουλές των πληγών ή σαν αυτά ακριβώς του ύπνου, μπορείς και ψηλαφείς πάνω τους τον χρόνο, τη διαδρομή, τις επιλογές. Είναι τα ..cookies μια ζωής που πορεύεται. Ν' αγαπάς τα σημάδια.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

Πέρασμα

Την ώρα που θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές θα είμαι στο πλοίο της επιστροφής, ρύθμισα έτσι την ώρα ώστε τότε να λάβεις αυτό το μήνυμα. Δεν θα μπορούσα και αλλιώς, να σου το στείλω εν κινήσει. Το κινητό μου πέθανε, χθες. Εκτιμώ δε ότι αναστήθηκε κιόλας, χθες, Λαμπριάτικα. Αλλά πρώτα έχω άλλα να σου πω, μη βιάζεσαι.

***

Όταν κουδούνισε το τηλέφωνο ήτανε αργά το βράδυ τσικνοπέμπτης, χωρίς ψητά και τέτοια, πάει καιρός που δεν μ' ενθουσιάζουν άλλωστε αυτά, το ξέρεις. Στην άλλη μεριά της γραμμής αναγνώρισα τη βραχνή φωνή του προϊσταμένου. Σου έχω νέα, τον θυμάμαι να λέει, όχι ευχάριστα. Είναι τελικά ο τρόπος που λέει κανείς κάτι και όχι τόσο το περιεχόμενο, που σε κάνει να καταλαβαίνεις αμέσως περί τίνος πρόκειται. Πότε φεύγω μόνο πες μου, του αποκρίθηκα, και για πού. Κι άσε να κρίνω εγώ αν είναι ευχάριστα ή όχι τα νέα· αυτό δεν του το είπα. Τελικά για το πού, έγινε διαπραγμάτευση εκείνα τα μεσάνυχτα. Το πότε ήτανε φιξ βάσει του πού: σε επτά ημέρες αναχώρηση για Σκιάθο.

Κι έτσι γύρισε ο μύλος, κύλησαν οι μέρες και οι βδομάδες σαν τα σύννεφα που τρέχουν στο ανεμοδαρμένο πέλαγος. Μια ολόκληρη Σαρακοστή στο νησί του κυρ-Αλέξανδρου. Και μια μεγαλοβδομάδα και ένα Πάσχα! Μέρες βγαλμένες σαν από τα συγκινητικά διηγήματά του, που περιστρέφονται και διαδραματίζονται στον ταπεινό και ήσυχο τόπο του νησιού. Ήσυχος, γιατί ήταν χειμώνας και άνοιξη και μια χούφτα άνθρωποι που ετοιμάζονται για το καλοκαίρι. Ταπεινός, γιατί παρά τον τουρισμό και τη φήμη, δεν παύει να πορεύεται στον Χρόνο στη σκιά του αγίου Άθωνα, που τις καθάριες μέρες δεσπόζει στον βορεινό ορίζοντα.

Δυο μήνες, λοιπόν, και πέρασαν. Τελικά τα νέα της μακρινής πια τσικνοπέμπτης δεν ήταν πράγματι ευχάριστα. Ήταν ευλογημένα! Κι αν άφησα πίσω μου εκκρεμότητες και ευκαιρίες που μοιραία θα χάνονταν στις μέρες απουσίας μου, κέρδισα άλλες που δεν θα φανταζόμουν. Πάντα έτσι δεν συμβαίνει άλλωστε; Η ανανέωση των εικόνων που είχα από το μικρό νησί ήταν το πρώτο μου μέλημα. Τελευταία φορά το είχαμε επισκεφτεί καλοκαίρι με την παρέα, πέρασαν κιόλας οκτώ χρόνια από τότε. Άλλαξαν πολλά στο πέρασμα αυτών των ετών, οι υποδομές του νησιού κυρίως. Δρόμοι που ασφαλτοστρώθηκαν, νέα καταστήματα που άνοιξαν, συγκροτήματα κατοικιών που χτίστηκαν σε όποιο απίθανο παραλιακό ή ορεινό σημείο. Τα ξαναπέρασα όλα, ως επί το πλείστον με το ποδήλατο· τις αμμουδερές παραλίες του νότου, τα δάση στο κέντρο του νησιού, την άγρια ομορφιά της θαλασσοδαρμένης βόρειας ακτογραμμής, το μοναστήρι, το κάστρο. Πολλές οι θύμησες από κείνα τα ανέμελα χρόνια, πολλή η συγκίνηση στην ερειπωμένη καστροπολιτεία και στην ονειρική Μπανάνα που θυσιάστηκε ανεπιστρεπτί στον βωμό της ανάπτυξης. Αναπόφευκτη και η κατάνυξη στην Βαγγελίστρα, που αγκάλιασε τους σαρακοστιανούς καημούς. Μα κι αυτές οι αμέτρητες ερυθρές ανατολές από την κορυφή του πύργου ή το μπαλκόνι του δωματίου!

Η επίσκεψη δυο φίλων ήταν ευχάριστο διάλειμμα στη μοναχικότητά μου, που είχε συντονιστεί με τη νωχελικότητα, την ηρεμία του νησιού αυτή την εποχή. Διέκοψε και την ασταμάτητη ανάγνωση στην οποία είχα επιδοθεί με ιδιαίτερο πόθο ήδη από τις ώρες του πλοίου του ερχομού. Έντεκα βιβλία, σχεδόν τέσσερις χιλιάδες σελίδες όλων των ειδών και των εποχών και των γλωσσών. Κι όπως πάντα μου αρέσει να κάνω και πρέπον είναι, γνώρισα και τίμησα τον τόπο μέσα και από τα έργα του ταπεινού λογοτέχνη του. Πήρε άλλη διάσταση η μικρή επαρχία, ζωντάνεψε ξανά το κάστρο· άνθισαν οι κάμποι στο πέρασμα των πονεμένων ανθρώπων κι ανάσανε η θάλασσα στ' αρμένισμα των ξύλινων βαρκών. Κι όλα σμιλεμένα με τη Σαρακοστή, τις ακολουθίες στην ενορία και στο μοναστήρι, τη λαμπρή μεγαλοβδομάδα και το ταπεινό Πάσχα.

Α, ναι, ήτανε και η δουλειά..

***

Προτελευταία μέρα στο νησί, χθες, και μάλιστα πασχαλιάτικα, θέλησα να βγάλω τις τελευταίες αναμνηστικές φωτογραφίες. Όχι ότι μου έλειπε κάτι που δεν είχα απαθανατίσει με τη φωτογραφική του κινητού. Αλλά να, τις προάλλες που είχε έρθει η παρέα, πήγαμε μαζί στις πλάκες· ένα ωραίο σημείο στην άκρη της πόλης, μια μικρή χερσόνησος με πεύκα που καταλήγει σε μεγάλους λευκούς επίπεδους βράχους στη θάλασσα. Εκεί λοιπόν υπάρχει ένα ωραίο σημείο, ένα σχίσμα μεταξύ δύο βράχων, απόστασης περίπου δύο μέτρων, που αιωρείται πέντε μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Τους ζήτησα να με φωτογραφίσουν πηδώντας από τη μία άκρη στην άλλη· αρνήθηκαν φυσικά, μη κατανοώντας την ανάγκη μου να κάνω ορισμένα πράγματα λίγο έξω από τις απόλυτα ασφαλείς και τυποποιημένες συνθήκες. Η συνθήκη δεν έδεσε· η πρόκληση ωστόσο παρέμεινε. Φύγαν οι φίλοι, ήρθε το Πάσχα. Μετά τον εσπερινό της αγάπης, τον ωραιότερο εσπερινό όλου του χρόνου, και λίγες ώρες πριν την βάρδια, ξαναπήγα στο μέρος. Και μάντεψε τι, η πρόκληση ήταν ακόμη εκεί. Μάζεψα λίγα βότσαλα και στήριξα με αυτά το κινητό όρθιο απέναντι από το μόνο σημείο που με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή, το σχίσμα των βράχων. Έβαλα την κάμερα να γράφει και ετοιμάστηκα για το δικό μου πέρασμα, μέρα που ήταν άλλωστε (Πάσχα). Έγινε το μικρό και σχεδόν ασφαλές άλμα, κατέγραψε την κίνηση το κινητό και επιθεώρησα το ωραίο αποτέλεσμα. Τότε, κανονικά, θα έπρεπε να τα μαζέψω και να φύγω· είχα αραδιάσει δω κι εκεί γυαλιά, κλειδιά, ακουστικά, κι ένα κόκκινο αυγό. Αλλά επεθύμησα και το κάτι παραπάνω, μια δεύτερη απόπειρα, αυτή τη φορά με διαδοχικές φωτογραφίες. Ήταν μάλλον η ..ύβρις προς τον τόπο, μία φορά θα έπρεπε να μου αρκεί. Στήριξα ξανά το κινητό με ζόρι γιατί συνέχεια γλυστρούσε. Ρύθμιση για συνεχείς φωτογραφίσεις και δεύτερο επιτυχημένο άλμα.

Πρώτα άκουσα το σύρσιμο της συσκευής και των βοτσάλων που την στήριζαν στην επικλινή πλάκα και μετά το είδα να επιταχύνει στον κατήφορο. Χτυπήθηκε σε τρεις-τέσσερις βράχους, είπα μέσα μου δεν πειράζει, το έχει ξαναπάθει, και έμεινα να παρακολουθώ πού θα σταματήσει. Δεν σταμάτησε. Ώσπου έπεσε στα νερά σ' ένα στενό σημείο μεταξύ βράχων. Αυτό σίγουρα δεν το είχε ξαναπάθει, αλλά και πάλι δεν ταράχτηκα, πίστευα ότι θα μπορούσε να επανέλθει. Έτρεξα γοργά καθώς το έβλεπα αργά να βυθίζεται και να στέκεται σε ένα μικρό ύφαλο. Μέχρι να πλησιάσω ένα μικρό κύμα ανέτρεψε την ασταθή ισορροπία του και το βύθισε μια για πάντα στην κοιλιά του βράχου, στον σκοτεινό πάτο της θάλασσας. Βούτηξα χέρια, έβγαλα παπούτσια, βούτηξα πόδια, καμία ελπίδα, χαιρέτα το..

Μα θα μου πεις, γιατί τόσο αναλυτική περιγραφή, σιγά την απώλεια. Σιγά την απώλεια, συμφωνώ, και ευτυχώς η μέρα ήταν τέτοια που δεν μου επέτρεψε στενοχώριες. Ήταν όμως ιδιαίτερο το δέσιμο μαζί του, ειδικά αυτές τις λίγες εβδομάδες στο νησί. Ήταν η μουσική παρέα μου στο πρωινό τρέξιμο, ήταν φυσικά το ξυπνητήρι μου για τις αχάραγες βάρδιες μου. Ήταν η αποτύπωση των εικόνων μου, μα πρωτίστως ήταν ο δρόμος να συναντιέμαι με τους λίγους αγαπημένους μου που ιδιαίτερη μ' είχαν έγνοια. Σε κάποιους από αυτούς δεν πρόλαβα καν να ευχηθώ..

Με ευχαριστεί η σκέψη ότι ίσως κάποτε ένα κύμα το ξεκολλήσει από τη θέση που αναπαύεται και το ξεβράσει ίσως σε κάποια κοντινή παραλία των Σποράδων. Τότε, εκείνος που θα το βρει, ίσως ψηλαφίσει στη μαύρη οθόνη τις επαφές μου και τα όνειρα, τις εικόνες και τα μηνύματα. Ίσως πάλι αποκαταστήσει ακόμα κι όσα δεν γράφτηκαν κι εκείνα που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, σ' αυτό το παράξενο και μοντέρνο message in a bottle.

***

Πάντα φεύγω με μια αμφίσημη διάθεση. Λίγη θλίψη για τον τόπο που θα μου λείψει, λίγη χαρά για την επιστροφή σ' όσα πίσω άφησα. Αν και όπως λέει ο ποιητής, ποτέ κανείς στην ουσία δεν επιστρέφει κάπου ή σε κάποιον· κάθε φορά πηγαιμός είναι και αλλαγμένα πράγματα συναντά κανείς στον άλλοτε γνώριμό του τόπο, το διάστημα της απουσίας έχει αλλοιώσει τις συνθήκες, προς το καλό; προς το άσχημο ή το ουδέτερο; προς το μέλλον σίγουρα.

Λίγο σε ζηλεύω κιόλας, μου 'γραψε μια φίλη όταν την ενημέρωσα για την απώλεια, που είσαι free από την τεχνολογία και θα σε βρουν μόνο αυτοί που θες. Έτσι είναι, μ' αυτούς που θες υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι.

Χριστός Ανέστη.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

ενόψει σκόπελος

Από μέρες είχα βάλει πείσμα να ανακαλύψω πώς στο καλό φτάνει κανείς στα σπίτια που έβλεπα έναντί μου στον ορίζοντα, ψηλά και χαμηλά στον λόφο, πνιγμένα στα πεύκα. Την πρώτη φορά που βγήκα τσάρκα με το ποδήλατο πήρα τον πρώτο παράδρομο της δημοσιάς, που συνέχιζε παραλιακά στον ήσυχο κόλπο της Σκιάθου. Ωπ! Σκιάθος είπα και ελπίζω ότι δεν σε πιάνω προ εκπλήξεως· δεν θυμάμαι αν σου έχω πει τίποτα σχετικά με τη διαμονή μου στο διαμαντάκι των βορείων Σποράδων, ούτως ή άλλως δεν είναι ώρα και στιγμή τώρα, μην περιμένεις. Σε επόμενο ίσως μήνυμα, που όπως συνήθως συμβαίνει ποτέ δεν θα έρθει γιατί κάτι άλλο θα επείγει τότε να σου διηγηθώ.

Ορίστε μ' έβγαλες απ' την πορεία μου που ήτανε θυμάμαι παραλιακή και μπρος μου σχεδόν τελείωνε το τσιμεντένιο μονοπάτι· ίσια ίσια που χωρούσε στο πλάτος ένα αυτοκίνητο. Κι όμως, οποία έκπληξις, ένα πλάτωμα αποκαλύφθηκε στα αριστερά μου, καθαρό από χόρτα, επίπεδο, στρωμένο με τσιμέντο. Πάνω του παρκαρισμένο με ντελικάτη βόλεψη ένα ολόκληρο λεωφορείο "Σκιάθος-Κουκουναριές", που μάλλον ξεχειμώνιαζε μακριά από την προδιαγεγραμμένη του διαδρομή. Άνοιξη σου περιγράφω. Θα ήθελα να βρισκόμουν ξανά, σ' εκείνο το μέρος, τη μέρα που θα κινούσε να ξεπαρκάρει το ογκώδες όχημα, να δω πώς θα ξεγλιστρήσει απ' την παγίδα του. Η χθεσινοβραδινή καταιγίδα είχε λασπώσει το χωμάτινο μονοπάτι που ξεδιπλωνόταν στο διάβα μου, ανάμεσα σε κέδρους και καλαμιές, οι ρόδες του ποδηλάτου βουτούσαν με αμφίβολη ισορροπία στα σοκολατί νερά που κολλούσαν στις σχισμές των ελαστικών. Γρήγορα όμως έφτασα σε τέρμα. Περπάτησα λίγα μέτρα πιο κάτω και επιβεβαίωσα το αδιέξοδο αυτής της επιλογής.

Στον γυρισμό έγινα χάλια. Λάσπες ξεκολλούσαν από τα λάστιχα καθώς περιστρέφονταν με ταχύτητα οι τροχοί και πιτσίλιζαν τα πόδια μου· ποδηλατούσα γοργά να ξεφύγω από τον σκύλο που έτρεχε στο κατόπι μου. Ήταν η μέρα που διάλεξα να φορέσω παντελόνι το κόκκινο κοτλέ.

Επανήλθα στην περιοχή τις προάλλες, προσπερνώντας τον πρώτο παράδρομο για τον δεύτερο, μα έμοιαζε κι αυτός να τερματίζεται νωρίς. Μια απότομη, ωστόσο, στροφή τον έκανε να μοιάζει με αδιέξοδο χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Συνέχιζε με χάρη στροφίζοντας βαθιά μες στο πευκοδάσος. Διαδοχικές πινακίδες ενημέρωναν τους ταξιδιώτες του νησιού για την τοποθεσία της βίλας Έμυ και χαμογέλασα στη σκέψη ότι θα μπορούσε να ήταν κάποιο εξοχικό ανάπαυσης υπαλλήλων της εθνικής μετεωρολογικής υπηρεσίας. Γρήγορα προσπέρασα την κλειστή σιδερένια πύλη της και συνέχισα να ποδηλατώ στην απέραντη ησυχία, κάτω από τη σκιά των ανθισμένων πεύκων. Η άσφαλτος κολλούσε ρετσίνη, ο αέρας μοσχοβολούσε πιπέρι. Το gps του κινητού μου με ενημέρωνε για τις εκατέρωθεν χωμάτινες διακλαδώσεις που έφταναν όλες τους σε αδιέξοδα των λίγων μέτρων, μπροστά σε πύλες με σιδεριές και λουκέτα, με ξύλινους φράχτες και τσιμεντένιους στύλους, σε οικόπεδα περιφραγμένα με συρμάτινες σίτες. Όπου έβρισκα την πύλη να χάσκει ανοιχτή, έμπαινα να εξερευνήσω την περιοχή τάχα μου ανήξερος για το τι θα συναντήσω· άλλη μια βιλίτσα μες στο δάσος. Το τέλος της ασφάλτου ήρθε σύντομα. Στα δεξιά μου "no entry" με προειδοποιούσαν τα λευκά γράμματα στην κόκκινη πινακίδα, συνοδευόμενα από το σχετικό σήμα με την οριζόντια γραμμή. Ευθεία μπροστά "ιδιωτικός χώρος" με ενημέρωνε λιγότερο απειλητικά μια δεύτερη πινακίδα. Έτερη "προσοχή σκύλος" ευτυχώς δεν υπήρχε. Πήρα θάρρος και συνέχισα στ' αριστερά.

Το δρομάκι συνέχιζε κατηφορικό και στρωμένο με χαλίκι, διερχόμενο μέσω μιας σιδερένιας πύλης που έγερνε ανοικτή χωρίς έγγραφες δηλώσεις ή απαγορεύσεις. Στο φόντο η θάλασσα. Μέσα της η Σκόπελος. Μπροστά ξεκινούσε μια έκταση με δέντρα και ελιές και το δρομάκι που έστριβε απότομα. Στήριξα το ποδήλατο στην πύλη και κατέβηκα πεζή ως τη στροφή, στο καραούλι με την ανόθευτη θέα. Δικαίωμα. Το φως του μεσουρανούντος ήλιου χρύσιζε στα κατσαρά νερά· αυτά με τη σειρά τους έσκαγαν με βοή στις απότομες βραχώδεις ακτές, την ώρα που τζιτζίκια συμπλήρωναν την εκφραστική λαλιά κείνης της μέρας. Στην άκρη του οικοπέδου με τις ελιές ένα μικρό αυτοκίνητο, μια καμινάδα, μια κεραμοσκεπή, ένα σπίτι. Το μπαλκόνι με θέα στο πέλαγος και στο απέναντι νησί, που 'χε τον οικισμό του ψηλά σ' έναν αυχένα στο μέσο του. Ένα παράθυρο στον μπροστινό τοίχο, κάγκελα τριγύρω, ένα τραπεζάκι. Μια μοναχική σεζλόγκ, ο γυμνός ήλιος και δυο πόδια σταυρωμένα ίσια μπροστά στην αγκαλιά μιας πετσέτας. Δικαίωμα;...

Μια μαυρομαλλούσα γοργόνα απολάμβανε νωχελικά τον μεσημεριάτικο ήλιο φορώντας τα ελάχιστα απαραίτητα· τα σκούρα γυαλιά της· ίσως και το αντιηλιακό της. Η απόσταση δεν μου επέτρεπε περισσότερες λεπτομέρειες. Η ευγενής μου διάθεση δεν μου επέτρεπε περαιτέρω στάση και παρατήρηση. Το δικαίωμά μου είχε εξαντλήσει την παράτασή του. Ή, τουλάχιστον, της καθωσπρέπει περιγραφής μου δεν της αρμόζει συνέχεια. Η ανάσα μου κρατήθηκε αντανακλαστικά, ίσως και η καρδιά μου να έχασε έναν χτύπο· πόσο συχνά βλέπει κανείς γοργόνες στη στεριά, και μάλιστα εκεί που δεν το περιμένει.. Όταν ο χτύπος αίματος επέστρεψε στις αρτηρίες, γύρισα στο ποδήλατο προσεκτικά και αθόρυβα. Η στιγμή ήταν τόσο τέλεια που αμαρτία θα 'ταν να μαγαριζόταν από ένα τρόμαγμα, ένα κλαράκι που θα έσπαγε, μια πέτρα που θα κυλούσε. Μετά επανήλθε και η αναπνοή μου.

Επέστρεψα μέσα απ' το δάσος, ποδηλατώντας αργά, μυρίζοντας απ' τη ρετσίνη των δέντρων ανακατωμένη με την αρμύρα που έφερνε ο γαρμπής απ' το πέλαγος κι απ' τη σκόπελο που ξεμύτιζε στα κυματιστά νερά της φαντασίας μου.



Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

home made with love

«Μικρό μέγεθος, σκληρό εξώφυλλο. Θα στοιχημάτιζα στις εκδόσεις Εστία».

Με τους φίλους από την Κοζάνη και τις πιτσιρίκες τους, στα Τρίκαλα. Και ποιος δεν πέρασε φέτος από τα Τρίκαλα στις γιορτές, παράπονο δεν έχω. Δεν προλάβαινα να εναλλάσσω τη θέα αγαπημένων φίλων και προσώπων, που ήρθαν από κοντά ή πολύ μακριά, άλλοι για λίγες ώρες, κάποιοι ευτυχώς για πολλές μέρες, προγραμματισμένα ή έκτακτα για να με δούνε και να τους δω· θερμά τους ευχαριστώ. Μου ξετίναξαν αργά και συστηματικά κάθε συναισθηματικό μου δείκτη.

«Κι επειδή θα είναι Εστία, εκτιμώ ότι είναι κάποιο του Καραγάτση, σωστά;»

Ο Κωστής ήδη μειδιούσε από απορία και παραίτηση ταυτόχρονα, καθώς πασπάτευα το περιτυλιγμένο βιβλίο που είχα μπροστά μου, το δώρο τους. Πόσες φορές με είχε σκάσει η Φανή να μου δανείσει τον Γιούγκερμαν κάθε που περνούσα από το σπίτι τους στην Κοζάνη. Μα κάθε φορά ένιωθα ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα του, και επειδή ποτέ δεν καταφέρνει κανείς να ξεφύγει από τη Φανή, έφευγα με κάποιο άλλο βιβλίο παραμάσχαλα.
Αλλά να τώρα, να μην μπορώ να θυμηθώ αν ο Γιούγκερμαν είναι δίτομο έργο ή ένας μόνος του. Κι έτσι πιθανολόγησα ότι από πείσμα που δεν το έχω δανειστεί απ' αυτούς δεν θα μου το έφερναν ούτε κι εκείνοι· θα περίμεναν να περάσω από την Κοζάνη να το πάρω μόνος μου.

«Η Μεγάλη Χίμαιρα, αυτό είναι», κατέληξα με αβέβαιη σιγουριά, για να δω αυτοστιγμεί το χαμόγελο της νίκης στα χείλη των συνδαιτυμόνων μου. Έσκισα το περιτύλιγμα και αντίκρυσα τον δίτομο Γιούγκερμαν. Παλιόπαιδα!
Στην ίδια χαρτοσακούλα είχαν στοιβάξει και δυο βάζα με μπεζέδες made by Kostis, τους οποίους δοκιμάσαμε έκπληκτοι -για το πλούσιο της γεύσης- την ίδια εκείνη ώρα.

Αργότερα, κι αφού τους αποχαιρέτησα αργά εκείνο το απόγευμα, κι αφού έσωσα με το ένα χέρι τη χαρτοσακούλα και όλο το περιεχόμενο που σκίστηκε καθώς ποδηλατούσα για το σπίτι, άφησα τα δυο βάζα με τους μπεζέδες στον πάγκο της κουζίνας. Την επόμενη μέρα κέρασα ένα τη μητέρα μου. Απ' το «τι είν' αυτό;» μέχρι το «Μμ, καλό είναι!» πέρασαν μόλις λίγα δευτερόλεπτα, στην πρώτη κιόλας δοκιμή. Βάλθηκε στη συνέχεια να διαβάσει και τα αυτοκόλλητα στο καπάκι. «Το ένα λέει χαντ μέιντ, το άλλο χόμ μέιντ γουίθ και..», γελάκια, «..μια καρδιά». Γελάκια ξανά.

Έμειναν τα δυο βάζα στον πάγκο, όποιος περνούσε τις επόμενες μέρες, τσουπ, έτρωγε κι από ένα. Έβλεπα κάθε πρωί να μειώνεται η στάθμη, άδειασε το πρώτο βάζο, ανοίχτηκε το δεύτερο. Και δεν είχα ανακαλύψει μέχρι τότε ποιος έβαζε περισσότερο το χέρι του στο βάζο. Μετά από λίγες μέρες, προς το τέλος της διαμονής μου, δέχτηκα επίθεση από τη μικρή μου αδερφή και τη μάνα μου· πώς τα φτιάχνει και ποια συνταγή και πώς τα ψήνει, κλπ. Είναι η ώρα που αρχίζω και παίρνω ανάποδες, τόσο γιατί αντιλαμβάνομαι ποιος έσωσε τα στρατηγικά αποθέματα μπεζέδων στο σπίτι, όσο και γιατί αυτή η κουβέντα περί συνταγών μάλλον δεν βγάζει πουθενά. Άλλωστε, ποιος τον φτάνει τον Κωστή.

>>>

Έχω που κοιμάμαι μερικές μέρες, και νύχτες, αγκαλιά με τον Γιούγκερμαν. Βρίσκεται σταθερά στο κομοδίνο, στο κρεβάτι πλάι στο μαξιλάρι, στο αυτοκίνητο και στη δουλειά. Στη δουλειά, ναι. Τώρα μην αρχίσεις να φοβάσαι και να σκέφτεσαι ότι τάχα κάνω υπεύθυνη δουλειά και πώς γίνεται να διαβάζω σε ώρα υπηρεσίας κι αν επιτρέπεται και τέτοια. Σου έχω ετοιμασμένη την απάντηση, ότι όλες οι δουλειές είναι υπεύθυνες κι ότι μάλιστα υπάρχουν πολύ πιο υπεύθυνες δουλειές από τη δική μου, χίλιες δυο, και πού να σου τις απαριθμώ τώρα. Να, πάρε για παράδειγμα τη δουλειά που κάνει η κουμπάρα μου στην Πάτρα, λίγο το 'χεις, τόση προσοχή και τόσες ευθύνες και άγχος; Δεν συμφωνείς; Πάρε παράδειγμα μετά την άλλη κουμπάρα μου στη Θεσσαλονίκη, εκεί κι αν είναι ευθύνη, Η Ευθύνη να πω, αλλά ποιος τα λογιαριάζει πες μου.. Μην πούμε για γιατρούς και πυροσβέστες και τέτοια.

Τελοσπάντων, με έβγαλες εκτός συνειρμού, ξέχασα τι ήθελα να σου πω· θα περιοριστώ στο ρεζουμέ. Κοιμάμαι και ξημερώνω με τον Γιούγκερμαν, αναπολώ Περσεφόνες και Εκάβες, κυνηγάω Χίμαιρες, ονειρεύομαι, χαίρομαι, ζω.



Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

home is where the library is

«Εμείς στο νησί συνήθως το κάνουμε αυτό μ' άλλον τρόπο».

 ***

Στην Αθήνα έζησα ενάμιση χρόνο ακριβώς. Δεν ξέρω αν το κατάλαβες καλά, το εννοώ το ακριβώς. Εμφανίστηκα μια μέρα στα τέλη του Νοέμβρη, μέσα σ' ένα εκτυφλωτικό μεσημεριάτικο φως που στραφτάλιζε στη θάλασσα των νοτίων προαστίων, και ένα μουντό απριλιάτικο πρωινό δεκαοχτώ μήνες ακριβώς μετά, χαιρέτησα για τις θάλασσες του Νότου. Εντάξει, δεν είναι και πολύ Αθήνα η Γλυφάδα και το Ελληνικό, συμφωνώ, μιας και πιάσαμε την ακρίβεια των λόγων και των θυμησών. Αλλά θυμάσαι ότι στο Χαλάνδρι αρχικά, μετά στον Ταύρο και στο κέντρο σύχναζα ολημερίς, και στα Εξάρχεια· άντε και στο κρύο Κολωνάκι. Τα 'χω γυρίσει όλα αυτά άλλωστε και μάλιστα με το ποδήλατο..

Άλλο όμως θέλω να σου πω τούτη τη βροχερή νύχτα και με παρασέρνουν σαν ρυάκια οι μνήμες.

Στην Αθήνα λοιπόν, για ενάμιση χρόνο. Όσο μετακόμιζα από το αειθαλές τριάρι της Θεσσαλονίκης, μαμά-μπαμπάς-θείος-θεία έφεραν μια γύρα στη γειτονιά των τελευταίων και μου νοίκιασαν μια ταπεινή γκαρσονιέρα σ' έναν ησυχο δρόμο στο κέντρο της Γλυφάδας. Προτού ακόμα το δω είχα ακούσει τέσσερις διαφορετικές περιγραφές και γνώμες γι' αυτό το δωμάτιο, που μ' έκαναν να ανασηκώσω το φρύδι από ενδιαφέρον. Η παρουσία μου θα -έπρεπε να- ήταν τόσο σύντομη στην Αθήνα όσο θα διαρκούσε η fast track εκπαίδευσή μου στα της δουλειάς. Η εκπαίδευση ποτέ δεν ξεκίνησε εκείνη τη χρονιά και καταλαβαίνεις, οι δέκα βδομάδες έγιναν μήνες, έγιναν χρόνος, έγιναν χρόνος και μήνες μαζί, και το ότι δεν ξέμεινα να σου γράφω ακόμα από εκείνο το σπίτι είναι ένα αισιόδοξο μήνυμα για τις απέραντης αργοπορίας υπηρεσίες μας.

***

«Εμείς στο νησί, είπες; Εμείς

Καθόμαστε στην κοίτη του ποταμού που διασχίζει την πόλη μας απ' άκρο σ' άκρο. Δηλαδή εκείνη κάθεται στο ξύλινο παγκάκι, εγώ στέκουμαι όρθιος. Έχω τα χέρια πότε δεμένα σταυρωτά μπροστά στο στήθος, πότε χωμένα στις τσέπες του μπλουτζήν. Στάση αμυντική; Στάση άνεσης; Κοιτώ πότε τη βάρκα που μακραίνει μες στα νερά προς την γέφυρα, πότε την Περσεφόνη που έκπληκτη έπιασε την αποστροφή ενός ανιαρού λόγου μου.


***

Χαυνωμένος από τις ομορφιές της παραλιακής ζώνης εκείνο το λαμπερό μεσημέρι, φτάσαμε στο νέο μου σπίτι. Μαμά και θεία κι εγώ. Οι μεγάλοι άντρες έμειναν σπίτια τους. Ο θείος στην ευρύτερη γειτονιά, όπου έχτισε πριν από σαράντα και πλέον χρόνια όταν η περιοχή ήταν κάτι σαν εξοχή, ο πατέρας πίσω στην πατρίδα· ποτέ δε συμπάθησε την Αθήνα, εξακολουθεί να την αποφεύγει όπως το ψάρι την στεριά.
Η εξώπορτα άνοιγε σ' ένα μικρό χωλ που φιλοξενούσε και την κουζίνα. Αριστερά το μπάνιο, μ 'ενα παράθυρο που έβλεπε στο κλιμακοστάσιο(!) και μπρος ένα ευρύχωρο δωμάτιο με μια τεράστια μπαλκονόπορτα που έβλεπε στον φαρδύ δρόμο. Ένα τραπέζι με δυο ψάθινες καρέκλες, πλήθος κουζινικά σκεύη με πιάτα τιγρέ, μια χτιστή ντουλάπα, μια βιβλιοθήκη. Εδώ είμαστε, είπα.

***

Στο τριάρι της Θεσσαλονίκης έζησα δεκατέσσερα χρόνια. Όλα μου τα χρόνια στην πόλη δηλαδή, σ' εκείνο το σπίτι, πολλά από αυτά μόνος. Δεν μετακόμισα καμία φορά, παρά την τελευταία. Όταν είπα του ιδιοκτήτη ότι φεύγω για την Αθήνα, με παρακάλεσε να του πω την αλήθεια, ότι τάχα δηλαδή είχα βρει άλλο καλύτερο σπίτι, σ' άλλη γειτονιά, και ντρέπομαι να του το πω. Δεν το πίστευε. Μήπως εγώ το πίστευα; Άσ' τα, κλάφ' τα.
Σ' εκείνο το σπίτι είχα βολέψει όλη μου τη νεανική ζωή, όλα μου τα ρούχα, τα πράγματα, την ιδιοκτησία, το βιός μου. Όλα εκτός από ένα πράγμα. Τα βιβλία μου. Βιβλιοθήκες είχαμε στο σπίτι, δύο. Μία ας την πούμε μεγάλη, με μαύρο σιδερένιο σκελετό και ξύλινα λευκά ράφια, κι άλλη μία ξύλινη μικρή· αυτή μπήκε στο δωμάτιο των κοριτσιών. Εγώ οικειοποιήθηκα από την αρχή την πρώτη και ανακάτευα μέσα της τα ογκώδη βιβλία της Σχολής, τους φακέλους και τις σημειώσεις, που όλα μαζί έκαμψαν με τα χρόνια τα λεπτά της ράφια.
Τα εξωσχολικά μου, όμως, βιβλία ποτέ δεν βρήκαν θέση στα ράφια της. Τα αστυνομικά κυρίως και τα υπόλοιπα λογοτεχνικά και θεολογικά, αφού διαβαζόντουσαν με λαιμαργία, φυλάσσονταν στο απομονωμένο ράφι κάποιας ντουλάπας, μέχρις ώτου να έρθει η ώρα που θα ταξίδευαν για την πατρίδα. Εκεί θα έμπαιναν με ευλάβεια στη μεγάλη καφετιά ξύλινη βιβλιοθήκη, η οποία ακόμα και τώρα κοσμεί το παιδικό μου δωμάτιο. στο πατρικό σπίτι.

Κάπου στα χρόνια των ολυμπιακών αγώνων περίπου, πήρα μια κρίσιμη αναγνωστική απόφαση. Σταμάτησα να διαβάζω τις δύο κυριακάτικες εφημερίδες που αγόραζα ανελλιπώς από τα δεκαοχτώ μου, και με τα χρήματα που εξοικονομούσα κάθε μήνα άρχισα να αγοράζω δύο βιβλία από την πρωτοπορία ή το βιβλιοστόκ. Έτσι μέσα σε λίγα χρόνια η καφετιά ξύλινη βιβλιοθήκη στο πατρικό σπίτι γέμισε ασφυκτικά από δικά μου βιβλία, που με κάθε ευκαιρία μετανάστευαν από τη Θεσσαλονίκη. Πάντα ήταν γεμάτη αυτή η βιβλιοθήκη. Στην αρχή, στα χρόνια της εφηβείας, ο πατέρας μου επέτρεψε να χρησιμοποιώ δυο μεγάλα ράφια στη μέση περίπου του ύψους της· στα υπόλοιπα τακτοποιούσε εκείνος τα φιλολογικά και ιστορικά του εγχειρίδια και λεξικά. Με τα χρόνια τα δύο μου ράφια έγιναν τέσσερα, έγιναν σειρές ολόκληρες, ώσπου στα χρόνια της δικής μου αναγνωστικής ακμής κατέλαβα το σύνολο των σειρών. Αυτή είναι και η εικόνα σήμερα. Μονάχα η εγκυκλοπαίδεια Υδρία με τους ασήκωτους δώδεκα τόμους της, τιμής ένεκεν, κατοικεί από παλιά στο μεσαίο κάτω ράφι της βιβλιοθήκης.

***

Τακτοποίησα σχετικά γρήγορα όλα μου τα πράγματα στην ντουλάπα, τα κουζινικά στη θέση τους, αγόρασα κρεβάτι, έστησα τον υπολογιστή στο τραπέζι και βόλεψα μπροστά του μία από τις μεγάλες ψάθινες καρέκλες. Άφησα τελευταίο το κουτί με τα βιβλία. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είχε δουλέψει υπερωρίες τις τελευταίες εβδομάδες και είχα εφοδιαστεί με κάμποσα αδιάβαστα βιβλία για τη νέα αρχή, τη ζωή στο νέο σπίτι, στη νέα πόλη. Τη νέα ζωή να λέμε καλύτερα. Τα έβγαλα με προσοχή, καμιά ντουζίνα στο σύνολο, και τα τοποθέτησα σε δύο ράφια, τα μυθιστορήματα στο ένα και τα θεολογικά στο άλλο. Πάντα τα ξεχώριζα μεταξύ τους, μη "μαγαριστούν τα μεν από τα δε", χωρίς να είμαι πάντα βέβαιος ποια ήταν τα μεν και ποια τα δε. Στα άλλα ράφια χώρεσαν το ραδιόφωνο, κάποια προσωπικά είδη, το προσευχητάρι, τέτοια πράγματα.
Ήταν ωστόσο τόση η συγκίνηση που ορισμένα βιβλία μου έμπαιναν σε μια νέα βιβλιοθήκη, που αμέσως ένιωσα το ξένο σπίτι οικείο, φωλιά μου, ολοδικό μου. Και το πιο σημαντικό; Ότι στον ενάμιση χρόνο που έμεινα σ' εκείνο το σπίτι, σ' εκείνη την πόλη, τα βιβλία σταμάτησαν να μεταναστεύουν στην καφετιά βιβλιοθήκη του πατρικού μου σπιτιού. Θα μου πεις ότι σου έγραψα ότι είχε ήδη παραγεμίσει, και άδικο δεν θα έχεις καθόλου. Ίσως μου πεις ότι και η απόσταση πλέον ήταν μεγαλύτερη και ότι όλο και πιο αραιά επέστρεφα στην πατρίδα, κάτι το οποίο όμως δεν είναι αληθές. Αν ψάχνεις την αλήθεια, αυτή είναι ότι για πρώτη φορά εκεί, σ' εκείνο το δωμάτιο, σ' εκείνη τη νέα βιβλιοθήκη ένιωθα ότι μπορούσαν να ξαποστάσουν τα βιβλία μου, οι περιπέτειές μου, οι ανησυχίες μου, ν' αναπαυτούν οι ώρες που είχα περάσει σφιχτά μαζί τους, κάτι που ουδέποτε μου είχε περάσει σαν νιώσιμο τα δεκατέσσερα προηγούμενα χρόνια.

***

«Μας έγινες και κρητικός δηλαδή; Σ' έκαναν κιόλας δικόν τους;»

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είπα μετά, μάλλον κάτι σαν γκριμάτσα θα έκανα, κάτι σαν "ουπς, είπα εμείς; χιχιχι, εκείνοι ήθελα να πω, χοχοχο". Ούτε καν για ποιο θέμα μιλούσαμε δεν μπορώ πια να θυμηθώ. Γιατί μέσα μου σχίστηκα στα δυο από τη συνειδητοποίηση ότι αυτό το εμείς δεν ήταν καθόλου κατά λάθος, ήταν φύσει αυθόρμητο άρα και αληθινό. Κι αν τότε αδυνατούσα να ερμηνεύσω το πώς και κυρίως το πότε γεννήθηκε αυτό το εμείς, το συνειδητοποίησα λίγες μέρες αργότερα όταν έφτασε στον υπολογιστή μου ένα λινκ, κλικ, το πάτησα και άστραψε μπροστά μου η απάντηση. Και μακάρι να μπορούσα να επιστρέψω πίσω στην όμορφη εκείνη στιγμή που τα λόγια μου χάνω και να πω στην όμορφη εκείνη Περσεφόνη, που όμορφα έτσι κάθεται, που όμορφα μαζί μιλάμε και όμορφα αμήχανα αλλάζω στα χέρια μου θέση, μια στο στήθος σταυρωτά και μια στις τσέπες, ότι το εκείνοι έγινε εμείς από τη στιγμή που απέκτησα στο τελευταίο μου σπίτι νέα βιβλιοθήκη.

Από τη στιγμή που υλοποιήθηκε ένα σχέδιο που εκκολαπτόταν τρία χρόνια και δεκάδες βιβλία τριών χρόνων ανάγνωσης βγήκαν από τη σκοτεινιά μιας ντουλάπας, για να βρει καθένα τη θέση του στα πολύχρωμα ράφια της. Το εκείνοι έγινε εμείς γιατί το εκεί, δηλαδή το εδώ απ' όπου τώρα σου γράφω, έγινε έκτοτε σπίτι μου. Που δεν ξέρω αν έγινε ποτέ το δεκατεσσάρων χρόνων τριάρι της Θεσσαλονίκης, που ενδεχομένως και να έγινε το δεκαωχταμηνήτικο δωμάτιο στη Γλυφάδα και που ούτως ή άλλως είναι και θα είναι το πατρικό μου σπίτι.

Όπου η βιβλιοθήκη εκεί και το σπίτι σου, έλεγε το ηλεκτρονικό μήνυμα, μα ξέρω ότι ανεβαίνει τώρα στα χείλη σου μια διαφωνία, μια ύστατη ένσταση. Ότι σπίτι είναι εκεί που φωλιάζουν οι αγαπημένοι σου και περιμένουνε να 'ρθείς. Κι εγώ σ' αυτό δύσκολα μπορώ να σταθώ και να διαφωνήσω από μόνος μου. Στηρίζομαι όμως στη γερή γραφή του συγγραφέα και σου λέω ότι κάποια αντικείμενα που στέκουν για πάντα στη θέση τους σ' ένα σπίτι, όπως ένα πιάνο, μια βιλιοθήκη, «είναι η απτή απόδειξη ότι εκείνα που μένουν πίσω δεν είναι οι άνθρωποι. Αυτοί ξοδεύονται από νωρίς, όπως το καλό μπράντι μια βροχερή νύχτα»*.

Στηρίζομαι και ισορροπώ πλέον την καρδιά μου στις δυο βιβλιοθήκες μου που χαίρομαι να βλέπω να γεμίζουν, απολαμβάνω να τακτοποιώ, τσατίζομαι να ξεσκονίζω.


* Ισίδωρος Ζουργός, λίγες και μία νύχτες, εκδ. Πατάκης.