Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

η λεβεντιά

«Από μικρός, μου άρεσε, χωρίς να ξέρω γιατί, η μαντινάδα:

Η λεβεντιά είναι μια πληγή που πάντα αίμα τρέχει
Θε' μου, και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει.

»Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι μου άρεσε επειδή ήταν αντιηρωική. Δηλαδή, η λεβεντιά δεν είναι ένα πλεόνασμα, ένα εξόγκωμα, μια εξοχή. Δεν είναι τα φουσκωμένα μπράτσα του δυνατού, το επιβλητικό μπόι του ψηλού, η καθηλωτική ακτινοβολία του γόη. Αντίθετα, είμαι μια έλλειψη, μια πληγή, μια εσοχή, και μάλιστα, βασανιστική. Όπως κάθε οπή, κάθε σπηλιά, είναι σκοτεινή και απόκρυφη. Δεν έχει να κάμει με καμιά επίδειξη. Η λεβεντιά είναι έντονα παρούσα, κόκκινη τση φωθιάς, αλλά αθόρυβη, όπως το αίμα της πληγής που τρέχει. Η λεβεντιά είναι το ίδιον των πληγωμένων, των καταφρονεμένων, των νικημένων του κόσμου, αλλά που είναι συνάμα νικητές, γιατί πλήρωσαν το τίμημα-χαρακτηριστικό του υπερήφανου αριστοκράτη: Υποστήριξαν με τη ζωή τους μια χαμένη υπόθεση.

»Η μαντινάδα αυτή, αναστρέφοντας τη συνηθισμένη αναπαράσταση της λεβεντιάς που έχομε στο μυαλό μας, αναστρέφει ταυτόχρονα κι όλο το αξιακό μας σύστημα. Όπως ακριβώς η δύναμη του πλούτου των Ρωμαίων αναστράφηκε σε δύναμη της ακτημοσύνης των πρωτοχριστιανών. Ο άνθρωπος γίνεται αντιάνθρωπος για να φτάσει στον υπεράνθρωπο. Ο λεβέντης γίνεται αντιήρωας, για να φτάσει στον υπερήρωα, που δεν καταξιώνεται στην παροντική ζωή, αλλά ίσως σ' ένα μελλοντικό κόσμο, τον κόσμο των ονείρων μας».

[...]

»Τελευταία, κατάλαβα ότι αυτό που με συγκλονίζει βαθιά δεν είναι κάποιο ουσιαστικό, ούτε κάποιο ρήμα της συγκεκριμένης μαντινάδας. Με ταράζει συθέμελα το χρονικό επίρρημα 'πάντα'. Το αναπόδραστο, το τετελεσμένο, το αμετάβλητο, το ακατανόητο, το μοιραία προκαθορισμένο. Όλα αυτά μέσα στο 'πάντα'· αιώνιο, άφθαρτο».

Από το βιβλίο του Δημήτρη "Χαΐνη" Αποστολάκη, Φτου ξελευτερία για όλους!, εκδ. Καστανιώτης 2015.



Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

σιωπάς για να ακούγεσαι

«Ο άνθρωπος που ζει σ' έναν κόσμο εφήμερο, φαντάζεται και πιστεύει πως στην προσευχή το σημαντικό είναι να ακούσει ο Θεός αυτό που ο άνθρωπος του λέει. 
»Κι όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο· η προσευχή δεν βασίζεται σε αληθινές βάσεις όταν ο Θεός ακούει τι του λέμε και τι του ζητάμε. Η προσευχή έχει βάσεις αληθινές όταν εκείνος που προσεύχεται δεν σταματά να προσεύχεται μέχρι να φτάσει να ακούσει ο ίδιος τι θέλει ο Θεός.
»Ο εφήμερος άνθρωπος σπαταλά τα λόγια του και κατά συνέπεια γίνεται απαιτητικός όταν προσεύχεται. Αυτός όμως που προσεύχεται αληθινά, περιορίζεται μόνο στο να ακούει».

Από το βιβλίο του Nikolae Steinhardt, Το ημερολόγιο της ευτυχίας, εκδ. Μαΐστρος 2007.
Ο τίτλος της ανάρτησης είναι δανεισμένος από το ομώνυμο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη.



Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

η άνοδος


* του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν,
απόσπασμα από το βιβλίο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ 1918-1956, μέρος IV 'Η ψυχή και το συρματόπλεγμα', κεφ. 1 'Η άνοδος'.
εκδ. Πάπυρος 2013, μτφρ. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης



Και τα χρόνια περνούν...

Δεν είναι λογοπαίγνιο, όπως αστειεύονται στο στρατόπεδο -«χειμώνας-καλοκαίρι, χειμώνας-καλοκαίρι»- αλλά το μακρόσυρτο φθινόπωρο, ο ατελείωτος χειμώνα, η ανόρεχτη άνοιξη, και μόνο το καλοκαίρι είναι σύντομο.

Ακόμη και ένας μόνο χρόνος είναι, ωωω, πολύ μακρύς! Ακόμη και μέσα σε έναν μόνο χρόνο, σου απομένει τόσος πολύς χρόνος για να σκέφτεσαι... Τριακόσιες τριάντα φορές, ήδη, σ' έχουν σύρει στην αναφορά και κάτω από το βρομερό ψιλόβροχο, και μέσα στην ανεμοθύελλα, και μέσα στο κρύο που δαγκώνει, σταθερά κάτω από το μηδέν. Τριακόσιες τριάντα μέρες ήδη, γυροφέρνεις τη μισητή ξένη δουλειά με το μυαλό σου να είναι αλλού. Και τριακόσια τριάντα βράδια ήδη στριμώχνεσαι μουσκεμένος, μετά τη λήξη της εργάσιμης ημέρας, περιμένοντας να έρθουν οι φρουροί από τους απομακρυσμένους πυργίσκους. Και η πορεία εδώ. Και η πορεία πίσω. Και σκυμμένος πάνω από επτακόσιες τριάντα καραβάνες λαχανόσουπας, πάνω από επτακόσιες τριάντα μερίδες πλιγούρι. Ναι, στο βαγονέτο σου, πότε ξυπνάς και πότε αποκοιμιέσαι. Ούτε το ράδιο ούτε τα βιβλία μπορούν να σε αποσπάσουν από όλα αυτά, αφού δεν υπάρχουν. Δόξα τω Θεώ.

Και αυτά είναι μόνο ένας χρόνος. Μα τα χρόνια είναι δέκα. Είναι είκοσι πέντε.

[...]

Ανάμεσα σε όλες τις άλλες σκέψεις, μας αρέσει να θυμόμαστε το παρελθόν μας: Τι καλά που ζούσαμε! (ακόμη κι αν ζούσαμε άσχημα). Τόσες ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες! Πόσα λουλούδια που δεν πρόλαβαν να ανθίσουν! Πώς θα τα ξανακερδίσω όλα αυτά! Αν επιβιώσω, ω, όλα θα τα κάνω από την αρχή, έξυπνα θα ζω! Η ημέρα της αποφυλάκισης; Θα λάμπει σαν ανατέλλων ήλιος! Και το συμπέρασμα: να ζήσουμε μέχρι τη μέρα αυτή! Να ζήσουμε! Με οποιοδήποτε κόστος!

Είναι απλά μια έκφραση, μια συνήθεια: «με οποιοδήποτε κόστος». Και οι λέξεις αποκτούν το δικό τους πλήρες νόημα, και παράξενος είναι, τελικά, ο όρκος: να επιβιώσω με οποιοδήποτε κόστος! Είναι το μεγάλο σταυροδρόμι της ζωής στο στρατόπεδο. Από το σημείο αυτό, ξεκινούν δρόμοι, προς τα αριστερά και προς τα δεξιά, ο ένας πηγαίνει προς τα πάνω και ο άλλος προς τα κάτω. Διαλέγεις να πας προς τ' αριστερά - θα χάσεις τη ζωή σου, διαλέγεις να πας προς τα δεξιά - θα χάσεις τη συνείδησή σου. [...] Και «το οποιοδήποτε κόστος» σημαίνει: σε βάρος του άλλου.

***

Κι αν έστω και μια φορά απαρνήθηκες αυτό τον στόχο, «να επιβιώσεις πάση θυσία», και πήγες εκεί όπου πηγαίνουν οι ήρεμοι και οι απλοί, είναι εκπληκτικό το πώς αρχίζει να μεταμορφώνει η αβουλία τον παλιό σου χαρακτήρα. Τον μεταμορφώνει προς μια κατεύθυνση εντελώς αναπάντεχη για σένα. Δεν το παρατηρείς καν πως, στην αδιόρατη ροή του χρόνου, άθελά σου μεγαλώνουν μέσα σου οι βλαστοί αντιτιθέμενων αισθημάτων.

Ήσουν βιαστικός και αψίκορος κάποτε, μονίμως βιαζόσουν, και μονίμως δεν σου έφτανε ο χρόνος. Τώρα πια σε έχει κυριεύσει η μνησικακία, για μήνες και για χρόνια, πίσω και μπρος, και ως ευεργετικό καθησυχαστικό υγρό κυλάει στις φλέβες σου - η υπομονή. Εξυψώνεσαι.

Παλιά δεν συγχωρούσες τίποτα και σε κανέναν, ασκούσες ανελέητη κριτική και το ίδιο ασυγκράτητα καταδίκαζες, τώρα η πραότητα που κατανοεί τα πάντα έγινε η βάση των μη κατηγορηματικών σου κρίσεων. Αντιλήφθηκες πόσο αδύναμος είσαι, μπορείς να κατανοήσεις την αδυναμία του άλλου. Και να εντυπωσιαστείς με τη δύναμη του άλλου. Και να θελήσεις να τον μιμηθείς. Οι πέτρες κυλούν κάτω από τα πόδια. Εξυψωνόμαστε.

Η θωρακισμένη αντοχή ελαφραίνει με τα χρόνια την καρδιά και το δέρμα σου. Δεν βιάζεσαι με τις ερωτήσεις, δεν βιάζεσαι με τις απαντήσεις, η γλώσσα σου έχασε την ευκολία των ανάλαφρων ταλαντώσεων. Τα μάτια σου δεν δείχνουν χαρά όταν ακούν τα καλά νέα, μα ούτε και σκοτεινιάζουν όταν ακούν για τα δεινά. Γιατί θα πρέπει ακόμη να ελέγξεις αν έτσι έχουν τα πράγματα. Και θα πρέπει να ξεδιαλύνεις τι είναι χαρά και τι λύπη. Ο κανόνας της ζωής είναι τώρα πια για σένα ο εξής: μη χαίρεσαι όταν βρίσκεις, μη λυπάσαι όταν χάνεις.

***

Η ψυχή σου, στεγνή παλιά, σταλάζει από τα βάσανα.

«Ξέρετε, πείστηκα ότι καμιά τιμωρία σε αυτή την επί γης ζωή δεν μας επιβάλλεται χωρίς να το αξίζουμε. Φαινομενικά, μπορεί να μην έρθει για κάτι το οποίο όντως είμαστε ένοχοι. Αλλά αν επανεξετάσεις τη ζωή και στοχαστείς βαθιά, σίγουρα θα ανακαλύψεις το έγκλημα για το οποίο σε βρήκε αυτό το χτύπημα».

Έτεινα να αποδεχτώ στα λόγια αυτά τη σημασία ενός γενικού κανόνα της ζωής. [...] Τον έβδομο χρόνο του εγκλεισμού μου κατάφερα να αναλογιστώ τη ζωή μου και κατάλαβα γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά. [...] Κοιτώντας γύρω μου, είδα πως σε όλη τη συνειδητή μου ζωή δεν κατανοούσα ούτε τον εαυτό μου ούτε τις επιδιώξεις μου. Για πολλά χρόνια θεωρούσα αγαθό εκείνο που ήταν καταστροφικό για μένα, και πήγαινα πάντα προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη που όντως ήταν χρήσιμη για μένα. Αλλά όπως η θάλασσα ρίχνει κάτω τον άπειρο κολυμβητή και τον ξεβράζει στην ακτή, έτσι κι εμένα με τα χτυπήματα της δυστυχίας οδυνηρά με έριχνε στη στεριά. Και μόνο έτσι μπόρεσα να διασχίσω εκείνο το δρόμο, τον οποίο ήθελα από πάντα.

Μου δόθηκε να κουβαλάω από τα χρόνια της φυλακής στη λυγισμένη, σχεδόν τσακισμένη από το βάρος της, πλάτη μου τούτη τη θεμελιώδη εμπειρία: πώς ο άνθρωπος μπορεί να γίνει κακός και πώς μπορεί να γίνει καλός. Στη μέθη των επιτυχιών της νιότης ένιωσα ότι ήμουν αναμάρτητος και ως εκ τούτου ήμουν σκληρός. Κάνοντας κατάχρηση της εξουσίας, ήμουν φονιάς και βιαστής. στις χειρότερες στιγμές μου πίστευα πως καλώς κάνω ό,τι κάνω, αρματωμένος με αυστηρά συμπεράσματα. Στο σάπιο αχυρένιο στρώμα του στρατοπέδου ένιωσα το πρώτο αργό σάλεμα του καλού. Σταδιακά μου αποκαλύφθηκε πως η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό περνάει όχι μέσα από τα κράτη, ούτε ανάμεσα στις τάξεις, ούτε καν ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, αλλά περνάει από κάθε ανθρώπινη καρδιά - και μέσα από όλες τις ανθρώπινες καρδιές. Η γραμμή αυτή είναι κινητή, ταλαντεύεται μέσα μας για πολλά χρόνια. Ακόμη και στην καρδιά όπου το κακό ξεχειλίζει, υπάρχει ένα μικρό προγεφύρωμα του καλού. Ακόμη, όμως, και στην πιο αγαθή καρδιά υπάρχει μια γωνίτσα του κακού.

Μέχρι τώρα κατανόησα την αλήθεια όλων των θρησκειών του κόσμου: παλεύουν με το κακό μέσα στον άνθρωπο (σε κάθε άνθρωπο). Είναι αδύνατο να διώξεις το κακό για πάντα από τον κόσμο, μπορείς όμως να το στριμώξεις μέσα σε κάθε άνθρωπο.
Μέχρι τώρα κατανόησα το ψεύδος όλων των επαναστάσεων στην ιστορία: εξοντώνουν όχι μόνο τους συγκαιρινούς τους φορείς του κακού (κι επειδή βιάζονται, χωρίς να τους ξεχωρίζουν, και τους φορείς του καλού), το ίδιο δε το κακό, ακόμη πιο μεγάλο, το κληρονομούν.

***

Να γιατί επιστρέφω στα χρόνια του εγκλεισμού μου και λέω, αμέσως, προκαλώντας έκπληξη στο περιβάλλον μου: «Ευλογημένη να είσαι, φυλακή!»

Όλοι οι συγγραφείς που έγραψαν για τη φυλακή, αλλά οι ίδιοι δεν φυλακίστηκαν, θεωρούσαν χρέος τους να εκφράζουν τη συμπόνια τους στους κατάδικους, και να καταραστούν τη φυλακή. Εγώ, έκατσα αρκετά μέσα στη φυλακή, εκεί είδα την ψυχή μου να εξελίσσεται και λέω άτεγκτα:
«Ευλογημένη να είσαι, φυλακή, που βρέθηκες στη ζωή μου!»

(Και από τους τάφους μου απαντούν: Τι καλά που τα λες, αφού έμεινες ζωντανός!)



Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

sweet Sixteen

«Θα σου χτυπήσω αργότερα να σου δώσω λίγο φαγητό..»

Ωχ, όχι άλλο φαγητό, μπούχτισα πια! Ήρθε αυτόματη και αντανακλαστική η σκέψη. Μόλις είχα επιστρέψει από τα Τρίκαλα και την χριστουγεννιάτικη άδεια, έχοντας προλάβει να καταναλώσω ποσότητες γλυκών και φαγητών. Ονειρευόμουν για τις επόμενες ημέρες δροσερές σαλάτες και φρούτα της κρητικής γης. Όχι πάλι φαγητό Θεέ μου!

«..για τον γάτο. Θα λείψουμε λίγες μέρες. Μπορείς να τον αναλάβεις;»

Αποκλείεται! σκέφτηκα. Δεν μπορεί, κάποιος μου έκανε παιχνίδι παράξενο. Ζούσα στο βιβλίο ή ζούσα το βιβλίο; Στο ταξίδι της επιστροφής είχα αρχίσει το τελευταίο μυθιστόρημα της Χίλντας Παπαδημητρίου, του οποίου η ιστορία ξεκινά με τον γάτο μιας φίλης του πρωταγωνιστή που χάνεται ένα καλό πρωί στα στενά των Εξαρχείων. Είχε "αναγκαστεί" ο δόλιος να αναλάβει την υποχρέωση της φύλαξης του γάτου, όσο η κρυφή αγαπημένη του θα πήγαινε διακοπές. Μα ο γάτος το 'σκασε από μια ανοιχτή πόρτα και εξαφανίστηκε! Και τώρα οι σπιτονυκοκυραίοι μου έφευγαν κι αυτοί σε ταξίδι και μου ζητούσαν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και στο μυαλό μου ξεφύλλισαν νοερά οι πρώτες σελίδες του βιβλίου με τις περιπέτειες του γάτου. Και είπα, φυσικά, ναι.

***

«Πρόσεξε μόνο να μην τον αφήνεις να πολυβγαίνει έξω τώρα που θα λείπουμε», ήταν το μήνυμα που μου άφησαν, μαζί με δυο κονσέρβες βοδινό για γάτες και τις οδηγίες ταΐσματος. Και «καλή χρονιά».

Από την πρώτη φορά που είχαμε συστηθεί με το γατί είχε προκύψει μέγα θέμα. Εγώ βιαζόμουν για τη δουλειά κι εκείνο το δύσμοιρο, λιλιπούτειο και φοβισμένο, είχε κρυφτεί πίσω από τη ρόδα του Ρενώ μου. Κι όταν πήγαμε να το μαζέψουμε για να μην το λιώσω στις μανούβρες εξόδου από το πάρκινγκ, εκείνο ανέβηκε στη ρόδα και φώλιασε μέσα στην ανάρτηση! Βρε ψιτ-ψιτ-ψιτ, βρε ψου-ψου-ψου, δεν έβγαινε με τίποτα. Και τα λεπτά κυλούσαν κρίσιμα και απειλητικά, όχι ότι δεν συμβαίνει να αργεί κάποιος στη δουλειά του (όχι εγώ!) Χώθηκε τότε από κάτω ο αφέντης του, σύρθηκε ως την πίσω ρόδα, το άρπαξε από το σβέρκο και το ανέβασε κατσιασμένο και σπαραξιάρικο στο σπίτι. Μια άλλη φορά που επέστρεφα από ξενύχτι, είχε βρει μακαρία νυχτερινή ανάπαυση στο χαλάκι της εισόδου. Νύχτα, σκοτάδι, στο τελευταίο μου βήμα πριν τη σκάλα βρέθηκα να πατώ στα μαλακά. Δεν θυμάμαι ποιανού τρομάρα ήταν μεγαλύτερη, εκείνου ή η δική μου. Η στριγγλιά σίγουρα εκείνου.

Τα άλλα θέματα με το γατί ήταν δύο και αλληλοσυνδεόμενα. Δεν ήξερα ούτε πώς το λένε, ούτε τι γένους είναι. Θα μου πείτε, το δεύτερο λύνεται εύκολα, μα το πρώτο; Και το τελευταίο που ήθελα, κυνηγώντας το στις χαμένες του διαδρομές, είναι να το φωνάζω κι εγώ ψιτ-ψιτ. Ούτε γάτος, ούτε γάτα, λοιπόν, σκέτο γατί. Το γατί. Δυο μέρες τα πήγαμε φίνα. Του έβαζα το φαγητό του, του άλλαζα το νερό του στο πλατύσκαλο της ταράτσας όπου είναι η φωλίτσα του και όλα όμορφα. Ενίοτε υπέκυπτα και στη χαδιάρικη διάθεσή του. Όταν το άκουγα να σκούζει, κατέβαινα και του άνοιγα να βγει στην αυλή· μετά από λίγη ώρα το μάζευα πίσω. Μια χαρά. Άρχισα να του μιλάω κιόλας..

Σήμερα με τρόμαξε όμως, χρονιάρα μέρα. Γυρνώντας απ' την εκκλησιά, τον βρήκα να παραμονεύει πίσω από την εξώπορτα. Έτσι όπως άνοιξα να μπω, πετάχτηκε προς τα έξω και χάθηκε προς την πίσω πόρτα της αυλής. Άσ' τονε να εκτονωθεί, σκέφτηκα, με σκοπό να επιστρέψω μετά από λίγο να τον γυρέψω. Και μια και δυο και τρεις κατέβηκα, πριν το μεσημέρι, μετά το μεσημέρι, νωρίς το απόγευμα, τίποτα! Πού είν' το γατί; Και ψιτ-ψιτ-ψιτ και ψου-ψου-ψου, πουθενά. Βγήκα τριγύρω από το οικόπεδο, βρήκα δυο τρεις ..φίλους του γάτους, μα δεν τον είχανε δει καθόλου σήμερα. Και θα 'ταν και πεινασμένο, γιατί από χθες είχε φάει όλη την ημερήσια μερίδα του. Φουρκισμένος από τη συμπεριφορά του, έκανα άλλη μια προσπάθεια και τον είδα στην πίσω γωνία του οικοπέδου να σκαλίζει ένα σωρό από φύλλα. Του χτύπησα παλαμάκια, όπως κάνουν στα μικρά παιδιά, και έτρεξε πάνω μου. Καλή χρονιά γατένιε μου! του φώναξα με συγκρατημένη τσατίλα και τον έσπρωξα στη φωλιά του. Όρμηξε στο φαγητό του κι εγώ στο ζεστό σπίτι μου. Δεν φορούσα μπουφάν.

***

Τελικά ζούσα το βιβλίο μου. Γιατί και ο λογοτεχνικός γάτος είχε βρεθεί χωρίς πολλές περιπέτειες. Κι αν όλα συμβαίνουν και για κάποιον άλλο λόγο, τριγυρνώντας στην αυλή βρήκα την εβδομαδιαία αλληλογραφία σε μια γωνιά του μαντρότοιχου, καταμουσκεμένη, παρασυρμένη από τον αέρα στα λασπόνερα. Μεταξύ των φακέλων από τράπεζες και λογαριασμούς, και μια κάρτα από τη Θεσσαλονίκη, με γνώριμη διεύθυνση και ονόματα. Με συγκίνησαν τα παλιόπαιδα, ο Γιώργης και η Δήμητρα, χαλάλι η λαχτάρα με το γατί. Με συγκίνησαν και ο Μέρκος με την Όλγα, συνταξιδιώτες στο Περού, που τηλεφώνησαν πριν από λίγα λεπτά για τις ευχές τους· από Θεσσαλονίκη κι αυτοί, όχι τυχαίο.

Τον ακούω τώρα να κλαψουρίζει. Θα θέλει πάλι να ξεμυτίσει στην αυλή. Κι αύριο μέρα είναι· και σίγουρα όχι πρωτοχρονιά.

***

Χαρούμενο '16. Sweet sixteen!

Την υγεία μας, τον νου μας, τις δυνάμεις μας, τη χαρά μας. Και για πότε θα 'ρθει άνοιξη και Μάης, καλοκαίρι και Σεπτέμβρης..

Σας φιλώ τον πρώτο του Χρόνου ασπασμό, παρέα με το πιο γλυκό (και πιο σύντομο) τραγούδι των Simon & Garfunkel.

[♪] May, she will stay, resting in my arms again [♪]



Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Τρεις μάγοι: το ταξίδι και το θαύμα


Πάντα ζήλευα του τρεις μάγους, από την ιστορία των Χριστουγέννων, αυτούς με τα δώρα. Σοφοί επιστήμονες, σεβαστοί διδάσκαλοι, ανατολίτες αστρολόγοι, ποιος ξέρει τι ήταν και τι σημασία έχει στο κάτω κάτω.

Αυτό που έχει σημασία, και που ζηλεύω, είναι που σαν εκπληρώθηκαν οι προφητείες και φάνηκαν τα σημεία, έφαγαν γη με τα πόδια και χόρτασαν ουρανό και αστέρια με τα μάτια τους, κάνοντας το ταξίδι των ονείρων τους· το μεγάλο της ζωής τους ταξείδιον! Ένα ταξίδι για το οποίο μπορεί ο προορισμός να ήταν το Α και το Ω, ωστόσο τελικά η πορεία η ίδια αποδείχθηκε μακρά και περιπετειώδης όσο από το βήτα στο ψι.

Κάποτε έφτασαν στον προορισμό τους, δεν άργησαν πολύ, μερικά χρόνια μόνο. Στο μεταξύ είχαν διαβεί όλες τις πιθανές εναλλαγές εικόνων και τόπων, δυσκολιών και εμποδίων, ανθρώπινων αισθήσεων και συναισθημάτων. Όταν έφτασαν έζησαν το θαύμα.

Και φτου κι απ' την αρχή τον γυρισμό. Άλλη διαδρομή, νέα περιπέτεια· ταξίδι δίχως τέλος.


Πάντα ζήλευα τους τρεις μάγους, αυτούς με τα δώρα. Για το ταξίδι και την εμπειρία του· για τον προορισμό και το θαύμα του. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω, το κατάλληλο ίσως σημείο, να ζωστώ το backpack και την canon και να κινήσω, για το ταξίδι και το θαύμα.

Καλό ταξίδι, λοιπόν, στη χώρα των Χριστουγέννων.




Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

diario Peruano: Madre de Dios


Ο ποταμός Madre de Dios κυλούσε τα νερά του νωχελικά, εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι. Η αποπνικτική υγρασία της προηγούμενης ημέρας έπιανε ξανά τα συνηθισμένα της μεγέθη, καθώς η γη εξάτμιζε την πρωινή καταιγίδα. Τα σοκολατένια νερά έσμιγαν χρωματικά με το καταπράσινο φόντο των δέντρων στο νησί των πιθήκων που απλωνόταν στην απέναντι όχθη, έκρυβαν μες στην αδιαφάνειά τους κάθε λογής υδρόφιλη ζωή που απέφευγε την μεσημεριάτικη έκθεση.

***

Το περασμένο απόγευμα, λίγο αφότου ο ήλιος είχε αφήσει τη θέση του στην πανσέληνο του Νοέμβρη, επιβιβαστήκαμε αθόρυβα στη μακρόστενη βάρκα που ήταν δεμένη στην άκρη της ξύλινης προβλήτας. Μοιρασμένοι στους πάγκους της δεξιάς και αριστερής πλευράς παλεύαμε να ισορροπήσουμε το ρηχό σκαρί, ενώ ταυτόχρονα δέναμε χαλαρά στο στήθος τα σωσίβια-γιλέκα. Ιδρώτας κυλούσε άφθονος στο μέτωπο, παρότι μόλις τελειώναμε το απογευματινό ντους-βάλσαμο στα ξύλινα καλυβάκια που μας φιλοξενούσαν όταν ακούσαμε τη χαρακτηριστική προτροπή του Βιτόρ, του οδηγού μας, «πάμε-πάμε-πάμε!». Πεταχτήκαμε απορημένοι στον πλακόστρωτο διάδρομο μπροστά από τις καλύβες και είδαμε φώτα από φακούς να πηγαινοέρχονται ως την άκρη του ποταμού. Η χαλάρωση του απογεύματος διαδέχτηκε γρήγορα την έξαψη της νέας αποστολής. Η έκτακτη βραδινή βαρκάδα στο ποτάμι είχε ως σκοπό την εξερεύνηση της νυχτόβιας ζωής της περιοχής και τον πιθανό εντοπισμό αλιγατόρων! Δεν περίμενα καλύτερη απάντηση στην απέλπιδα απορία «πού πάμε βρε παιδιά..».

Η μηχανή κροτάλιζε ρυθμικά καθώς η βάρκα έπλεε με χαμηλή ταχύτητα κατά μήκος της όχθης. Το γεμιστό φεγγάρι είχε ανατείλει και πρόβαλε περήφανο πάνω από τις πανύψηλες σεκόιες και τους φίκους της ζούγκλας, κρύβοντας ωστόσο τα ασθενικά αστέρια του ουράνιου στερεώματος που ανεμπόδιστο καπέλωνε εκείνη τη νύχτα την ασημαντότητά μας. Πού και πού ομιλίες και γελάκια από κάποιο πηγαδάκι της παρέας έσμιγαν με τα κρωξίματα των άγριων πουλιών και τις απόκοσμες ιαχές των πιθήκων. Η δέσμη του φακού του Βιτόρ φώτιζε συγκεκριμένα σημεία, πότε στις όχθες, πότε στην επιφάνεια των νερών· με τις αισθήσεις του όλες σε εγρήγορση έψαχνε να νιώσει την παρουσία των αμφίβιων κοντά μας. Ξαφνικά ένα «σσσ, σσσ!» έπαψε τις ομιλίες και ασφάλισε πιεσμένη την ανάσα μες στα στήθια μας. Η δέσμη του φακού επάνω στα νερά, δυο μάτια σαν περισκόπιο ξεπρόβαλαν σκανάροντας το πεδίο μπρος τους και ξαναβυθίστηκαν στην προστασία του σκουρόχρωμου ποταμού. Λίγοι τα είδαν, ακόμη λιγότεροι τα ένιωσαν, όλοι τράβηξαν αντανακλαστικά τα χέρια και τους αγκώνες από το στηθαίο της βάρκας· τα συρσίματα και οι θόρυβοι από την όχθη πρόσφεραν το δικό τους φορτίο στην ένταση των στιγμών.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε λίγες φορές, μέχρι η βάρκα να πάρει τον ρου της επιστροφής. Τώρα πηγαίναμε στην ίδια φορά του ρεύματος του ποταμού, γεγονός που μας έδωσε την ευκαιρία να απολαύσουμε ανόθευτους τους ήχους της ζούγκλας, όταν ο Βιτόρ έκλεισε τη μηχανή της βάρκας. Το σμίξιμο του τραγουδιού των πουλιών με τους λαρυγγισμούς των αθέατων ζώων και το δίχως μπούσουλα σύρσιμο της βάρκας στα νερά του ποταμού, δημιουργούσε μια σπάνια νυχτερινή μουσική σύνθεση της φύσης, δώρο απλόχερο στην αργυρή ταπεινότητα της σελήνης. Αυθόρμητη η δική μας ταπεινή σιωπή όταν η φύση εκφράζεται. Με τις πέντε αισθήσεις συντονισμένες σ' αυτό που ξεδιπλωνόταν στον έξω κόσμο μου, η έκτη αίσθηση ξύπνησε στην καρδιά μου καθάρια δοξολογία, όμοια μ' αυτή που είχε ξαναγευτεί κάμποσες ημέρες νωρίτερα, μες στο άγριο ξημέρωμα, αγρυπνία στο "υψηλότερο σημείο τούτης της γης". Αν το ορατό, το αισθητό φάσμα της φύσης μπορούσε να είναι τόσο όμορφο, τόσο προκλητικά αισθαντικό, πόσο ανυπολόγιστα υπέροχο θα ήτανε την ίδια στιγμή το μη ορώμενο μέρος της φύσης, αυτό πέραν του ένα τοις εκατό που -όπως διατυπώνουν οι επιστήμονες- μπορούν να γευτούν οι ανθρώπινες αισθήσεις. Δάκρυσα.

***

Ο ποταμός Madre de Dios κυλούσε τα νερά του νωχελικά, εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι, στην πορεία του από τη χώρα του Περού μες στη βόρεια Βολιβία, και χιλιάδες χιλιόμετρα κατοπινά στη σύνδεσή του με τον Αμαζόνιο. Πρώτη φορά καφετιά νερά ήταν τόσο δελεαστικά. Χωρίς τον φόβο του αναπάντεχου που κρύβεται μέσα τους, μια βουτιά θα ήταν δίχως άλλο απολαυστική. Τα ρούχα ήδη κολλούσαν στο ιδρωμένο κορμί, καθώς ο ήλιος στέγνωνε το χώμα από τη βροχή που όσο βιαστικά ήρθε και εναρμονίστηκε με τους αλαλαγμούς των ζωντανών κατά το πρωινό ξημέρωμα, τόσο γρήγορα έφυγε αφήνοντας χοντρές σταλαγματιές να σχηματίζουν λιμνούλες κάτω από τις σκεπές των καλυβιών. Οι καπνιστές της παρέας είχαν τότε ξεπηδήσει από τα δωμάτια και έκαναν το πρωτοκαλύτερο ίσως τσιγάρο όλων εκείνων των περουάνικων πρωινών, επικοινωνώντας σιωπηλά το βλέμμα τους με τα στοιχειά της φύσης. Στο κρεβάτι μου ξαπλωμένος, ξερνούσε η μνήμη μου θύμησες από τα παιδικά χρόνια στο χωριό και τις ατελείωτες ζεστές αυγουστιάτικες μπόρες, που χοροπηδούσαν τις στάλες τους στον τσίγκο της σκεπαστής βεράντας και γράμμωναν στον αγέρα πυκνές παράλληλες υγρές τροχιές· είν' η πιο βαθιά κι ανείπωτη χαρά της ζωής μου, το τραγούδι της βροχής. Κι εκείνο το πρωί, μαζί με τα πουλιά της ζούγκλας, είχε παίξει σαν μόνο για μένα. Βούρκωσα ξανά, για το ξενύχτι και το ξημέρωμα μαζί.

Φορώντας γαλότσες έσυρα το βήμα μου στην άκρη της αυλής που οδηγούσε στην προβλήτα και κατέβηκα τα ξύλινα σκαλοπάτια. Η πρωινή καταιγίδα είχε φουσκώσει το ποτάμι καλύπτοντας τα τελευταία σκαλιά, οι βάρκες που είχαμε αφήσει αποβραδίς τραβηγμένες στην όχθη στέκονταν τώρα δεμένες στο νερό. Τα μάτια μισόκλειναν, λιγότερο από την αντηλιά· μάλλον από τις ελάχιστες ώρες νυχτερινού ύπνου που είχα καταφέρει το περασμένο βράδυ. Η εξέδρα με τις αιώρες και τους ξύλινους καναπέδες που είχε θέα το ποτάμι, ήταν το καλύτερο καταφύγιο χαλάρωσης και ονειροπόλησης. Το φεγγάρι και η γλυκιά παρέα είχαν κάνει το ξενύχτι "να μην τελειώσει". Κοίταξα προς τη μεριά του ποταμού κάτω από την εξέδρα· ένα γερμένο δέντρο βουτούσε τα κλαδιά του στο νερό, ενώ από πάνω κρεμόταν μια μεγάλη γερή κληματσίδα, έτοιμη να υποδεχθεί τον γενναίο ταρζάν που θα τολμούσε να πιαστεί στην ορμή της, να ταλαντευτεί πάνω από το νερό. Από την άλλη μεριά τρεις βάρκες λικνίζονταν δεμένες κοντά στην όχθη. Ένα νεαρό παιδί πήδησε από τη μια στην άλλη και βρέθηκε στη λασπερή όχθη. Καθισμένος στα τελευταία σκαλάκια της προβλήτας, του κούνησα φιλικά το χέρι. Ανταποκρίθηκε σηκώνοντας την παλάμη και συνέχισε την εργασία του. Αναλογίστηκα για μια στιγμή τι διαβήκαμε τις περασμένες μέρες και πού τελικά φτάσαμε σ' εκείνο το σημείο της γης. Θα μπορούσαμε άραγε ποτέ να χωνέψουμε μέσα μας τις εικόνες που ρούφηξαν οι αισθήσεις μας, τα βιώματα που άγγιξαν την καρδιά μας, τα συναισθήματα που γέννησε η ψυχή μας; Και μάλιστα στο ακέραιο; Στο σύνολο της αλήθειας τους;

Δεν πρόλαβα παρά μόνο να θέσω σιωπηλά το ερώτημα στη δική μου καρδιά. Ευτυχώς γιατί απαντήσεις δεν είχα, δεν ήταν δυνατό να είχα· κι αν θα 'χω ποτέ, αμφιβάλω. Το «πάμε, πάμε» του Βιτόρ ακούστηκε από μακριά και κύλησε την ιστορία στο επόμενο δευτερόλεπτο, στην επόμενη στιγμή, στο επόμενο βίωμα· «πάμε, πάμε» - κάλεσμα για μια νέα διαδρομή στα μονοπάτια της ζούγκλας, στις λίμνες με τα καϋμάν και τα χοαξίν, τους γιγαντιαίους φίκους και τα δέντρα που περπατάνε, τους κόκκινους πιθήκους. Αυτή είναι όμως μια άλλη ιστορία που δεν έχει ακόμα σταλάξει μέσα μου, μια επόμενη διήγηση.

***

Κάθε τι, βέβαια, που αποτελεί μυστικό-προσωπικό βίωμα, όταν σχηματίζεται σε λέξεις και βγαίνει στην επιφάνεια, αρχίζει να χάνει σιγά σιγά την αξία του, το ξέρουμε όλοι πολύ καλά. Εντούτοις ο λόγος καταφέρνει κάποιες φορές να ανακαλύπτει σπάνιες μνήμες, τόσο μικρές και λεπτές, θαμμένες θαρρείς στα σοκολατένια νερά ενός ποταμού· και τις ξετρυπώνει. Και αυτό το φλερτ με το ξεγύμνωμα της μνήμης είναι αρκούντως δελεαστικό για τη συνέχιση των ιστοριών από το ταξίδι στη μακρινή χώρα του Περού.



Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ο καπετάν Μηνάς

Στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια, το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν ένα μπουλούκι σπίτια, μαγαζιά και στενοσόκακα, στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, μπροστά από ένα ακατάπαυτα αγριεμένο πέλαγο· κι οι ψυχές που το κατοικούσαν δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο ρέμπελο τσούρμο από άντρες και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν όλο τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας. Άγραφτη, αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε· κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό από πάνω του νόμο· Κάποιος απάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. Αλάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο έναν άγιο, τον Άγιο Μηνά, τον προστάτη του Μεγάλου Κάστρου. Όλη τη μέρα στέκουνταν αυτός ακίνητος στο κόνισμά του, μέσα στη μικρούλικη εκκλησιά του, καβάλα σε ψαρί άλογο, και κρατούσε όρθιο ένα κόκκινο κοντάρι. Κοντοσγουρογένης, ηλιοκαμένος, αγριομάτης. Όλη τη μέρα καταφορτωμένος με τ' ασημένια ταξίματα, χέρια, πόδια, μάτια, καρδιές, που οι Καστρινοί είχαν κρεμάσει στη χάρη του και του ζητούσαν να τους γιάνει· έμενε ακίνητος, καμώνουνταν πως ήταν τάχα μονάχα ζωγραφιά - μπογιά και σανίδι· μα ευτύς ως έπεφτε η νύχτα και μαζεύουνταν οι χριστιανοί στα σπίτια τους κι ένα ένα έσβηναν τα φώτα, έδινε μια, αναμέριζε τ' ασημένια ταξίματα και τις μπογιές, σπιρούνιζε το άλογό του κι έφερνε βόλτα τους ρωμαίικους μαχαλάδες. Έβγαινε περιπολία. Σφαλνούσε τις πόρτες, όσες είχαν ξεχάσει οι χριστιανοί ανοιχτές, σφύριζε στους νυχτοπαρωρίτες να γυρίσουν πια στα σπίτια τους, στέκουνταν απόξω από τις πόρτες κι αφουγκράζουνταν ευχαριστημένος όταν άκουγε τραγούδι· γάμος θα γίνεται, μουρμούριζε, ας έχουν την ευκή μου και να κάμουν παιδιά, να πληθύνει η χριστιανοσύνη. Ύστερα έπαιρνε σβάρνα τα μπεντένια που έζωναν το Κάστρο, και πριν χαράξει η μέρα, στο πρωινό λάλημα του πετεινού, έδινε ένα σάλτο του αλόγου του, έμπαινε στην εκκλησιά κι ανηφόριζε στο κόνισμά του. Κι έκανε πάλι τον αδιάφορο· μα το άλογό του είχε ιδρώσει, στόμα και στήθια του ήταν γεμάτα αφρούς, κι όταν πρωί πρωί έμπαινε ο εκκλησιάρης, ο κυρ Χαράλαμπος, να σκουπίσει και να γυαλίσει τα μανουάλια, έβλεπε το άλογο του Αι-Μηνά μουσκεμένο, μα δεν ξαφνιάζουνταν· το 'ξερε αυτός, όλος ο κόσμος το 'ξερε, πως ο Άγιος γυρίζει όλη τη νύχτα περιπολία. Κι όταν οι Τούρκοι ακόνιζαν τα μαχαίρια τους κι ετοιμάζουνταν να ριχτούν στους χριστιανούς, πετιόταν ο Αι-Μηνάς πάλι από το κόνισμά του να διαφεντέψει τους Καστρινούς. Δεν τον έβλεπαν οι Τούρκοι, μα άκουγαν το άλογό του να χλιμιντρίζει, γνώριζαν τη φωνή του, έβλεπαν τις σπίθες που πετούσαν τα πέταλά του αλόγου του στο καλντερίμι, και τρύπωναν κατατρομαγμένοι στα σπίτια τους.

Όμως πριν από λίγα χρόνια τον είδαν με τα μάτια τους· συντάζουνταν πάλι να κάμουν σφαγή, κι ο Αι-Μηνάς, καβάλα στο άλογό του, χίμηξε κατά τον τούρκικο μαχαλά· τη στιγμή που πρόβαινε από τη γωνιά του δόμου, τον είδε ο μισοπάλαβος χοτζα-Μουσταφάς, πήρε δρόμο κι άρχισε τις φωνές: «Αλλάχ, Αλλάχ, ο Αι-Μηνάς κατεβαίνει!» Ακράνοιξαν οι Τούρκοι τις πόρτες, παρακάτσεψαν και τον είδαν με τη χρυσή του αρμάτα, με τα σγουρά του γκρίζε γένια, με τον κόκκινο κοντάρι· κόπηκαν τα γόνατά τους κι έβαλαν τα μαχαίρια στο θηκάρι.

Δεν ήταν μονάχα άγιος ο Αι-Μηνάς για τους Καστρινούς, ήταν ο καπετάνιος τους· καπετάν Μηνά τον έλεγαν και του πήγαιναν κρυφά τ' άρματά τους να τα βλογήσει· κι ο πατέρας μου του άναβε κερί, κι ο Θεός ξέρει το θα του 'λεγε και τι παράπονα θα του 'χε που αργούσε να λευτερώσει την Κρήτη.

Αυτός ήταν ο καπετάνιος των χριστιανών· κι ο Χασάνμπεης, ο αιμοβόρος χριστιανομάχος, ήταν γείτονάς του, κολλητά στην εκκλησιά ήταν το κονάκι του, και μια νύχτα άκουσε χτύπους στον τοίχο, απάνω από το κρεβάτι του· κατάλαβε, ήταν ο Αι-Μηνάς που τον φοβέριζε, γιατί ίσια ίσια τη μέρα εκείνη είχε κατασκοτώσει στο ξύλο έναν χριστιανό. Είχε θυμώσει λοιπόν ο καπετάν Μηνάς και του χτυπούσε τώρα τον τοίχο. Σήκωσε κι ο Χασάνμπεης τη γροθιά του κι άρχισε να χτυπάει κι αυτός τον τοίχο. «Ε, ε γείτονα, του φώναξε, έχεις δίκιο· ναι, μα την πίστη μου, δίκιο· μα μη μου καταχτυπάς τον τοίχο, κι εγώ θα σου φέρνω κάθε χρόνο δυο ασκιά λάδι για το καντήλι σου κι είκοσι οκάδες κερί, να μερώσεις. Γειτόνοι είμαστε, μη μαλώνουμε!» Κι από τη μέρα εκείνη ο σκύλος ο Χασάνμπεης πέμπει στη γιορτή του Αι-Μηνά, στις 11 του Νοέμπρη, το δούλο του και ξεφορτώνει στην ευλή της εκκλησιάς δυο ασκιά λάδι κι είκοσι οκάδες κερί· κι ο Αι-Μηνάς δεν του ξαναχτύπησε τον τοίχο.


Υπάρχει κάποια φλόγα στην Κρήτη, ας την πούμε ψυχή, κάτι πιο δυνατό από τη ζωή κι από το θάνατο· υπάρχει η περφάνια, το πείσμα, η παλικαριά, και μαζί τους κάτι άλλο, ανείπωτο κι αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι και συνάμα να τρομάζεις που είσαι άνθρωπος.

Ο κρητικός αγέρας, όταν ήμουν παιδί, μύριζε το χνότο του θεριού, του Τούρκου· κι απάνω από το κάθε κεφάλι ένα τούρκικο γιαταγάνι. Ύστερα από χρόνια πολλά, όταν είδα το Τολέδο στην καταιγίδα, κατάλαβα τι αέρα ανάπνεα όταν ήμουν παιδί και τι άγγελοι αστροβολίδες κρέμουνταν απάνω από την Κρήτη.


* Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο.
* Πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Άποψη του Τολέδο σε ώρα καταιγίδας (1596-1600), Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης