Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Πρόσεχε..

«Πρόσεχε σου λέω... Και κάτι άλλο: να θυμάσαι τους μενεξέδες που φυτέψαμε, δεν έχει πιο ταπεινό λουλούδι απ' αυτό. Έτσι να 'σαι στη ζωή σου· το κεφάλι μην το σηκώσεις πάνω από κει που βαστάει ο λαιμός σου.

«Κι αν ο λαιμός σου ψηλώνει γρήγορα σαν τ' αγριόχορτα ύστερ' από βροχή, πώς καταφέρνεις να κρυφτείς; Πώς μπορεί κανείς να να φυλαχτεί απ' τα όνειρά του; Δεν είναι κεραυνός να χώσεις το κεφάλι κάτω απ' τα κεραμίδια, δεν είναι κάψα του καλοκαιριού που δίνει σημάδι απ' το πρωί ώστε να βρέξεις ένα ψάθινο καπέλο και να το φοράς κάτω απ' το λιοπύρι. Τα όνειρα έρχονται νύχτα και σε πνίγουν με καπνό. Είσαι μια εργατική μέλισσα κι αυτά σε ναρκώνουν. Η ψυχή σου είναι το μέλι που σου το κλέβουν. Πίσω απ' τη μάσκα με το τούλι του μελισσοκόμου, τα όνειρα κρύβουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Μαθαίνεις την αλήθεια γι' αυτά όταν σε έχουν πια λεηλατήσει».

* Από το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, "λίγες και μία νύχτες", εκδ. Μεταίχμιο.



Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Σόρυ που σας περνάμε!

Κοίτα να δεις, μου λέει, μη στενοχωριέσαι που μας περνάνε τώρα, στο τέλος θα δεις τι θα γίνει.

Είμαστε περίπου στο 10ο χιλιόμετρο, επί της Μαραθώνος, κι έχουμε αφήσει πίσω μας τον τύμβο της περίφημης μάχης. Είναι η φάση εκείνη που το σώμα έχει ήδη πιάσει τη σωστή θερμοκρασία, τα πόδια έχουν ήδη βρει τα σωστά τους πατήματα, ο νους έχει συντονιστεί στην αποστολή και δίνει τον ρυθμό. Όλα σε πλήρη αρμονία και συνεννόηση να μου λένε «τρέξε ρε!» κι εγώ να 'χω τη Φανή στο πλάι μου, αγκώνα με αγκώνα, να μου λέει κόψε, κράτα δυνάμεις, θα δούνε τι έχει να γίνει στο τέλος. Ο στρατηγός της αποστολής. Κι εγώ ένα φανταράκι που ακούει· ακούει και εκτελεί· και τρέχει.

 Μαραθώνιος, ο των Αθηνών, ο κλασσικός. Ο Αυθεντικός ντε.

>>

Ο Χαλ λέει, μου λέει και μου ξαναλέει και περνάει έτσι μια ώρα τρέχοντας στην παραλιακή της Θεσσαλονίκης, πριν κάμποσο καιρό, λέγοντάς μου αναλυτικά τι λέει ο Χαλ για κάθε πιθανή και απίθανη περίσταση.

Αλλά ένα-ένα, ποιος είναι ο Χαλ αναρωτιέσαι και δεν έχεις άδικο. Ο Χαλ είναι ο προπονητής μας, από τους πιο διάσημους στον κόσμο· και δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από εκείνη. Τον διάλεξε και μου τον ανακοίνωσε λίγες μέρες αφότου μας δήλωσε για τον μεγάλο αγώνα. Στο έχω ξαναπεί πώς έγινε, θα το θυμάσαι. Δηλαδή το πρόγραμμά του μου ανακοίνωσε μια καλή μέρα του Μάη, το οποίο θα έβαζε έκτοτε ταφόπλακα σε κάθε ποθούμενη καλοκαιρινή ξεκούραση. Αναλογίσου λίγο τη συνθήκη, προσπάθησε: καλοκαίρι, βιδωμένος στο νησί, συνεχόμενες βάρδιες μέρα-νύχτα, ατέλειωτος ήλιος και ακρογυαλιές, τουρίστες και τουρίστριες μιλιούνια, φαγητά-πανηγύρια-ρακές, και μια καλή Τρίτη 11 Ιουλίου (κι άγιος Παΐσιος που το ίδιο βράδυ γιορτάζει βοήθειά μας) να πρωτοσέρνω τα ποδάρια μου στο καυτό ταρτάν του σταδίου. Οι πρώτοι έντεκα γύροι, και την επομένη άλλοι δεκαενιά, μετά πάλι έντεκα και το Σαββάτο τριάντα.
Έσταξα ένα καλοκαίρι στην άσφαλτο και στο ταρτάν. Δεκαοκτώ βδομάδες αγκαλιά με τον Χαλ (καλή του ώρα), με ζέστη, με βροχή, ξημερώματα και βραδινά στο Ηράκλειο, με τον Χαλ στο Φραγκοκάστελλο, με τον Χαλ στα Τρίκαλα, με τον Χαλ απ' το χωριό στην Τύρνα και όπισθεν να μ' αλυχτάνε τα σκυλιά, με τον Χαλ στην Πάτρα.

Με τον Χαλ, φυσικά, στη Θεσσαλονίκη, στον μεγάλο ημιμαραθώνιο. Γιατί ο Χαλ λέει, μου λέει, και πέρασε άνετα ο μισός αγώνας. Στον άλλον μισό με αποδέσμευσε και έτρεξα για το ρεκόρ έχοντας στον νου μου την απορία, τώρα που έμεινα μόνος τι ακριβώς λέει ο Χαλ γι' αυτό;

>>

Θα δούνε τι έχει να γίνει στο τέλος. Μόνο που έχουμε μπροστά μας άλλα τριάντα δύο χιλιόμετρα και αυτό που έχει να γίνει στο τέλος είναι άγνωστο και σε μένα. Έχει περάσει από δέκα και μισή, είμαστε ξύπνιοι από τις πέντε τη νύχτα, και έχουμε ακόμα ποδαρόδρομο μέχρι τις δύο το μεσημέρι τουλάχιστον. Στους σταθμούς περπατάμε, πίνουμε το νερό μας, τρώμε τα τζελάκια μας, κάνουμε το πιπί μας· συνεχίζουμε την τρεχάλα πιο δυνατοί. Τι κι αν στο 14ο την άκουσαν τα γόνατά μου; Της το λέω, δεν λέει τίποτα. Μια ώρα μετά έχουν γιατρευτεί μόνα τους. Ή το πιο πιθανό είναι ότι άλλοι πόνοι αντικατέστησαν τους πρότερους, το μυαλό τους ξέχασε. Πρόσεχε το γόνατό σου, μου λέει, σε κάθε ανάποδη κλίση του δρόμου. Δεν της λέω τίποτα.

Στα μισά του αγώνα έχουμε βάλει καπέλο είκοσι λεπτά στον χρόνο μας. Ό,τι ακριβώς είχαμε υπολογίσει. Στρατηγός είπαμε, η τακτική θα έβγαινε έστω και ..επί τας. Περπάτημα στους σταθμούς, ενυδάτωση, χρόνος, πάμε πάλι, ξανά και ξανά και φτου κι απ' την αρχή. Έτσι περνάνε τα χιλιόμετρα και πού και πού, ο Χαλ λέει, να μην ξεχνιόμαστε· ή μάλλον ακριβώς για να ξεχνιόμαστε. Να ξεχνώ ότι τώρα τα πέλματα έχουν πάρει φωτιά και πονάει το παλιό τραύμα, να ξεχνά τους πόνους στην κοιλιά της που άρχισαν να τσιμπάνε.

Το 32ο είναι σημαδιακό χιλιόμετρο. Εκεί τελειώνουν τα ανηφορικά βάσανα του αγώνα, με την πιο απότομη ανηφόρα. Μετά καβάλα στον κατήφορο και ο τερματισμός πλησιάζει. Εκεί όμως τελειώνει και η γνώριμη από τις προπονήσεις απόσταση. Γιατί ο Χαλ λέει ότι προπόνηση θα κάνεις μέχρι τα τριάντα δύο. Μετά στοπ. Ο αγώνας θα σε σπρώξει άλλα δέκα να τερματίσεις καμαρωτός. Τι γίνεται μετά τα τριάντα δύο λοιπόν; Κανείς πρωτάρης δεν ξέρει. Το σώμα δεν ξέρει, τα πόδια δεν ξέρουν, το μυαλό μπερδεύεται δεν ξέρει. Ο Μαραθώνιος αρχίζει στα τριάντα δύο, λένε οι παλιοί. Κι ο κακός ο τοίχος εμφανίζεται στα τριάντα δύο, λένε οι παθόντες. Τα φτάνουμε, τα περνάμε, και συνειδητοποιούμε ότι έχουμε ακόμα τις δυνάμεις ακμαίες. Ποιος τοίχος, ποιοι πόνοι, ποια κούραση. Συνεχίζουμε το ίδιο βιολί, στον κατήφορο όμως: περπάτημα στο σταθμό, νερό, τελευταίο τζελάκι. Ανοίγω το βήμα και φεύγω δέκα μέτρα μπροστά· τα μάτια μου έχουν βουρκώσει, αισθάνομαι πλέον τον τερματισμό και δεν βαστιέμαι· τα σφουγγίζω με την ανάστροφη της παλάμης να μη με δει. Μη βιάζεσαι, μου λέει· ο Χαλ λέει..

Έχουμε μπει για τα καλά στην καρδιά της Αθήνας, κόσμος πολύς χειροκροτά και εμψυχώνει. Στο ύψος της Μαβίλη ο φίλος μου ο Θανάσης πετάγεται από το πλήθος και ορμά πάνω μας. Τρέχει μερικά μέτρα μαζί μας, με το κινητό στο χέρι τραβάει βίντεο και μας δυναμώνει. Τον αγκαλιάζω τρέχοντας και συνεχίζουμε. Έχω πεθάνει, της λέω. Έχω πεθάνει βασικά από ανυπομονησία. Θέλω να αντικρίσω το στάδιο, να δω τον τερματισμό, δεν αντέχω άλλο στο περίμενε, περίμενε και τρέχα και λίγο ακόμα θα δεις. Τρέχουμε όμως, κι αυτό είναι θαύμα. Και προσπερνάμε σωρηδόν σαν κινητά εμπόδια αργότερους δρομείς. Στρίβουμε στην Ηρώδου Αττικού, τελευταία στροφή και τελευταία πεντακόσια μέτρα. Στο βάθος το στάδιο, η βουή του κόσμου. Ανατριχίλα.

>>

Χέσε το γόνατο!

Πάει ώρα που ο Χαλ δεν λέει· πάει ώρα που δεν έχω πει τίποτα για το πέλμα, τίποτα για το γόνατο. Τρέχουμε σαν τρελοί στο κατήφορο της Ηρώδου Αττικού και προσπαθούμε να μην τρακάρουμε με τα κινητά εμπόδια. Και μου λέει ξαφνικά, χέσε το γόνατο; Και φεύγει ακόμα πιο μπροστά. Κι εγώ που δεν νιώθω καν ότι έχω γόνατο ακολουθώ και προσπερνάω και της κάνω νόημα να πάει πιο γρήγορα ακόμα. Νιώθω σαν τον Μπολτ στην κούρσα-ρεκόρ των εκατό μέτρων. Αν και στην πραγματικότητα μοιάζω με ..χοχλιό που βγήκε βόλτα μετά τη βροχή. Το νιώθουμε, όμως, και η πραγματική πραγματικότητα είναι ότι πάμε πολύ πιο γρήγορα από τους άλλους χοχλιούς που βγήκαν την ίδια μέρα για σουλάτσο.

Σόρυ! Σόρυ που σας περνάμεεεεε! Την ακούω έκπληκτος δίπλα μου να ξεφωνίζει. Σόρυ που σας περνάμε, γιούχου! Συγγνώμη! Συγγνώμη! Πάψε βρε, της λέω, και τρέχα, αλλά εκείνη έχει πάθει ντελίριο, είναι αλλού, ο στρατηγός τρελάθηκε που έχει βγει η τακτική κατά γράμμα και δεν κρατιέται να το διαλαλίσει στα σύμπαντα. Το πιο επικίνδυνο εκείνη την ώρα είναι να βρεθεί κάποιος στο διάβα μας. Έτσι πώς έχουν τσακίσει τα πόδια, στον παραμικρό ελιγμό θα σκορπίσουν στην άσφαλτο, και μετά ποιος μαραθώνιος και ποιος τερματισμός.

Στρίβουμε, μπαίνουμε στο στάδιο, πατάμε στο μαύρο ταρτάν για τα τελευταία εκατό μέτρα. Όλα πια είναι πίσω μας. Οι σταθμοί, τα νερά, τα τζελάκια, το κατούρημα, ο τύμβος, η εκκίνηση, οι διατάσεις στο γρασίδι, το νυχτερινό ξύπνημα, το ταξίδι στην Αθήνα, οι αγωνίες, η προετοιμασία στην κάψα ενός καλοκαιριού που έσταξε από πάνω μας με τον ιδρώτα, η τρέλα εκείνου του Μάη όταν δηλώσαμε συμμετοχή· και φυσικά ο Χαλ, που όλο λέει και λέει και λέει.

Όλα είναι πίσω μας· μπροστά μας μόνο ο τερματισμός και τον διαβαίνουμε χέρι-χέρι, όπως όλους αυτούς τους μήνες, που ενώσαμε Ηράκλειο με Κοζάνη και Τρίκαλα με Νικήτη. Και στο τέλος μια αγκαλιά που τα σβήνει όλα. Λίγα μέτρα πιο κάτω ο Κωστής με τον Άλεξ· άλλες αγκαλιές εκεί, φωτογραφίες, κλάματα ατελείωτα, και τω Θεώ δόξα.

>>

Τα στατιστικά έδειξαν ότι στα τελευταία πέντε χιλιόμετρα περάσαμε χίλιους τριακόσιους και πλέον δρομείς. Κι ότι το δεύτερο μισό ήταν πιο γρήγορο από το πρώτο. Ω της τακτικής το θαύμα. Ο Χαλ λέει, η Φανή λέει, τι να πω εγώ ο δόλιος. Υποκλίνομαι, κι ας μην έχω γόνατα ή πέλματα να περπατήσω. Την τελευταία φορά που θυμάμαι, απλά ..τα 'χεσα.

Σόρυ που σας περάσαμε, και συγγνώμη που όχι μόνο το κάναμε αλλά σας το φωνάζαμε κιόλας, αλήθεια τώρα. Μα δεν κρατιόμασταν, ήμασταν εκτός πραγματικού εαυτού μας. Και μένει ως τα τώρα, μια βδομάδα μετά που σου τα διηγούμαι, η απορία μέσα μου μεγάλη, αν κι αυτό πράγματι ο Χάλ το λέει..


Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

η σταγόνα που συνειδητοποίησε το νόμο της βαρύτητας

Τις είδα παραταγμένες όμορφα σε ευθεία κάθετη γραμμή.
Πάνω πάνω η μεγάλη, η στρουμπουλή· εκμεταλλεύτηκε την μικρότερη κλίση και στάθηκε περήφανα γεμάτη στην γλιστερή παρειά.
Από κάτω της μια πιο συμμαζεμένη, κανονική, με τέλειο στρογγυλό περίγραμμα και διάφανη επιδερμίδα· έμοιαζε ακλόνητα αιωρούμενη στη μεγάλη γλίστρα.
Λίγο πιο κάτω η τρίτη της σειράς, πιο μικρούλα και σφικτή, με νεανικά σχεδόν χαρακτηριστικά, ισορροπούσε με μαεστρία στην πλαγιά που τώρα είχε πολύ απότομη κλίση.
Τέλος, στο άκρο της κάθετης παράταξης η πιο μικρή, η πιο δεμένη, η πιο αιχμηρή, στα όρια του υπερφυσικού να στέκει απόλυτα προσαρμοσμένη, συνυφασμένη με την σχεδόν κάθετη επιφάνεια.
Και οι τέσσερις εκεί, σταγόνες, στα μάτια μου μπροστά τολμηρές, σ' ένα που μόλις απομακρύνθηκε απ' τα χείλη μου ποτήρι, σκαρφαλωμένες στην κρύα γυάλινη εσωτερική παρειά του· να νικούν τους νόμους της βαρύτητας.
Ώσπου μια πεταλούδα ανοιγόκλεισε τα φτερά της στα βάθη της Ανατολής κι η βλεφαρίδα μου πετάρισε αντανακλαστικά τινάζοντας το αριστερό μου βλέφαρο· το βάρος του προκάλεσε μια ανεπαίσθητη ταλάντωση του κεφαλιού, μεταδόθηκε ταχύτατα στους αγκώνες που ακουμπούσαν νωχελικά στην επιφάνεια του γραφείου. Την ταλάντωση μετέφερε το στέρεο υλικό στη βάση του ποτηριού, που χόρεψε κι αυτό στους ρυθμούς της.

Και τότε την είδα· τη χοντρή. Να λικνίζει τους γοφούς της, να παραμορφώνει το σχήμα της, να τραμπαλίζεται επικίνδυνα γύρω από την εύθραυστη ισορροπία της. Και στο τέλος να καταρρέει πανηγυρικά προς το χάος. Στο διάβα της συνάντησε πρώτα την τέλεια στρογγυλή και διάφανη· αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, ενώθηκαν σχεδόν ερωτικά -ο χρόνος υποκλινόμενος θυσίασε για χάρη τους μιαν αιώνια θα λεγες στιγμή- και βούτηξαν μαζί σε αναπόφευκτη πτώση. Επόμενος σταθμός η σφριγηλή νεάνιδα, μόνο που εδώ δεν υπήρξε καν στάση ούτε χαμένη στιγμή. Η αχόρταγη συσσωματωμένη ορμή τους έπεσε στη νεαρά σταγόνα, ωσάν χιονοστιβάδα σε απότομη πλαγιά. Κι εκείνη καταβροχθίστηκε δίχως φιλί και χάθηκε στην καλπάζουσα μάζα τους. Έντρομη η πιο μικρή και μοναχική πλέον σταγόνα έβλεπε το μοιραίο να 'ρχεται τρομακτικό και ταχύ· γύρισε το βλέμμα της προς τον πυθμένα του ποτηριού, μάζεψε τις δυνάμεις και κίνησε για την οδό της περηφάνιας. Της έμεινε, όμως, μονάχα η γενναία απόφαση· η πραγματικότητα αμείλικτη την παρέσυρε μαζί στου θανάτου τη βουτιά.

Με μια εξίσου αποφασιστική κίνηση σήκωσα και πάλι το ποτήρι, ρίχνοντας δυο στάλες στα διψασμένα χείλη· και το απίθωσα ξανά στη γνώριμη θέση του. Και τότε τις είδα παραταγμένες όμορφα σε ευθεία κάθετη γραμμή.
Πάνω πάνω η μεγάλη, η στρουμπουλή...

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Να μη γυρίσεις

Εκείνο το καλοκαίρι ο Γουές νοίκιασε ένα επιπλωμένο σπίτι βόρεια του Γιουρίκα από έναν πρώην αλκοολικό που τον έλεγαν Σεφ. Μου τηλεφώνησε λοιπόν και μου ζήτησε να τα παρατήσω όλα και να πάω εκεί πέρα και να ζήσω μαζί του. Είπε πως είχε κόψει το ποτό. Ήξερα τι κόψιμο ήταν αυτό. Αλλά δεν δεχόταν κουβέντα. Τηλεφώνησε ξανά και είπε, Έντνα, από το μπροστινό παράθυρο βλέπεις τον ωκεανό. Μυρίζεις το αλάτι στον αέρα. Τον άκουγα να μιλάει. Δεν μπέρδευε τα λόγια του. Του είπα, θα το σκεφτώ. Και το σκέφτηκα. Μια βδομάδα αργότερα τηλεφώνησε ξανά και είπε, θα έρθεις; Του είπα πως το σκεφτόμουν ακόμα. Είπε, θα ξεκινήσουμε πάλι απ' την αρχή. Είπα, αν είναι να έρθω εκεί, θέλω να μου κάνεις μια χάρη. Πες το, είπε ο Γουές. Είπα, θέλω να προσπαθήσεις και να είσαι ο Γουές που ήξερα κάποτε. Ο παλιός Γουές. Ο Γουές που παντρεύτηκα. Ο Γουές έμπηξε τα κλάματα, κι εγώ το πήρα σαν ένδειξη των καλών του προθέσεων. Κι έτσι είπα, καλά λοιπόν, θα έρθω.
Ο Γουές είχε παρατήσει τη φιλενάδα του, ή τον είχε παρατήσει εκείνη - δεν ήξερα και δεν μ' ένοιαζε. Απ' τη στιγμή που πήρα απόφαση να πάω με τον Γουές, έπρεπε να αποχαιρετήσω τον φίλο μου. Ο φίλος μου είπε, κάνεις λάθος. Είπε, μην μου το κάνεις αυτό. Τι θα γίνει μ' εμάς; είπε. Είπα, πρέπει να το κάνω για το καλό του Γουές. Προσπαθεί να ξεκόψει απ' το ποτό. Θυμάσαι πώς είναι αυτό. Θυμάμαι, είπε ο φίλος μου, αλλά δεν θέλω να φύγεις. Είπα, μόνο για το καλοκαίρι. Μετά βλέπουμε. Θα ξαναγυρίσω, είπα. Είπε, κι εγώ τι θα γίνω; Το δικό μου καλό; Να μη γυρίσεις, είπε.

Από το διήγημα του Raymond Carver «Το σπίτι του Σεφ», συλλογή «Καθεδρικός ναός», μετάφραση Γιάννης Τζώρτζης, Μεταίχμιο.



Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

my modular biblio project




Ήταν αρχές του περασμένου Νοέμβρη. Η κρητική παρέα πείστηκε να ακολουθήσει δυο τρικαλινούς σ' ένα ταξίδι στα θεσσαλικά λημέρια, στα βουνά, τις λίμνες, τις γεύσεις και τις πόλεις. Ένα από τα βράδια μας σε γνωστό μπαράκι της κεντρικής πλατείας Τρικάλων, γυρνώντας ο Δημήτρης από το μέρος εκείνο όπου -λέγεται ότι- και ο βασιλιάς πηγαίνει(;) μόνος του, μου ανακοινώνει ότι υπάρχει μια σύνθεση στο πίσω μέρος που θα μου άρεσε. Ήξερε για την αγωνία μου να σχεδιάσω μια βιβλιοθήκη για τα καινούρια μου έντυπα αποκτήματα, η οποία όλο καθυστερούσε και χρόνιζε σαν βαριά ασθένεια που δεν φεύγει. Είχε έρθει η ώρα να επισκεφτώ κι εγώ τα μέρη μοναξιάς του βασιλιά.

Επανήλθα στην πόλη μερικές βδομάδες αργότερα, καφές με Γιώργο και Άκη και Λάμπρο και Βάιο(;). Πλησίασα τη σύνθεση, τη μελέτησα από κοντά. Θέλετε κάτι κύριε, να βοηθήσουμε; Θα ήμουν από παράξενο μέχρι θλιβερό θέαμα. Μέτρησα πάχη και συνδέσεις, χοντρικά τις διαστάσεις.

Με την επιστροφή στον Νότο έγιναν τα πρώτα σκαριφήματα, τα δεύτερα. Τράβηγμα από δω, τέντωμα από κει, απλοποίηση παραπέρα. Τσάτρα-πάτρα βγήκε το πρώτο ικανοποιητικό σχέδιο, τα χριστούγεννα το έδειξα στον ξυλουργό ξάδερφο. Εύκολο! Πώς σου το στέλνω είναι το θέμα. Ε μα, αυτό ήταν το θέμα. Ξανά στον Νότο, με τις τελικές προσαρμογές στο σχέδιο, το οποίο έδειχνα δω κι εκεί, καμωμένο τρισδιάστατο στο autocad. Ο πατέρας μου θα στο κάνει! Μαζί με τον Μίλτο. Η Μαρία.

Σχέδιο 1:1 -για να μου φύγει η όποια αμφιταλάντευση είχα για τις διαστάσεις- κρίθηκε απαραίτητο. Κι άλλες διορθώσεις, τελευταίες πινελιές, έτοιμο. Μετά να μιλήσουμε με τον Μίλτο για υλικά και, το σημαντικότερο, για χρώματα. Ζόρι. Από μονόχρωμη σε δίχρωμη· κατέληξε πεντάχρωμη. Διαστάσεις κουτιών, αγορά υλικών, μεταφορά στο εργαστήρι. Σε μια βδομάδα έτοιμη, όρθια! Μεγάλη συγκίνηση, να την βλέπω όρθια και στεκούμενη, με τους όγκους και τις ακμές της, τα βάθη της. Έτοιμες και οι συνδέσεις της, έξυπνα και απλά.

Και μετά στον λακαδόρο για βαφή. Επί τόπου στο δεκάλεπτο επιλέξαμε τα χρώματα και χαιρετήσαμε. Το βράδυ κάτι με τριβέλιζε, μια ανικανοποίητη αίσθηση για τις επιλογές, τις αποχρώσεις, λατέρνα με τόσα χρώματα. Έστειλα ραβασάκι στον λακαδόρο να μην προχωρήσει. Κι αφού τρέλανα τον Σπύρο -μέχρι που βαρέθηκε- και την Φανή -τότε που τρέξαμε στην Κοζάνη, τι διαδρομή κι αυτή!- άλλαξα τα πάντα και ανηφόρισα ξανά στο χώρο του βαφείου με τις νέες επιλογές.

Δέκα μέρες πέρασαν και τα κουτιά παραδόθηκαν έτοιμα, γυαλιστερά και φρεσκομύριστα στο καθιστικό μου. Και λίγες ακόμα μέρες έπειτα (συναρμολόγηση, στερέωση), αυτό.

Την βλέπω μπροστά μου τώρα, που χτυπώ αυτές τις λέξεις στο πληκτρολόγιο. Απέναντί μου. Φορτωμένη με τα βιβλία των τριών και κάτι χρόνων που έχω βλέποντας την πατρίδα απ' τα κάτω προς τα πάνω. Πάνω της βρήκε θέση και το δώρο των κουμπάρων, μάλλον ειδικά γι' αυτό σχεδιάστηκε μια εξοχή, αλλά και τα σουβενίρ από το Περού, την Αλεξάνδρεια (αχ..). Όλα τους να θυμίζουν κάτι, να στέκουν σημάδια βιωμάτων και συναισθημάτων· ωρών ατελείωτων βύθισης σε λευκές σελίδες και πολύχρωμα εξώφυλλα.

Μου μπαίνουν κάποιες σκέψεις ..αριστερές, ότι αντί των βιβλίων -έτσι θα πρέπει- είναι η βιβλιοθήκη ο πρωταγωνιστής. Τις αντιπαρέρχομαι με αποφασιστικότητα, ότι θα εμπλουτιστεί με τέτοια βιβλία που θα κρατούν πάντα τον πρώτο ρόλο. Ώρες καλές και ατελείωτες, των πολύχρωμων βιβλίων με τις σελίδες τις λευκές!


Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Night falls

"Night falls. Or has fallen."
>>>

Για πεντηκοστή, εκατοστή φορά το δισκάκι ξεκίνησε από την αρχή, η μικρή οθόνη στο κεντρικό ταμπλώ φώτισε τον αριθμό ένα. Τη μικρή παύση διαδέχτηκαν ρυθμικά τύμπανα και έγχορδα· γέμισαν το κρύο εσωτερικό του αυτοκινήτου που διάβαινε ήσυχα την έρημη νύχτα.

[♪] Πάνω στο μπράτσο χάραξε η μέρα μιαν ευχή
για το χορό που στήσανε στ' αστέρια οι Περσείδες [/♪]

Πυκνή, ήσυχη, ανέφελη νύχτα. Δίχως αστέρια, χωρίς φεγγάρι, έπεσε.
Στη βάρδια.

>>>
"Night falls. Or has fallen. Why is it that night falls, instead of rising, like the dawn? Yet if you look east, at sunset, you can see night rising, not falling; darkness lifting into the sky, up from the horizon, like a black sun behind cloudcover. Like smoke from an unseen fire, a line of fire just below the horizon, brushfire or a burning city. Maybe night falls because it’s heavy, a thick curtain pulled up over the eyes. Wool blanket. I wish I could see in the dark, better than I do."
Margaret Atwood, The Handmaid’s Tale, 1985
>>>

Και μετά αχνοφαίνεται το πρώτο φως, η Ηώ, η πρόδρομος του Ήλιου, που ρίχνει μια σταγόνα θαμπού μπλε αραιώνοντας τη σκουρόχρωμη ανατολή πάνω απ' τη μαύρη θάλασσα. Και η αυγή ανεβαίνει, ανατέλλει γοργά, ώσπου οι πρώτες βαθυκίτρινες ακτίνες σαρώνουν με τη δέσμη τους τα ήρεμα νερά. Ώσπου το φως διαλύει τις σκιές που ξεγελούν τα μάτια.
"I wish I could see in the dark, better than I do."
Ή όπως καρδιακά το εξέφρασε ο θεολόγος του Ησυχασμού, φώτισόν μου το σκότος.


Σάββατο 6 Μαΐου 2017

ψηφίδες

Παράξενη μέρα η σημερινή. Η χθεσινή δηλαδή, γιατί και πάλι μεταμεσονύκτια σου γράφω. Φόρτωσα στον κόκκορα μισή ντουζίνα εκκρεμότητες και πήγα για τρέξιμο το πρωί, με τη Μαρίνα και τη Ζωή. Εντάξει, δεν βάλαμε και φωτιά στο ταρτάν, αλλά όμορφα ήταν. Πάντα είναι, όταν μάλλον και η παρέα είναι αντίστοιχα.

«Ξέρεις τι έκανα σήμερα;» μου είπε πριν λίγες μέρες η φωνή στο τηλέφωνο. «Δήλωσα. Πάει ο νους σου για ποιον αγώνα;».
«Για λέγε μου γιατί δεν είμαι σε φάση», της λέω.
«Βγήκαν οι δηλώσεις για το Μαραθώνιο βρε χαζό!».
«...»
«Κι εκεί προς το τέλος που συμπληρώνουμε με ποιον άλλον αθλητή θέλουμε να μας βάλουν στο ίδιο γκρουπ εκκίνησης, εγώ έβαλα...»
«Ωχχ..»
«Εσέναααα!»

Την επόμενη μέρα, φυσικά, δήλωσα κι εγώ. Αυτή είναι η Φανή, της ασπαίτε, της Κοζάνης, των παιδιών της, των βιβλίων, των ημιμαραθωνίων, τώρα και των μαραθωνίων.

«Στο λέω να το ξέρεις, εσύ θα φταις για όλα».
«Χαχα! Put the blame on mame boy».

Αυτή ήταν η τελευταία μας επικοινωνία.

***

Μα για άλλα ήθελα απόψε να γράψω και διέκοψα την πνευματική μου εργασία, το παζλ που βάλθηκα νυχτιάτικα να φτιάξω. Παρασυρμένος και προπονημένος με εκείνα των ογδόντα τεμαχίων που φτιάχνουμε με την λατρεμένη μου μπουμπού, πήρα ένα από το Μουσείο Guggenheim κατά το πρόσφατο ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Εικονίζει τον πίνακα Yellow-Red-Blue του Kandinsky, που άκρη δε βγάζω τι θέλει ο ποιητής να δείξει, όμως είναι πανέμορφος. Στην αρχή είχα σταμπάρει ένα αντίγραφο του υπέροχου πίνακα του Paul Klee, Red Balloon, αλλά φοβήθηκα ότι δεν θα επιζήσει του υπερατλαντικού ταξιδιού. Κι έτσι βρέθηκα με χίλια κομματάκια τέχνης.
Σκορπίζοντας τις ψηφίδες στο τραπέζι του σαλονιού ανακατεύτηκαν κει μέσα κι οι μνήμες απ' το ταξίδι, οι εικόνες και τα αμέτρητα βήματα στις λεωφόρους. Κυρίως αυτά, τα βήματα. Και μάλιστα τα μαραθώνια σαράντα δυόμιση χιλιάδες που κατέγραψε προτελευταία μέρα το ..ρουθιανάκι που έχω γαντζωμένο στον αριστερό μου καρπό.

***

Μια μουντή συννεφιά σκέπαζε τον λιγοστό ουρανό που κατάφερναν να διακρίνουν τα μάτια μεταξύ των πολυόροφων κτιρίων. Και λέω κατάφερναν γιατί ήθελε κόπο και πόνο να στρέψεις τόσο πολύ το κεφάλι να δει το τέλος κάθε ουρανοξύστη, την αρχή του ουρανού. Μεσημέρι Δευτέρας στη γέφυρα του Μπρούκλιν. Δώσαμε ραντεβού με τον άλλον Νίκο ώρα οκτώ παρά τέταρτο στον αριθμό 245 της 44ης οδού, δίπλα στην Μπρόντγουεϊ Στρητ, όπου και είχαν κλείσει απ' το πρωί εισιτήριο με την παρέα για βραδινή παράσταση. Είχα περίπου δυο ώρες να βολτάρω μόνος, προτού τους συναντήσω. Περιπλανήθηκα για λίγο στο διπλανό πάρκο του Δημαρχείου και κατόπιν χώθηκα στα στενά προς τη Γουόλ Στρητ. Εκείνη την ώρα σχολούσαν οι εργαζόμενοι από τις δουλειές· κατά χιλιάδες άδειαζαν τους ορόφους και τα κτίρια των δικαστηρίων και των χρηματιστηρίων με τις μαρμάρινες προσόψεις. Κουστούμια, γραβάτες, χαρτοφύλακες, από κάθε πιθανό στενό, με κοινή κατεύθυνση, τους κοντινούς σταθμούς του μετρό.

Άλλαξα την αρχική μου απόφαση -να χρησιμοποιήσω κι εγώ το μετρό- και συνέχισα περπατώντας μέχρι στο σημείο των δίδυμων πύργων, το ground zero, με τους ολοκαίνουριους ουρανοξύστες και το συγκινητικό μεμόριαλ για τα γεγονότα και τα θύματα εκείνου του Σεπτέμβρη. Ήθελα να ξαναδώ με το φως της μέρας την ευρύτερη περιοχή και τις νέες αρχιτεκτονιές του Καλατράβα. Κοίταξα το ρολόι μου, είχα μια ώρα στη διάθεσή μου. Άνοιξα το χάρτη να δω πού είμαι και πού πρέπει να φτάσω στην προκαθορισμένη ώρα, έκανα ένα ..προτζέκσιον και αποφάσισα με γρήγορες διαδικασίες να περπατήσω όλο το οικονομικό κέντρο και μετά τους 45 δρόμους που με χώριζαν από την παρέα.

Και ξεκίνησα γοργά, μα χαζεύοντας συνάμα, να πιάσω την Μπρόντγουεϊ Στρητ που θα με έβγαζε καρφί στον προορισμό. Αυτή την απείθαρχη οδό, που κόντρα στον ορθοκανονικό καμβά των λεωφόρων και των οδών, διασχίζει διαγώνια όλο το Μανχάταν και χάνεται στις βόρειες περιοχές της ΝΥ. Τριμπέκα, Τσάινατάουν και Σόχο ενώθηκαν ως την Πλατεία Ουάσιγκτον, απ' όπου περίπου αρχίζει η κανονική αρίθμηση των οδών. Τα πόδια πατούσαν ανάλαφρα στα nike free, χωρίς να υπολογίζουν τα υπερβολικά χιλιόμετρα που είχαν κάνει από το πρωί. Μόνο δεκαδώδεκα ήταν εκείνα του Σέντραλ Παρκ και τον μεγάλο γύρο του πάρκου τα ξημερώματα. Μοναδικό φως, ιδανικό τοπίο, απόλαυση, άλλη φορά θα σου γράψω γι' αυτό. Και συνέχιζαν τώρα, πάνω από τριάντα χιλιάδες καταχωρημένα στο τριανταδύο γραμμαρίων βάρους γκατζετάκι με τη μικρή led οθόνη.

Προσπερνώντας το Empire State building για τελευταία μάλλον φορά, λοξοδρόμησα προς το αγαπημένο μου σημείο της πόλης, το Bryant Park. Υποθέτω όχι του Κόμπε Μπράιντ! Δίπλα του η Εθνική Βιβλιοθήκη και μια σειρά ιδιαίτερων κτιρίων γύρω από την φυτεμένη πλατεία, του δίνουν έναν αέρα πολιτισμού, ηρεμίας και ανάπαυσης. Δοκίμασα να μπω στη βιβλιοθήκη και στο κατάστημα δώρων της, μα είχε κλείσει από ώρα. Περπάτησα για λίγο στους ψηλοτάβανους διαδρόμους της και βγήκα ξανά να συναντήσω την 44η οδό και την παρέα έξω από το πολύκοσμο θέατρο.

Επόμενος και τελικός προορισμός, επιτέλους, το σπίτι, που δεν απείχε περισσότερο από είκοσι λεπτά. Παραδίπλα στην 44η σταμάτησα σε μία από τις διάσπαρτες μικρές καντίνες που πουλούσαν τα πάντα σε πίτα. Ο Αλί από το Μπαγκλαντές, με αδέρφια και θείους στην Ελλάδα, μου ετοίμασε το πιο νόστιμο φαλάφελ που είχα δοκιμάσει στη ΝΥ τις μέρες εκείνες, ρωτώντας με τι πράγμα μου είχε αρέσει περισσότερο στο ταξίδι μου.

***

«Για πες, Νέα Υόρκη;...!»

Με το αριστερό της χέρι περασμένο αγκαζέ στο δικό μου δεξί, που τα δάχτυλά του φύλαγα στην τσέπη του μπουφάν, περπατούσαμε σκυφτοί στον πεζόδρομο της Ρήγα Φεραίου. Πάτρα και ψιλόβροχο και κρύο, Απρίλη μήνα. Καθόλου πρωτότυπο. Κι η Φωτεινή να επιμένει, "για πε!".

«Ε, τι να πω, λόγια δεν βρίσκω εύκολα».
«Εσύ;;»
«Εγώ».
«Θα ξαναπήγαινες;»
«Την επόμενη βδομάδα».

Ήταν η τέταρτη φορά που με ρωτούσε κάποιος το ίδιο πράγμα και η απάντηση ήταν κάθε φορά και πιο βεβαία.

«Και τι ήταν αυτό που σου άρεσε πιο πολύ;»
«Το περιδιάβαιμα στην πόλη. Και..» -αυθόρμητα- «..το Guggenheim».

***

To Μουσείο Guggenheim, με τους κατάλευκους τοίχους και το λιτό στήσιμο των έργων σε μια συνεχή ανοδική σπείρα από το μηδέν στο πολύ, από τη γη στο ψηλά. Κάθε βήμα και ένας διαφορετικός πίνακας, κάθε βήμα και η ίδια σταθερά ανηφορική πορεία. Και μετά από μια περιστροφή στη σπείρα, να 'σαι πάλι στην ίδια μεριά, μόνο που αυτή τη φορά ένα επίπεδο πιο πάνω. Κι όταν φτάνεις στο τέλος της σπείρας, σαν υγρασία που σκαρφαλώνει το σπείρωμα ενός κοχλία να βρει διαφυγή, η δική σου διαφυγή είναι η ικανοποίηση, το γέμισμα από αυτή την προς τα άνω πορεία, μεταφορική και κυριολεκτική. Και μετά τοίχος. Και εκεί δίπλα το ασανσέρ ξανά για τη γη. Οι περισσότεροι επισκέπτες παρατήρησα ότι ακολουθούσαν την αντίθετη πορεία: από το ισόγειο με το ασανσέρ για το άνω άκρο της σπείρας και έπειτα μελέτη των έργων με καθοδική πορεία. Είναι όμως άλλες οι προσλαμβάνουσες όταν υπάρχει και σωματική συμμετοχή στον κόπο της κατανόησης. Είναι αλλιώτικο το βίωμα. Για τον ίδιο λόγο που μια ντομάτα είναι πιο νόστιμη όταν έχεις μοχθήσει να την καλλιεργήσεις ή μια αγάπη πιο ισχυρή όταν έχεις κοπιάσει να την αναζητήσεις. Και ένα φαλάφελ πιο λαχταριστό μετά από σαρανταδυό χιλιάδες βήματα..

Αυτά σκεφτόμουν βαδίζοντας προς το διαμέρισμα που μας φιλοξενούσε, στον 15ο όροφο ενός χαμηλού κτιρίου στη γωνία 54ης και Λέξιγκτον, κατά τις μέρες που διαβαίναμε την ανηφορική σπειροειδή πορεία προς το Πάσχα. "Unless we live with art, we cannot understand it", έγραφε μια πινακίδα στο Μουσείο, και γιατί να μην το γενικεύσει κανείς για κάθε τι σ' αυτή την ακατανόητη ζωή, σ' αυτό το διαρκές ανοδικό σπειροειδές παρόν, που ξανά και ξανά μας φέρνει στο ίδιο μέρος, σ' άλλο όμως επίπεδο, σε επόμενο χρόνο, με άλλες συνθήκες, διαφορετική οπτική. Είναι τελικά το ανέβασμα που κάνει τη διαφορά, όχι η επανακύκλωση. Αυτό ακριβώς το ανέστη.

***

Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτά ήθελα να γράψω απόψε, μα να 'μαι που ανακατώνω μικρά ακανόνιστα κομμάτια από το παζλ των θυμησών και των βιωμάτων, ψάχνοντας εκείνο το μικρούλι που θα ενώσει τα ασύνδετα. Την ώρα που ο Μίλτος στο ραδιόφωνο σιγοντάρει διασκευάζοντας Ερωτόκριτο.

«Τα μάτια δεν καλοθωρούν στο μάκρεμα του τόπου,
μα πιο καλά και πιο μακριά θωρεί η καρδιά τ΄ ανθρώπου
εκείνη βλέπει στα μακρά, και στα κοντά γνωρίζει,
και σ' έναν τόπο βρίσκεται, και σε πολλούς γυρίζει».