Σάββατο 20 Μαΐου 2017

Night falls

"Night falls. Or has fallen."
>>>

Για πεντηκοστή, εκατοστή φορά το δισκάκι ξεκίνησε από την αρχή, η μικρή οθόνη στο κεντρικό ταμπλώ φώτισε τον αριθμό ένα. Τη μικρή παύση διαδέχτηκαν ρυθμικά τύμπανα και έγχορδα· γέμισαν το κρύο εσωτερικό του αυτοκινήτου που διάβαινε ήσυχα την έρημη νύχτα.

[♪] Πάνω στο μπράτσο χάραξε η μέρα μιαν ευχή
για το χορό που στήσανε στ' αστέρια οι Περσείδες [/♪]

Πυκνή, ήσυχη, ανέφελη νύχτα. Δίχως αστέρια, χωρίς φεγγάρι, έπεσε.
Στη βάρδια.

>>>
"Night falls. Or has fallen. Why is it that night falls, instead of rising, like the dawn? Yet if you look east, at sunset, you can see night rising, not falling; darkness lifting into the sky, up from the horizon, like a black sun behind cloudcover. Like smoke from an unseen fire, a line of fire just below the horizon, brushfire or a burning city. Maybe night falls because it’s heavy, a thick curtain pulled up over the eyes. Wool blanket. I wish I could see in the dark, better than I do."
Margaret Atwood, The Handmaid’s Tale, 1985
>>>

Και μετά αχνοφαίνεται το πρώτο φως, η Ηώ, η πρόδρομος του Ήλιου, που ρίχνει μια σταγόνα θαμπού μπλε αραιώνοντας τη σκουρόχρωμη ανατολή πάνω απ' τη μαύρη θάλασσα. Και η αυγή ανεβαίνει, ανατέλλει γοργά, ώσπου οι πρώτες βαθυκίτρινες ακτίνες σαρώνουν με τη δέσμη τους τα ήρεμα νερά. Ώσπου το φως διαλύει τις σκιές που ξεγελούν τα μάτια.
"I wish I could see in the dark, better than I do."
Ή όπως καρδιακά το εξέφρασε ο θεολόγος του Ησυχασμού, φώτισόν μου το σκότος.


Σάββατο 6 Μαΐου 2017

ψηφίδες

Παράξενη μέρα η σημερινή. Η χθεσινή δηλαδή, γιατί και πάλι μεταμεσονύκτια σου γράφω. Φόρτωσα στον κόκκορα μισή ντουζίνα εκκρεμότητες και πήγα για τρέξιμο το πρωί, με τη Μαρίνα και τη Ζωή. Εντάξει, δεν βάλαμε και φωτιά στο ταρτάν, αλλά όμορφα ήταν. Πάντα είναι, όταν μάλλον και η παρέα είναι αντίστοιχα.

«Ξέρεις τι έκανα σήμερα;» μου είπε πριν λίγες μέρες η φωνή στο τηλέφωνο. «Δήλωσα. Πάει ο νους σου για ποιον αγώνα;».
«Για λέγε μου γιατί δεν είμαι σε φάση», της λέω.
«Βγήκαν οι δηλώσεις για το Μαραθώνιο βρε χαζό!».
«...»
«Κι εκεί προς το τέλος που συμπληρώνουμε με ποιον άλλον αθλητή θέλουμε να μας βάλουν στο ίδιο γκρουπ εκκίνησης, εγώ έβαλα...»
«Ωχχ..»
«Εσέναααα!»

Την επόμενη μέρα, φυσικά, δήλωσα κι εγώ. Αυτή είναι η Φανή, της ασπαίτε, της Κοζάνης, των παιδιών της, των βιβλίων, των ημιμαραθωνίων, τώρα και των μαραθωνίων.

«Στο λέω να το ξέρεις, εσύ θα φταις για όλα».
«Χαχα! Put the blame on mame boy».

Αυτή ήταν η τελευταία μας επικοινωνία.

***

Μα για άλλα ήθελα απόψε να γράψω και διέκοψα την πνευματική μου εργασία, το παζλ που βάλθηκα νυχτιάτικα να φτιάξω. Παρασυρμένος και προπονημένος με εκείνα των ογδόντα τεμαχίων που φτιάχνουμε με την λατρεμένη μου μπουμπού, πήρα ένα από το Μουσείο Guggenheim κατά το πρόσφατο ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Εικονίζει τον πίνακα Yellow-Red-Blue του Kandinsky, που άκρη δε βγάζω τι θέλει ο ποιητής να δείξει, όμως είναι πανέμορφος. Στην αρχή είχα σταμπάρει ένα αντίγραφο του υπέροχου πίνακα του Paul Klee, Red Balloon, αλλά φοβήθηκα ότι δεν θα επιζήσει του υπερατλαντικού ταξιδιού. Κι έτσι βρέθηκα με χίλια κομματάκια τέχνης.
Σκορπίζοντας τις ψηφίδες στο τραπέζι του σαλονιού ανακατεύτηκαν κει μέσα κι οι μνήμες απ' το ταξίδι, οι εικόνες και τα αμέτρητα βήματα στις λεωφόρους. Κυρίως αυτά, τα βήματα. Και μάλιστα τα μαραθώνια σαράντα δυόμιση χιλιάδες που κατέγραψε προτελευταία μέρα το ..ρουθιανάκι που έχω γαντζωμένο στον αριστερό μου καρπό.

***

Μια μουντή συννεφιά σκέπαζε τον λιγοστό ουρανό που κατάφερναν να διακρίνουν τα μάτια μεταξύ των πολυόροφων κτιρίων. Και λέω κατάφερναν γιατί ήθελε κόπο και πόνο να στρέψεις τόσο πολύ το κεφάλι να δει το τέλος κάθε ουρανοξύστη, την αρχή του ουρανού. Μεσημέρι Δευτέρας στη γέφυρα του Μπρούκλιν. Δώσαμε ραντεβού με τον άλλον Νίκο ώρα οκτώ παρά τέταρτο στον αριθμό 245 της 44ης οδού, δίπλα στην Μπρόντγουεϊ Στρητ, όπου και είχαν κλείσει απ' το πρωί εισιτήριο με την παρέα για βραδινή παράσταση. Είχα περίπου δυο ώρες να βολτάρω μόνος, προτού τους συναντήσω. Περιπλανήθηκα για λίγο στο διπλανό πάρκο του Δημαρχείου και κατόπιν χώθηκα στα στενά προς τη Γουόλ Στρητ. Εκείνη την ώρα σχολούσαν οι εργαζόμενοι από τις δουλειές· κατά χιλιάδες άδειαζαν τους ορόφους και τα κτίρια των δικαστηρίων και των χρηματιστηρίων με τις μαρμάρινες προσόψεις. Κουστούμια, γραβάτες, χαρτοφύλακες, από κάθε πιθανό στενό, με κοινή κατεύθυνση, τους κοντινούς σταθμούς του μετρό.

Άλλαξα την αρχική μου απόφαση -να χρησιμοποιήσω κι εγώ το μετρό- και συνέχισα περπατώντας μέχρι στο σημείο των δίδυμων πύργων, το ground zero, με τους ολοκαίνουριους ουρανοξύστες και το συγκινητικό μεμόριαλ για τα γεγονότα και τα θύματα εκείνου του Σεπτέμβρη. Ήθελα να ξαναδώ με το φως της μέρας την ευρύτερη περιοχή και τις νέες αρχιτεκτονιές του Καλατράβα. Κοίταξα το ρολόι μου, είχα μια ώρα στη διάθεσή μου. Άνοιξα το χάρτη να δω πού είμαι και πού πρέπει να φτάσω στην προκαθορισμένη ώρα, έκανα ένα ..προτζέκσιον και αποφάσισα με γρήγορες διαδικασίες να περπατήσω όλο το οικονομικό κέντρο και μετά τους 45 δρόμους που με χώριζαν από την παρέα.

Και ξεκίνησα γοργά, μα χαζεύοντας συνάμα, να πιάσω την Μπρόντγουεϊ Στρητ που θα με έβγαζε καρφί στον προορισμό. Αυτή την απείθαρχη οδό, που κόντρα στον ορθοκανονικό καμβά των λεωφόρων και των οδών, διασχίζει διαγώνια όλο το Μανχάταν και χάνεται στις βόρειες περιοχές της ΝΥ. Τριμπέκα, Τσάινατάουν και Σόχο ενώθηκαν ως την Πλατεία Ουάσιγκτον, απ' όπου περίπου αρχίζει η κανονική αρίθμηση των οδών. Τα πόδια πατούσαν ανάλαφρα στα nike free, χωρίς να υπολογίζουν τα υπερβολικά χιλιόμετρα που είχαν κάνει από το πρωί. Μόνο δεκαδώδεκα ήταν εκείνα του Σέντραλ Παρκ και τον μεγάλο γύρο του πάρκου τα ξημερώματα. Μοναδικό φως, ιδανικό τοπίο, απόλαυση, άλλη φορά θα σου γράψω γι' αυτό. Και συνέχιζαν τώρα, πάνω από τριάντα χιλιάδες καταχωρημένα στο τριανταδύο γραμμαρίων βάρους γκατζετάκι με τη μικρή led οθόνη.

Προσπερνώντας το Empire State building για τελευταία μάλλον φορά, λοξοδρόμησα προς το αγαπημένο μου σημείο της πόλης, το Bryant Park. Υποθέτω όχι του Κόμπε Μπράιντ! Δίπλα του η Εθνική Βιβλιοθήκη και μια σειρά ιδιαίτερων κτιρίων γύρω από την φυτεμένη πλατεία, του δίνουν έναν αέρα πολιτισμού, ηρεμίας και ανάπαυσης. Δοκίμασα να μπω στη βιβλιοθήκη και στο κατάστημα δώρων της, μα είχε κλείσει από ώρα. Περπάτησα για λίγο στους ψηλοτάβανους διαδρόμους της και βγήκα ξανά να συναντήσω την 44η οδό και την παρέα έξω από το πολύκοσμο θέατρο.

Επόμενος και τελικός προορισμός, επιτέλους, το σπίτι, που δεν απείχε περισσότερο από είκοσι λεπτά. Παραδίπλα στην 44η σταμάτησα σε μία από τις διάσπαρτες μικρές καντίνες που πουλούσαν τα πάντα σε πίτα. Ο Αλί από το Μπαγκλαντές, με αδέρφια και θείους στην Ελλάδα, μου ετοίμασε το πιο νόστιμο φαλάφελ που είχα δοκιμάσει στη ΝΥ τις μέρες εκείνες, ρωτώντας με τι πράγμα μου είχε αρέσει περισσότερο στο ταξίδι μου.

***

«Για πες, Νέα Υόρκη;...!»

Με το αριστερό της χέρι περασμένο αγκαζέ στο δικό μου δεξί, που τα δάχτυλά του φύλαγα στην τσέπη του μπουφάν, περπατούσαμε σκυφτοί στον πεζόδρομο της Ρήγα Φεραίου. Πάτρα και ψιλόβροχο και κρύο, Απρίλη μήνα. Καθόλου πρωτότυπο. Κι η Φωτεινή να επιμένει, "για πε!".

«Ε, τι να πω, λόγια δεν βρίσκω εύκολα».
«Εσύ;;»
«Εγώ».
«Θα ξαναπήγαινες;»
«Την επόμενη βδομάδα».

Ήταν η τέταρτη φορά που με ρωτούσε κάποιος το ίδιο πράγμα και η απάντηση ήταν κάθε φορά και πιο βεβαία.

«Και τι ήταν αυτό που σου άρεσε πιο πολύ;»
«Το περιδιάβαιμα στην πόλη. Και..» -αυθόρμητα- «..το Guggenheim».

***

To Μουσείο Guggenheim, με τους κατάλευκους τοίχους και το λιτό στήσιμο των έργων σε μια συνεχή ανοδική σπείρα από το μηδέν στο πολύ, από τη γη στο ψηλά. Κάθε βήμα και ένας διαφορετικός πίνακας, κάθε βήμα και η ίδια σταθερά ανηφορική πορεία. Και μετά από μια περιστροφή στη σπείρα, να 'σαι πάλι στην ίδια μεριά, μόνο που αυτή τη φορά ένα επίπεδο πιο πάνω. Κι όταν φτάνεις στο τέλος της σπείρας, σαν υγρασία που σκαρφαλώνει το σπείρωμα ενός κοχλία να βρει διαφυγή, η δική σου διαφυγή είναι η ικανοποίηση, το γέμισμα από αυτή την προς τα άνω πορεία, μεταφορική και κυριολεκτική. Και μετά τοίχος. Και εκεί δίπλα το ασανσέρ ξανά για τη γη. Οι περισσότεροι επισκέπτες παρατήρησα ότι ακολουθούσαν την αντίθετη πορεία: από το ισόγειο με το ασανσέρ για το άνω άκρο της σπείρας και έπειτα μελέτη των έργων με καθοδική πορεία. Είναι όμως άλλες οι προσλαμβάνουσες όταν υπάρχει και σωματική συμμετοχή στον κόπο της κατανόησης. Είναι αλλιώτικο το βίωμα. Για τον ίδιο λόγο που μια ντομάτα είναι πιο νόστιμη όταν έχεις μοχθήσει να την καλλιεργήσεις ή μια αγάπη πιο ισχυρή όταν έχεις κοπιάσει να την αναζητήσεις. Και ένα φαλάφελ πιο λαχταριστό μετά από σαρανταδυό χιλιάδες βήματα..

Αυτά σκεφτόμουν βαδίζοντας προς το διαμέρισμα που μας φιλοξενούσε, στον 15ο όροφο ενός χαμηλού κτιρίου στη γωνία 54ης και Λέξιγκτον, κατά τις μέρες που διαβαίναμε την ανηφορική σπειροειδή πορεία προς το Πάσχα. "Unless we live with art, we cannot understand it", έγραφε μια πινακίδα στο Μουσείο, και γιατί να μην το γενικεύσει κανείς για κάθε τι σ' αυτή την ακατανόητη ζωή, σ' αυτό το διαρκές ανοδικό σπειροειδές παρόν, που ξανά και ξανά μας φέρνει στο ίδιο μέρος, σ' άλλο όμως επίπεδο, σε επόμενο χρόνο, με άλλες συνθήκες, διαφορετική οπτική. Είναι τελικά το ανέβασμα που κάνει τη διαφορά, όχι η επανακύκλωση. Αυτό ακριβώς το ανέστη.

***

Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτά ήθελα να γράψω απόψε, μα να 'μαι που ανακατώνω μικρά ακανόνιστα κομμάτια από το παζλ των θυμησών και των βιωμάτων, ψάχνοντας εκείνο το μικρούλι που θα ενώσει τα ασύνδετα. Την ώρα που ο Μίλτος στο ραδιόφωνο σιγοντάρει διασκευάζοντας Ερωτόκριτο.

«Τα μάτια δεν καλοθωρούν στο μάκρεμα του τόπου,
μα πιο καλά και πιο μακριά θωρεί η καρδιά τ΄ ανθρώπου
εκείνη βλέπει στα μακρά, και στα κοντά γνωρίζει,
και σ' έναν τόπο βρίσκεται, και σε πολλούς γυρίζει».


Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Υπέροχα μονάχοι

[♪] Γείρε στο πλάι μου παλιέ μου πόθε
και μέχρι να 'ρθει η ανατολή, λύσε τα φρένα τα σκοινιά μου κόψε [/♪]


Ήταν η ώρα που η γλυκιά φωνή του Μανώλη Μητσιά γέμιζε τα μπάσα στο σι-ντι πλέιερ του μεγκάν, μεσημέρι Σαββάτου. Βρωμόκρυο κι αέρας, μέρες και νύχτες πολλές στη σειρά δίχως ήλιο, σκουρόγκριζα σύννεφα φοβέριζαν απ' το πρωί χαμηλωμένα πάνω από την πόλη. Με πουκάμισο, θαλασσί πουλόβερ με κόψιμο βε και μπουφανάκι, ακόμα δεν είχα πιάσει θερμοκρασία άνεσης, όσο το καλοριφέρ του αυτοκινήτου ανέβαζε ράθυμα τους πρώτους του βαθμούς. Ράθυμες και οι δικές μου κινήσεις στα στενά της πόλης με κατεύθυνση την εθνική οδό, με τις πρώτες χοντρές ψιχάλες να διακόπτουν απρόσμενα την πορεία τους στο παρμπρίζ και να κυλούν βασανιστικά προς τα κάτω. Ο δείκτης του δεξιού χεριού συνάντησε το μικροσκοπικό κοίλο μπουτόν ον-οφφ του ραδιοσιντί, που τις τελευταίες δέκα μέρες φιλοξενούσε ένα δισκάκι του Θάνου και του Άλκη αγορασμένο για ενάμιση ευρώ από ένα στοκάδικο στην Αιόλου, κατά διάρκεια του τελευταίου ταξιδιού στην Αθήνα. Όσα σιντί δεν είχα αγοράσει στη ζωή μου, τα έχω πάρει τα τελευταία τρία χρόνια, να συντροφεύουν τις σύντομες διαδρομές μου στο νησί, να παίζουν ξανά και ξανά από το τέλος στην αρχή και πάλι στο τέλος, μέχρι οι μελωδίες και τα λόγια να σταλάξουν, ν' αναπαυτούν στη μνήμη μου. Και μετά το άλλο και ύστερα το επόμενο, μέχρι να ξανάρθει η επιθυμία για κάποιο παλιό. Ένα είναι σίγουρο, μετά από δεκάδες συνεχόμενα ακούσματα, όλα τα τραγούδια γίνονται αγαπημένα· απλά μερικά έχουν φτιαχτεί να σ' αγγίζουν αλλιώτικα.

Η φωτεινή ένδειξη στην στενόμακρη οθόνη έδειξε τον αριθμό δώδεκα δίπλα στο σύμβολο ενός δίσκου που περιστρέφεται, το τελευταίο τραγούδι. Με το ένα χέρι βρήκα τη θήκη του δίσκου και διάβασα στο οπισθόφυλλο τον τίτλο· Σιντάρτα· αναφορά μάλλον στον αρχαίο δάσκαλο του βουδισμού, μα ο δικός μου νους ανακάλεσε ταχύτατα μνήμες από Θεσσαλονίκη και τη λέσχη ανάγνωσης που κάποτε είχαμε φτιάξει με την υπέροχη παρέα, τους ασπαίτες μου, τα σαμιαμίδια μου τα αγαπημένα, που κάποτε είχανε διαλέξει με μία ψήφο διαφορά τον Λύκο της Στέπας από τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι. Τον Λύκο που κατασπάραξε την τριλογία των γκρι, του Έρμαν Έσσε, συγγραφέα μεταξύ άλλων και του Σιντάρτα. Να τι ωραίες εμπλοκές και πολυδαίδαλους ελιγμούς έκανε ο νους μου βουτώντας οργιαστικά στα ωραία χρόνια της πρώτης νιότης, προτού καν απλωθούν στην ήσυχη καμπίνα τα πρώτα λόγια με τη βραχνή φωνή του Θάνου,

[♪] Χίλια τα πλάνα σου τα χρώματα κι οι τόποι, Ελένη Κίρκη Ναυσικά και Πηνελόπη
Βάφει η σελήνη τα βουνά κι εσύ τα χείλη, μ' άρωμα ψέμα μου ποτίζεις το μαντίλι
κι ύστερα φεύγεις με αυτόματο πιλότο, κάποιον κρυμμένο θησαυρό να βρεις στο Νότο [/♪]


Είμαι στο Νότο και είμαι σε κατάσταση αυτόματου πιλότου. Δίχως Ναυσικά και Κίρκη να με πλανεύουν ή Πηνελόπη και Ελένη να με περιμένουν. Έχω θησαυρό τις θύμησες που σ' αυτές ο νους μου ταξιδεύει, την ώρα που κι εγώ ο ίδιος ταξιδεύω. Χαζεύω την υγρά αχλύδα που σηκώνεται σαν πέπλο από την καταρρακτώδη βροχή που ξέσπασε μέχρι να περάσει το τραγούδι απ' το κουπλέ στο ρεφρέν και αναπηδάει τώρα με ορμή στο οδόστρωμα μετατρέποντας την εθνική οδό σε υδάτινη πίστα. Το δεξί ρεύμα προς Ρέθυμνο έχει μαζέψει κάθε λογής χοχλιούς που ετοιμάζονται για την πρώτη έξοδο, τη δεύτερη και την τρίτη που είναι η μία δίπλα στην άλλη, κι έτσι επιλέγω την αριστερή λωρίδα βυθίζοντας ευγενικά το δεξί μου πόδι στο μικρό πεντάλ. Οι αισθητήρες που ελέγχουν την κίνηση των καθαριστήρων δίνουν εντολή για λειτουργία σε μανιώδη ταχύτητα, τέτοια που το παρμπρίζ μοιάζει αδειανό από νερό αλλά γεμάτο από πανταχού παρούσες ελαστικές ακτίνες. Και χτυπάει το κινητό και το σηκώνω. Και μιλάω αγέρωχος και άνετος στον φίλο που καλεί. Τώρα το δισκάκι έχει τελειώσει και έχει μπει στην επανάληψη, από την αρχή, για πολλοστή φορά στο πρώτο τραγούδι, την Αργώ, που πλέει μαζί μου σε θυμωμένα νερά. Ελέγχω την κυκλοφορία πίσω μου από τον μεσαίο καθρέφτη, ο δρόμος καθαρός· αριστερά μου πάντα το τοιχίο της εθνικής οδού, στα δεξιά αφήνω πίσω έναν σκούρο ανθρακί χοχλιό με κούρσα και πορεύομαι προς τον άδειο δρόμο μπρος μου. Αριστερό χέρι στο τιμόνι ώρα εννιά, δεξί χέρι στο κινητό κι όλο μαζί δυο πόντους απ' τ' αυτί μου, έκτη στο εξατάχυτο του Μεγκάν, καμιά ενενηνταριά χιλιόμετρα την ώρα στο ταχύμετρο.

[♪] Μες στο μυαλό μου έγιναν κουβάρι όσα έζησα κι όσα έχω ονειρευτεί,
του χρόνου όλα τα σβήνει το σφουγγάρι κι εσύ Αργώ με χάρτινο πανί
σε σκοτεινά νερά έχεις σαλπάρει [/♪]


Στα ίδια σκοτεινά νερά πάτησαν κι οι ρόδες του αυτοκινήτου, που ακυβέρνητο πια πορεύτηκε, σαν Αργώ σε μπάρκο για άγνωστο λιμάνι. Το αριστερό χέρι έσφιξε δυνατά το τιμόνι, πάντα ώρα εννιά, κι ούτε κούνησε ποτέ από εκεί. Το δεξί χέρι παρέμεινε στο κινητό που εξακολουθούσε να εκπέμπει ομιλία στο αυτί που εξακολουθούσε να απέχει μόλις δυο πόντους μακριά μα σταμάτησε να λαμβάνει κάθε ηχητικό κύμα. Και το δεξί πόδι παρέμεινε πεισματικά βυθισμένο στο πεντάλ της ισχύος. Θέλω να πιστεύω ότι όλα αυτά έγιναν από σύστημα, μεθοδευμένα και αντανακλαστικά υπολογισμένα. Γιατί ήταν αυτά που ίσιωσαν το σκαρί του Μεγκάν αφότου είχε πάρει επικίνδυνη κλίση πολλών μοιρών προς τον αριστερό τοίχο, την ώρα που υδρολίσθαινε βασανιστικά προς τα δεξιά μπρος από τον σκουρόχρωμο χοχλιό που μόλις είχε προσπεράσει. Το μεσημεριανό μενού περιλάμβανε χοχλιό γιαχνί ή πίτα τοίχο. Των δύο αυτών επιλογών επικράτησε μια ελπίδα, υποβοηθούμενη από τη χαλάρωση της στιγμής και τη ραθυμία που μπλόκαρε τον όποιο πανικό. Και ξανάστρεψε το σκαρί σε ευθεία πορεία και ξαναγύρισαν τα κύματα του ήχου στο αυτί μου που επιλεκτικά διάλεξε όσα ταξίδευαν από τα μπροστινά ηχεία, αποκλείοντας εκείνα του κινητού που έσβησε μ' ένα πάτημα κουμπιού.

[♪] Πάμε στον κόσμο υπέροχα μονάχοι μ' ένα παλιό τραγούδι χαρωπό,
το τραγουδάνε οι θαλασσομάχοι και λέει στο γλυκό του το σκοπό
πως μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει [/♪]


Έφτασα, στάθμευσα στον προορισμό μου με τη μηχανή κλειστή. Οι υαλοκαθαριστήρες σταμάτησαν να γεμίζουν το διάφανο τζάμι που αμέσως άρχισε να κατακλύζεται από αμέτρητες βροντόφωνες σταγόνες. Μια ευχάριστη δροσιά άρχισε να σπάει τη ζεστασιά της καμπίνας που είχε φτιάξει το σβησμένο πλέον σύστημα θέρμανσης. Έκλεισα τα μάτια και αναλογίστηκα το όλα είναι δρόμος αυτής της ζωής, κι ότι είτε μόνοι, είτε υπέροχα μονάχοι, σίγουρα, μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει.

* Ο τίτλος είναι δανεισμένος από τον ομώνυμο δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου, σε στίχους Άλκη Αλκαίου, με τις φωνές των Μανώλη Μητσιά και Χρήστου Θηβαίου.


Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Φιλίας τέχνασμα

«Ξέρεις, Φίλιξ» ξεκινάει «ούτε εγώ είχα ποτέ μου φίλους, για πολύ καιρό, όχι πριν γίνω πολύ μεγαλύτερος από σένα». Καταλαβαίνει πιο πολύ, παρά βλέπει, τον Φίλιξ να στήνει αυτί, τον νιώθει να ακούει. «Κι εγώ τους ήθελα» συνεχίζει, και μιλάει αργά τώρα, επειδή θέλει να επιβεβαιώσει ότι τα λόγια του θα ακουστούν σωστά. «Και πάντα αναρωτιόμουν αν θα έβρισκα ποτέ έναν φίλο, και πώς, και πότε». Διατρέχει με τον δείκτη του το σκούρο καρυδόξυλο του τραπεζιού, τη ράχη του βιβλίου μαθηματικών του Φίλιξ, το κρύο ποτήρι του νερού του. «Και μετά πήγα στο κολέγιο και γνώρισα ανθρώπους που, για όποιον λόγο κι αν το έκαναν, αποφάσισαν να γίνουν φίλοι μου, και μου έμαθαν - τα πάντα, πραγματικά. Με έκαναν, και με κάνουν, έναν άνθρωπο καλύτερο από αυτόν που είμαι πραγματικά.

»Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ τώρα, μα μια μέρα θα το καταλάβεις: το μόνο τέχνασμα της φιλίας, νομίζω, είναι να βρεις ανθρώπους καλύτερους από σένα -όχι εξυπνότερους, ή ωραιότερους, μα ευγενέστερους, και πιο γενναιόδωρους, και πιο επιεικείς- και να τους εκτιμάς για όσα μπορούν να σου μάθουν, και να προσπαθείς να τους ακούς όταν σου λένε κάτι για σένα, όσο άσχημο -ή καλό- κι αν είναι αυτό, και να τους εμπιστεύεσαι, που είναι το δυσκολότερο απ' όλα. Μα και το καλύτερο».

Σωπαίνουν και οι δυο για πολλή ώρα, ακούγοντας το κλικ του μετρονόμου, που είναι ελαττωματικός και μερικές φορές αρχίζει να χτυπάει από μόνος του, ακόμα και αφού τον σταματήσει. «Θα κάνεις φίλους, Φίλιξ» λέει τελικά. «Θα κάνεις. Δεν θα χρειαστεί να προσπαθήσεις τόσο πολύ για να τους βρεις όσο για να τους κρατήσεις, μα σ' το υπόσχομαι, είναι προσπάθεια που αξίζει να την κάνεις. Πολύ περισσότερο απ' ό,τι, ας πούμε, τα λατινικά». Και τώρα ο Φίλιξ τον κοιτάζει και χαμογελάει, και του χαμογελάει κι αυτός. «Εντάξει;» τον ρωτάει.

«Εντάξει» λέει ο Φίλιξ, και ακόμα χαμογελά.


>>>

Διαβάζω καθημερινά εδώ και καιρό (και ελπίζω για αρκετόν ακόμα, αργά και χορταστικά) το μοναδικά συγκινητικό μεγάλο βιβλίο της Hanya Yanagihara (που προφέρεται κάπως σαν Χάνια Γιαναγκιχάρα), Λίγη Ζωή. Ένα μικρό τουβλάκι εννιακοσίων σελίδων, που από τις πρώτες εκατό και μετά στενοχωριέμαι ήδη που θα τελειώσει, και τώρα που είμαι στο πρώτο τρίτο στενοχωριέμαι ακόμα πιο πολύ. Είναι αυτή η παράξενη αίσθηση που με πλακώνει, αλλά και με ενθουσιάζει που έχω στα χέρια μου ένα αριστούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Σκληρό και τρυφερό ταυτόχρονα, "ένας τραγικός, υπερβατικός ύμνος στην αγάπη, μια αριστοτεχνική απεικόνιση του σπαραγμού, της τυραννίας της μνήμης και των ορίων της ανθρώπινης αντοχής" αντιγράφω από το οπισθόφυλλο και δεν προφταίνω την ώρα να βυθιστώ στη συνέχεια του.

Μα το δηλώνω ξανά με θλίψη, που 'χει και θα 'χει συντροφεύσει σιωπηρά τόσα βράδια και ξημερώματά μου: λυπάμαι στ' αλήθεια που θα τελειώσει.


Από το βιβλίο αυτό είναι και το παραπάνω απόσπασμα. Το αφιερώνω στους δικούς μου εγκάρδιους φίλους, για τη γενναιοδωρία και την επιείκειά τους· μαζί τους γίνεται αλήθεια το "πόσο γλυκός και μέγας είναι ο κόσμος όταν τον βλέπουνε μαζί δυο φίλοι" του ποιητή. Τώρα που χρειάζομαι, θρέφομαι απ' τις κοινές μας μνήμες, τα κοινά μας βιώματα, τις προσευχές τους.


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Πέρασε κάποια που φορούσε τ' άρωμά σου

Πέρασε κάποια που φορούσε τ' άρωμά σου
χρωματίζοντας τον αέρα που ξεχνούσε πίσω της·
τον συνάντησα την επόμενη στιγμή που εκείνη τον άφησε
όταν πλάγιασα το ποδήλατο στην κάθετη στροφή·
κουβαλούσε την ψύχρα της απόστασης ανακατεμένη με τη γλύκα της ανάμνησης.

Βήμα βιαστικό, αποφασιστική κίνηση, πορεία σταθερή
για το απέναντι πεζοδρόμιο.
Τακούνι, πέτρα· έσμιξαν ηχηρά πέμποντας παλμούς στα ξεσκούφωτα αυτιά
που πρόδωσαν το κοκκίνισμα που έφερε η θύμησα. Ή μήπως
ο αέρας ήτανε που σφύριζε ξεχασμένες ιστορίες στο χιονισμένο πέρασμά του.

Πέρασε κάποια που φορούσε τ' άρωμά σου
-πράμα δεν ελάλει στη δευτεριάτικη μεσόσταση της μέρας παρά
μόνο το ρυθμικό πεφτοσήκωμα του πεταλιού-
και χάθηκε στις καμάρες της καινούριας πόρτας.
Πέρασε κάποια μα δεν ήταν τ' όνομά σου.


*Τίτλος δανεισμένος από τραγούδι του Πάνου & Χάρη Κατσιμίχα.


Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Επιχείρηση Ανθρωποειδές

Η ιστορία είναι η μόνη μοίρα που υπάρχει: μπορείς να την ξαναδιαβάσεις και να την ερμηνεύσεις όπως θες, μα δεν μπορείς να την ξαναγράψεις.


Η στιγμή πλησιάζει, το νιώθω. Η Μερσεντές είναι στο δρόμο. Έρχεται. Στον αέρα της Πράγας πλανιέται κάτι που με διαπερνά ως το κόκαλο. Οι στροφές του δρόμου ορίζουν τη μοίρα ενός ανθρώπου, και ενός άλλου, και ενός άλλου, και ενός άλλου. Βλέπω τα περιστέρια να απογειώνονται από το μπρούτζινο κεφάλι του Γιαν Χους και, σε δεύτερο πλάνο, το ωραιότερο σκηνικό του κόσμου, την Παναγία του Τυν, το μαύρο καθεδρικό ναό με τους πυργίσκους του που σκίζουν τον αέρα, το ναό που με κάνει να θέλω να πέσω στα γόνατα κάθε φορά που μπορώ να θαυμάζω το γκρίζο μεγαλείο της απόκοσμης πρόσοψής του. Η καρδιά της Πράγας χτυπάει στο στήθος μου. Ακούω το κουδουνάκι των τραμ. Βλέπω τους άντρες με τις γκριζοπράσινες στολές που οι μπότες τους αντηχούν στο οδόστρωμα. Είμαι σχεδόν εκεί. Πρέπει να πάω εκεί. Πρέπει να πάω στην Πράγα. Πρέπει να είμαι εκεί όταν θα συμβεί το γεγονός.

Πρέπει να το γράψω εκεί.

Ακούω τη μηχανή της μαύρης Μερσεντές που φιδοσέρνεται στο δρόμο. Ακούω την ανάσα του Γκάμπτσικ, που, τυλιγμένος σφιχτά στο αδιάβροχό του, περιμένει στο πεζοδρόμιο, βλέπω τον Κούμπις απέναντι, και τον Βάλτσικ να 'χει πάρει θέση ψηλά στο λόφο. Νιώθω την παγωμένη γυαλάδα του καθρέφτη του, βαθιά στην τσέπη του σακακιού του. Όχι ακόμα, όχι ακόμα, už nie, noch nicht.

Όχι ακόμα.

Νιώθω τον άνεμο που μαστιγώνει τα πρόσωπα των δύο Γερμανών μέσα στ' αυτοκίνητο. Ο οδηγός οδηγεί πολύ γρήγορα, το ξέρω, έχω χιλιάδες μαρτυρίες που το βεβαιώνουν, δεν ανησυχώ γι' αυτό. Η Μερσεντές τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, κι αυτό είναι το πολυτιμότερο κομμάτι του φαντασιακού μου, αυτό για το οποίο είμαι πιο περήφανος απ' όλα τα άλλα, αυτό που την ακολουθεί από πίσω σιωπηλά. Ο αέρας μπαίνει ορμητικά στο αυτοκίνητο, ο κινητήρας βρυχάται, ο επιβάτης λέει διαρκώς στον οδηγό του, έναν πραγματικό γίγαντα, «Schneller! Schneller!» Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, μα δεν ξέρει ότι ο χρόνος έχει αρχίσει κιόλας να κυλάει πιο αργά. Σε λίγο ο ρους του κόσμου θα παγώσει σε μια στροφή του δρόμου. Η γη θα σταματήσει να γυρίζει την ίδια στιγμή με τη Μερσεντές.

Μα όχι ακόμα. Το ξέρω καλά πως ακόμα είναι πολύ νωρίς. Δεν είναι ακόμα όλα στη θέση τους. Δεν έχουν ειπωθεί όλα. Είναι σίγουρο πως θα ήθελα να αναβάλλω αυτή τη στιγμή αιωνίως, ενώ το ίδιο λεπτό όλη μου η ύπαρξη τείνει αμετάκλητα προς αυτήν.

Ο Σλοβάκος, ο Μοραβός κι ο Τσέχος από τη Βοημία περιμένουν κι αυτοί, και θα πλήρωνα ακριβά για να νιώσω αυτό που αισθάνονταν εκείνη τη στιγμή. Εμένα όμως με έχει διαβρώσει η λογοτεχνία. «Νιώθω μέσα μου ν' αναδεύεται κάτι κακό», λέει ο Άμλετ, κι ακόμα και σε μια τέτοια στιγμή εκείνο που μου έρχεται στο μυαλό είναι μια φράση του Σαίξπηρ. Να με σχωρνάτε. Ας με συγχωρήσουν κι εκείνοι. Όλα τα έκανα γι' αυτούς. Έπρεπε να βάλω μπρος τη μηχανή της μαύρης Μερσεντές - και δεν ήταν εύκολο. Χρειάστηκε να τα βάλω όλα στη θέση τους, να ασχοληθώ με την προετοιμασία, συμφωνώ, να υφάνω τον ιστό αυτής της περιπέτειας, να στήσω την κρεμάλα της Αντίστασης, να τυλίξω τη φριχτή περγαμηνή του θανάτου με το θαυμαστό περιτύλιγμα του αγώνα. Κι όλα αυτά, βεβαίως, δεν είναι τίποτα. Χρειάστηκε, αψηφώντας τις συστολές μου, να συναναστραφώ ανθρώπους τόσο ψηλούς, που, αν ποτέ κοιτούσαν κάτω το χώμα, δεν θα υποψιάζονταν καν την ύπαρξή μου, την ύπαρξη ενός ταπεινού εντόμου.

Μερικές φορές, χρειάστηκε να εξαπατήσω, να απαρνηθώ τα πιστεύω μου, διότι οι λογοτεχνικές μου πεποιθήσεις δεν έχουν καμιά αξία μπροστά σ' αυτό που διακυβεύεται ετούτη τη στιγμή. Σ' αυτό που θα παιχτεί σε λίγα λεπτά. Εδώ. Τώρα. Σ' αυτή τη στροφή, στην οδό Χολέσοβιτσε, στην Πράγα, εκεί όπου αργότερα, πολύ αργότερα, θα φτιάξουν κάτι σαν ανισόπεδη διάβαση, γιατί η μορφή μιας πόλης αλλάζει πιο γρήγορα, αλίμονο, απ' ό,τι η μνήμη των ανθρώπων.

Μα όλα αυτά δε έχουν σημασία. Το μόνο που μετράει από τώρα και στο εξής είναι μια μαύρη Μερσεντές που φιδοσέρνεται στο δρόμο. Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα πιο κοντά στην ιστορία μου.

Πράγα.

Νιώθω το μέταλλο να τρίβεται πάνω στο πετσί. Και την αγωνία που μεγαλώνει στα σωθικά των τριών αντρών, και την ψυχραιμία που προσπαθούν να δείξουν. Δεν πρόκειται για την αρσενική σιγουριά αυτών που ξέρουν ότι θα πεθάνουν, γιατί, αν και έχουν προετοιμαστεί γι' αυτό, η δυνατότητα διαφυγής δεν χάθηκε ποτέ εντελώς από τον ορίζοντα, κι είναι αυτό, κατά τη γνώμη μου, που καθιστά ακόμη πιο αφόρητη την ψυχολογική ένταση. Δεν ξέρω ποιες απίστευτες ψυχικές δυνάμεις επιστράτευσαν για να κατακτήσουν την αυτοκυριαρχία τους. Απαριθμώ νοερά, στα γρήγορα, τις περιπτώσεις στη ζωή μου που χρειάστηκε να δείξω ψυχραιμία. Η απόλυτη γελοιότητα! Κάθε φορά το διακύβευμα ήταν αστείο: το πόδι μου που είχα σπάσει, μια νύχτα στο αστυνομικό τμήμα ή, το πολύ, καμιά χυλόπιτα, αυτοί είναι όλοι κι όλοι οι κίνδυνοι που διέτρεξα στην ταπεινή ζωή μου. Πώς λοιπόν θα μπορούσα εγώ να δώσω έστω την παραμικρή ιδέα για όσα έζησαν αυτοί οι τρεις άντρες;

Σίγουρα όμως δεν είναι ώρα για τύψεις κι ενοχές. Άλλωστε κι εγώ, αν το καλοσκεφτείς, έχω τις δυσκολίες μου και πρέπει να τις αντιμετωπίσω. Πρέπει ν' ακολουθήσω πιστά τη Μερσεντές. Να ακούσω τους θορύβους της ζωής αυτό το πρωινό του Μάη. Να νιώσω το αεράκι της Ιστορίας που σιγά σιγά αρχίζει να φυσάει. Να παρουσιάσω τον κατάλογο με όλους τους συντελεστές που ανέβηκαν στο προσκήνιο από τα βάθη του χρόνου, από το 12ο αιώνα ως τις μέρες μας και τη Νατάσα. Κι απ' όλους αυτούς να μην κρατήσω παρά πέντε ονόματα: Χάιντριχ, Κλάιν, Βάλτσικ, Κούμπις και Γκάμπτσικ.

Μέσα στη δίνη αυτή της ιστορίας, μόλις τώρα αυτοί οι πέντε αρχίζουν να βλέπουν το φως.


* Από το βιβλίο του Laurent Binet, HHhH - Himmlers Hirn heisst Heydrich (Ο Χάιντριχ είναι ο εγκέφαλος του Χίμλερ), που εξιστορεί με ακρίβεια τα γεγονότα γύρω από την απόπειρα δολοφονίας του Ράινχαρντ Χάιντριχ -του «ξανθού κτήνους», του «δημίου της Πράγας», του πιο επικίνδυνου άντρα του Γ' Ράιχ, αρχηγού των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών και δεξί χέρι του Χίμλερ- από δύο Τσεχοσλοβάκους αλεξιπτωτιστές, τον Μάη του 1942 στην Πράγα. Πρόκειται για την Επιχείρηση Ανθρωποειδές, μία από τις πιο τολμηρές και ηρωικές απόπειρες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εκδ. Κέδρος, μετάφρ. Γιώργος Ξενάριος.