Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Τρεις μάγοι: το ταξίδι και το θαύμα


Πάντα ζήλευα του τρεις μάγους, από την ιστορία των Χριστουγέννων, αυτούς με τα δώρα. Σοφοί επιστήμονες, σεβαστοί διδάσκαλοι, ανατολίτες αστρολόγοι, ποιος ξέρει τι ήταν και τι σημασία έχει στο κάτω κάτω.

Αυτό που έχει σημασία, και που ζηλεύω, είναι που σαν εκπληρώθηκαν οι προφητείες και φάνηκαν τα σημεία, έφαγαν γη με τα πόδια και χόρτασαν ουρανό και αστέρια με τα μάτια τους, κάνοντας το ταξίδι των ονείρων τους· το μεγάλο της ζωής τους ταξείδιον! Ένα ταξίδι για το οποίο μπορεί ο προορισμός να ήταν το Α και το Ω, ωστόσο τελικά η πορεία η ίδια αποδείχθηκε μακρά και περιπετειώδης όσο από το βήτα στο ψι.

Κάποτε έφτασαν στον προορισμό τους, δεν άργησαν πολύ, μερικά χρόνια μόνο. Στο μεταξύ είχαν διαβεί όλες τις πιθανές εναλλαγές εικόνων και τόπων, δυσκολιών και εμποδίων, ανθρώπινων αισθήσεων και συναισθημάτων. Όταν έφτασαν έζησαν το θαύμα.

Και φτου κι απ' την αρχή τον γυρισμό. Άλλη διαδρομή, νέα περιπέτεια· ταξίδι δίχως τέλος.


Πάντα ζήλευα τους τρεις μάγους, αυτούς με τα δώρα. Για το ταξίδι και την εμπειρία του· για τον προορισμό και το θαύμα του. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω, το κατάλληλο ίσως σημείο, να ζωστώ το backpack και την canon και να κινήσω, για το ταξίδι και το θαύμα.

Καλό ταξίδι, λοιπόν, στη χώρα των Χριστουγέννων.




Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

diario Peruano: Madre de Dios


Ο ποταμός Madre de Dios κυλούσε τα νερά του νωχελικά, εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι. Η αποπνικτική υγρασία της προηγούμενης ημέρας έπιανε ξανά τα συνηθισμένα της μεγέθη, καθώς η γη εξάτμιζε την πρωινή καταιγίδα. Τα σοκολατένια νερά έσμιγαν χρωματικά με το καταπράσινο φόντο των δέντρων στο νησί των πιθήκων που απλωνόταν στην απέναντι όχθη, έκρυβαν μες στην αδιαφάνειά τους κάθε λογής υδρόφιλη ζωή που απέφευγε την μεσημεριάτικη έκθεση.

***

Το περασμένο απόγευμα, λίγο αφότου ο ήλιος είχε αφήσει τη θέση του στην πανσέληνο του Νοέμβρη, επιβιβαστήκαμε αθόρυβα στη μακρόστενη βάρκα που ήταν δεμένη στην άκρη της ξύλινης προβλήτας. Μοιρασμένοι στους πάγκους της δεξιάς και αριστερής πλευράς παλεύαμε να ισορροπήσουμε το ρηχό σκαρί, ενώ ταυτόχρονα δέναμε χαλαρά στο στήθος τα σωσίβια-γιλέκα. Ιδρώτας κυλούσε άφθονος στο μέτωπο, παρότι μόλις τελειώναμε το απογευματινό ντους-βάλσαμο στα ξύλινα καλυβάκια που μας φιλοξενούσαν όταν ακούσαμε τη χαρακτηριστική προτροπή του Βιτόρ, του οδηγού μας, «πάμε-πάμε-πάμε!». Πεταχτήκαμε απορημένοι στον πλακόστρωτο διάδρομο μπροστά από τις καλύβες και είδαμε φώτα από φακούς να πηγαινοέρχονται ως την άκρη του ποταμού. Η χαλάρωση του απογεύματος διαδέχτηκε γρήγορα την έξαψη της νέας αποστολής. Η έκτακτη βραδινή βαρκάδα στο ποτάμι είχε ως σκοπό την εξερεύνηση της νυχτόβιας ζωής της περιοχής και τον πιθανό εντοπισμό αλιγατόρων! Δεν περίμενα καλύτερη απάντηση στην απέλπιδα απορία «πού πάμε βρε παιδιά..».

Η μηχανή κροτάλιζε ρυθμικά καθώς η βάρκα έπλεε με χαμηλή ταχύτητα κατά μήκος της όχθης. Το γεμιστό φεγγάρι είχε ανατείλει και πρόβαλε περήφανο πάνω από τις πανύψηλες σεκόιες και τους φίκους της ζούγκλας, κρύβοντας ωστόσο τα ασθενικά αστέρια του ουράνιου στερεώματος που ανεμπόδιστο καπέλωνε εκείνη τη νύχτα την ασημαντότητά μας. Πού και πού ομιλίες και γελάκια από κάποιο πηγαδάκι της παρέας έσμιγαν με τα κρωξίματα των άγριων πουλιών και τις απόκοσμες ιαχές των πιθήκων. Η δέσμη του φακού του Βιτόρ φώτιζε συγκεκριμένα σημεία, πότε στις όχθες, πότε στην επιφάνεια των νερών· με τις αισθήσεις του όλες σε εγρήγορση έψαχνε να νιώσει την παρουσία των αμφίβιων κοντά μας. Ξαφνικά ένα «σσσ, σσσ!» έπαψε τις ομιλίες και ασφάλισε πιεσμένη την ανάσα μες στα στήθια μας. Η δέσμη του φακού επάνω στα νερά, δυο μάτια σαν περισκόπιο ξεπρόβαλαν σκανάροντας το πεδίο μπρος τους και ξαναβυθίστηκαν στην προστασία του σκουρόχρωμου ποταμού. Λίγοι τα είδαν, ακόμη λιγότεροι τα ένιωσαν, όλοι τράβηξαν αντανακλαστικά τα χέρια και τους αγκώνες από το στηθαίο της βάρκας· τα συρσίματα και οι θόρυβοι από την όχθη πρόσφεραν το δικό τους φορτίο στην ένταση των στιγμών.

Το σκηνικό επαναλήφθηκε λίγες φορές, μέχρι η βάρκα να πάρει τον ρου της επιστροφής. Τώρα πηγαίναμε στην ίδια φορά του ρεύματος του ποταμού, γεγονός που μας έδωσε την ευκαιρία να απολαύσουμε ανόθευτους τους ήχους της ζούγκλας, όταν ο Βιτόρ έκλεισε τη μηχανή της βάρκας. Το σμίξιμο του τραγουδιού των πουλιών με τους λαρυγγισμούς των αθέατων ζώων και το δίχως μπούσουλα σύρσιμο της βάρκας στα νερά του ποταμού, δημιουργούσε μια σπάνια νυχτερινή μουσική σύνθεση της φύσης, δώρο απλόχερο στην αργυρή ταπεινότητα της σελήνης. Αυθόρμητη η δική μας ταπεινή σιωπή όταν η φύση εκφράζεται. Με τις πέντε αισθήσεις συντονισμένες σ' αυτό που ξεδιπλωνόταν στον έξω κόσμο μου, η έκτη αίσθηση ξύπνησε στην καρδιά μου καθάρια δοξολογία, όμοια μ' αυτή που είχε ξαναγευτεί κάμποσες ημέρες νωρίτερα, μες στο άγριο ξημέρωμα, αγρυπνία στο "υψηλότερο σημείο τούτης της γης". Αν το ορατό, το αισθητό φάσμα της φύσης μπορούσε να είναι τόσο όμορφο, τόσο προκλητικά αισθαντικό, πόσο ανυπολόγιστα υπέροχο θα ήτανε την ίδια στιγμή το μη ορώμενο μέρος της φύσης, αυτό πέραν του ένα τοις εκατό που -όπως διατυπώνουν οι επιστήμονες- μπορούν να γευτούν οι ανθρώπινες αισθήσεις. Δάκρυσα.

***

Ο ποταμός Madre de Dios κυλούσε τα νερά του νωχελικά, εκείνο το ηλιόλουστο μεσημέρι, στην πορεία του από τη χώρα του Περού μες στη βόρεια Βολιβία, και χιλιάδες χιλιόμετρα κατοπινά στη σύνδεσή του με τον Αμαζόνιο. Πρώτη φορά καφετιά νερά ήταν τόσο δελεαστικά. Χωρίς τον φόβο του αναπάντεχου που κρύβεται μέσα τους, μια βουτιά θα ήταν δίχως άλλο απολαυστική. Τα ρούχα ήδη κολλούσαν στο ιδρωμένο κορμί, καθώς ο ήλιος στέγνωνε το χώμα από τη βροχή που όσο βιαστικά ήρθε και εναρμονίστηκε με τους αλαλαγμούς των ζωντανών κατά το πρωινό ξημέρωμα, τόσο γρήγορα έφυγε αφήνοντας χοντρές σταλαγματιές να σχηματίζουν λιμνούλες κάτω από τις σκεπές των καλυβιών. Οι καπνιστές της παρέας είχαν τότε ξεπηδήσει από τα δωμάτια και έκαναν το πρωτοκαλύτερο ίσως τσιγάρο όλων εκείνων των περουάνικων πρωινών, επικοινωνώντας σιωπηλά το βλέμμα τους με τα στοιχειά της φύσης. Στο κρεβάτι μου ξαπλωμένος, ξερνούσε η μνήμη μου θύμησες από τα παιδικά χρόνια στο χωριό και τις ατελείωτες ζεστές αυγουστιάτικες μπόρες, που χοροπηδούσαν τις στάλες τους στον τσίγκο της σκεπαστής βεράντας και γράμμωναν στον αγέρα πυκνές παράλληλες υγρές τροχιές· είν' η πιο βαθιά κι ανείπωτη χαρά της ζωής μου, το τραγούδι της βροχής. Κι εκείνο το πρωί, μαζί με τα πουλιά της ζούγκλας, είχε παίξει σαν μόνο για μένα. Βούρκωσα ξανά, για το ξενύχτι και το ξημέρωμα μαζί.

Φορώντας γαλότσες έσυρα το βήμα μου στην άκρη της αυλής που οδηγούσε στην προβλήτα και κατέβηκα τα ξύλινα σκαλοπάτια. Η πρωινή καταιγίδα είχε φουσκώσει το ποτάμι καλύπτοντας τα τελευταία σκαλιά, οι βάρκες που είχαμε αφήσει αποβραδίς τραβηγμένες στην όχθη στέκονταν τώρα δεμένες στο νερό. Τα μάτια μισόκλειναν, λιγότερο από την αντηλιά· μάλλον από τις ελάχιστες ώρες νυχτερινού ύπνου που είχα καταφέρει το περασμένο βράδυ. Η εξέδρα με τις αιώρες και τους ξύλινους καναπέδες που είχε θέα το ποτάμι, ήταν το καλύτερο καταφύγιο χαλάρωσης και ονειροπόλησης. Το φεγγάρι και η γλυκιά παρέα είχαν κάνει το ξενύχτι "να μην τελειώσει". Κοίταξα προς τη μεριά του ποταμού κάτω από την εξέδρα· ένα γερμένο δέντρο βουτούσε τα κλαδιά του στο νερό, ενώ από πάνω κρεμόταν μια μεγάλη γερή κληματσίδα, έτοιμη να υποδεχθεί τον γενναίο ταρζάν που θα τολμούσε να πιαστεί στην ορμή της, να ταλαντευτεί πάνω από το νερό. Από την άλλη μεριά τρεις βάρκες λικνίζονταν δεμένες κοντά στην όχθη. Ένα νεαρό παιδί πήδησε από τη μια στην άλλη και βρέθηκε στη λασπερή όχθη. Καθισμένος στα τελευταία σκαλάκια της προβλήτας, του κούνησα φιλικά το χέρι. Ανταποκρίθηκε σηκώνοντας την παλάμη και συνέχισε την εργασία του. Αναλογίστηκα για μια στιγμή τι διαβήκαμε τις περασμένες μέρες και πού τελικά φτάσαμε σ' εκείνο το σημείο της γης. Θα μπορούσαμε άραγε ποτέ να χωνέψουμε μέσα μας τις εικόνες που ρούφηξαν οι αισθήσεις μας, τα βιώματα που άγγιξαν την καρδιά μας, τα συναισθήματα που γέννησε η ψυχή μας; Και μάλιστα στο ακέραιο; Στο σύνολο της αλήθειας τους;

Δεν πρόλαβα παρά μόνο να θέσω σιωπηλά το ερώτημα στη δική μου καρδιά. Ευτυχώς γιατί απαντήσεις δεν είχα, δεν ήταν δυνατό να είχα· κι αν θα 'χω ποτέ, αμφιβάλω. Το «πάμε, πάμε» του Βιτόρ ακούστηκε από μακριά και κύλησε την ιστορία στο επόμενο δευτερόλεπτο, στην επόμενη στιγμή, στο επόμενο βίωμα· «πάμε, πάμε» - κάλεσμα για μια νέα διαδρομή στα μονοπάτια της ζούγκλας, στις λίμνες με τα καϋμάν και τα χοαξίν, τους γιγαντιαίους φίκους και τα δέντρα που περπατάνε, τους κόκκινους πιθήκους. Αυτή είναι όμως μια άλλη ιστορία που δεν έχει ακόμα σταλάξει μέσα μου, μια επόμενη διήγηση.

***

Κάθε τι, βέβαια, που αποτελεί μυστικό-προσωπικό βίωμα, όταν σχηματίζεται σε λέξεις και βγαίνει στην επιφάνεια, αρχίζει να χάνει σιγά σιγά την αξία του, το ξέρουμε όλοι πολύ καλά. Εντούτοις ο λόγος καταφέρνει κάποιες φορές να ανακαλύπτει σπάνιες μνήμες, τόσο μικρές και λεπτές, θαμμένες θαρρείς στα σοκολατένια νερά ενός ποταμού· και τις ξετρυπώνει. Και αυτό το φλερτ με το ξεγύμνωμα της μνήμης είναι αρκούντως δελεαστικό για τη συνέχιση των ιστοριών από το ταξίδι στη μακρινή χώρα του Περού.



Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ο καπετάν Μηνάς

Στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια, το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν ένα μπουλούκι σπίτια, μαγαζιά και στενοσόκακα, στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, μπροστά από ένα ακατάπαυτα αγριεμένο πέλαγο· κι οι ψυχές που το κατοικούσαν δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο ρέμπελο τσούρμο από άντρες και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν όλο τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας. Άγραφτη, αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε· κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό από πάνω του νόμο· Κάποιος απάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. Αλάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο έναν άγιο, τον Άγιο Μηνά, τον προστάτη του Μεγάλου Κάστρου. Όλη τη μέρα στέκουνταν αυτός ακίνητος στο κόνισμά του, μέσα στη μικρούλικη εκκλησιά του, καβάλα σε ψαρί άλογο, και κρατούσε όρθιο ένα κόκκινο κοντάρι. Κοντοσγουρογένης, ηλιοκαμένος, αγριομάτης. Όλη τη μέρα καταφορτωμένος με τ' ασημένια ταξίματα, χέρια, πόδια, μάτια, καρδιές, που οι Καστρινοί είχαν κρεμάσει στη χάρη του και του ζητούσαν να τους γιάνει· έμενε ακίνητος, καμώνουνταν πως ήταν τάχα μονάχα ζωγραφιά - μπογιά και σανίδι· μα ευτύς ως έπεφτε η νύχτα και μαζεύουνταν οι χριστιανοί στα σπίτια τους κι ένα ένα έσβηναν τα φώτα, έδινε μια, αναμέριζε τ' ασημένια ταξίματα και τις μπογιές, σπιρούνιζε το άλογό του κι έφερνε βόλτα τους ρωμαίικους μαχαλάδες. Έβγαινε περιπολία. Σφαλνούσε τις πόρτες, όσες είχαν ξεχάσει οι χριστιανοί ανοιχτές, σφύριζε στους νυχτοπαρωρίτες να γυρίσουν πια στα σπίτια τους, στέκουνταν απόξω από τις πόρτες κι αφουγκράζουνταν ευχαριστημένος όταν άκουγε τραγούδι· γάμος θα γίνεται, μουρμούριζε, ας έχουν την ευκή μου και να κάμουν παιδιά, να πληθύνει η χριστιανοσύνη. Ύστερα έπαιρνε σβάρνα τα μπεντένια που έζωναν το Κάστρο, και πριν χαράξει η μέρα, στο πρωινό λάλημα του πετεινού, έδινε ένα σάλτο του αλόγου του, έμπαινε στην εκκλησιά κι ανηφόριζε στο κόνισμά του. Κι έκανε πάλι τον αδιάφορο· μα το άλογό του είχε ιδρώσει, στόμα και στήθια του ήταν γεμάτα αφρούς, κι όταν πρωί πρωί έμπαινε ο εκκλησιάρης, ο κυρ Χαράλαμπος, να σκουπίσει και να γυαλίσει τα μανουάλια, έβλεπε το άλογο του Αι-Μηνά μουσκεμένο, μα δεν ξαφνιάζουνταν· το 'ξερε αυτός, όλος ο κόσμος το 'ξερε, πως ο Άγιος γυρίζει όλη τη νύχτα περιπολία. Κι όταν οι Τούρκοι ακόνιζαν τα μαχαίρια τους κι ετοιμάζουνταν να ριχτούν στους χριστιανούς, πετιόταν ο Αι-Μηνάς πάλι από το κόνισμά του να διαφεντέψει τους Καστρινούς. Δεν τον έβλεπαν οι Τούρκοι, μα άκουγαν το άλογό του να χλιμιντρίζει, γνώριζαν τη φωνή του, έβλεπαν τις σπίθες που πετούσαν τα πέταλά του αλόγου του στο καλντερίμι, και τρύπωναν κατατρομαγμένοι στα σπίτια τους.

Όμως πριν από λίγα χρόνια τον είδαν με τα μάτια τους· συντάζουνταν πάλι να κάμουν σφαγή, κι ο Αι-Μηνάς, καβάλα στο άλογό του, χίμηξε κατά τον τούρκικο μαχαλά· τη στιγμή που πρόβαινε από τη γωνιά του δόμου, τον είδε ο μισοπάλαβος χοτζα-Μουσταφάς, πήρε δρόμο κι άρχισε τις φωνές: «Αλλάχ, Αλλάχ, ο Αι-Μηνάς κατεβαίνει!» Ακράνοιξαν οι Τούρκοι τις πόρτες, παρακάτσεψαν και τον είδαν με τη χρυσή του αρμάτα, με τα σγουρά του γκρίζε γένια, με τον κόκκινο κοντάρι· κόπηκαν τα γόνατά τους κι έβαλαν τα μαχαίρια στο θηκάρι.

Δεν ήταν μονάχα άγιος ο Αι-Μηνάς για τους Καστρινούς, ήταν ο καπετάνιος τους· καπετάν Μηνά τον έλεγαν και του πήγαιναν κρυφά τ' άρματά τους να τα βλογήσει· κι ο πατέρας μου του άναβε κερί, κι ο Θεός ξέρει το θα του 'λεγε και τι παράπονα θα του 'χε που αργούσε να λευτερώσει την Κρήτη.

Αυτός ήταν ο καπετάνιος των χριστιανών· κι ο Χασάνμπεης, ο αιμοβόρος χριστιανομάχος, ήταν γείτονάς του, κολλητά στην εκκλησιά ήταν το κονάκι του, και μια νύχτα άκουσε χτύπους στον τοίχο, απάνω από το κρεβάτι του· κατάλαβε, ήταν ο Αι-Μηνάς που τον φοβέριζε, γιατί ίσια ίσια τη μέρα εκείνη είχε κατασκοτώσει στο ξύλο έναν χριστιανό. Είχε θυμώσει λοιπόν ο καπετάν Μηνάς και του χτυπούσε τώρα τον τοίχο. Σήκωσε κι ο Χασάνμπεης τη γροθιά του κι άρχισε να χτυπάει κι αυτός τον τοίχο. «Ε, ε γείτονα, του φώναξε, έχεις δίκιο· ναι, μα την πίστη μου, δίκιο· μα μη μου καταχτυπάς τον τοίχο, κι εγώ θα σου φέρνω κάθε χρόνο δυο ασκιά λάδι για το καντήλι σου κι είκοσι οκάδες κερί, να μερώσεις. Γειτόνοι είμαστε, μη μαλώνουμε!» Κι από τη μέρα εκείνη ο σκύλος ο Χασάνμπεης πέμπει στη γιορτή του Αι-Μηνά, στις 11 του Νοέμπρη, το δούλο του και ξεφορτώνει στην ευλή της εκκλησιάς δυο ασκιά λάδι κι είκοσι οκάδες κερί· κι ο Αι-Μηνάς δεν του ξαναχτύπησε τον τοίχο.


Υπάρχει κάποια φλόγα στην Κρήτη, ας την πούμε ψυχή, κάτι πιο δυνατό από τη ζωή κι από το θάνατο· υπάρχει η περφάνια, το πείσμα, η παλικαριά, και μαζί τους κάτι άλλο, ανείπωτο κι αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι και συνάμα να τρομάζεις που είσαι άνθρωπος.

Ο κρητικός αγέρας, όταν ήμουν παιδί, μύριζε το χνότο του θεριού, του Τούρκου· κι απάνω από το κάθε κεφάλι ένα τούρκικο γιαταγάνι. Ύστερα από χρόνια πολλά, όταν είδα το Τολέδο στην καταιγίδα, κατάλαβα τι αέρα ανάπνεα όταν ήμουν παιδί και τι άγγελοι αστροβολίδες κρέμουνταν απάνω από την Κρήτη.


* Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο.
* Πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Άποψη του Τολέδο σε ώρα καταιγίδας (1596-1600), Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης



Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

τσαφ!

«Ωραία, και τώρα γυρίστε από την άλλη. Ξαπλώστε».
«Ορίστε; Είπατε να ξαπλώσω;»
«Μα ναι, να κάνουμε τα άλλα δύο».
«Εχμ, και πού ακριβώς θα γίνουν τα άλλα δύο;»
«Εεε.. από πίσω».
«Μα δεν γίνεται να τα κάνουμε στο μπράτσο και αυτά;»
«Μα φυσικά και όχι, δεν κάνουμε τίποτα μετά!»
«...»
«...»
«Δηλαδή να ..ξεκουμπωθώ;»
«Ε.. χαλαρώστε το λιγάκι!»

>>>

Μου θύμισε την πολύ πρόσφατη -εξαιρετική από κάθε άποψη- εμπειρία που είχα με οδοντίατρο. Που «γεια σας, θα ήθελα να κλείσω ένα ραντεβού για καθαρισμό» ήταν η πρώτη κουβέντα και το πλάνο στο σύνολό του μαζί με ένα γενικό τσεκάπ, για να καταλήξει η υπόθεση ένα μήνα μετά να φεύγω από το ιατρείο με ένα σφράγισμα και δύο εξαγωγές. Και έναν καθαρισμό φυσικά. Όμως επρόκειτο για πέρα ως πέρα επιτυχημένη διάγνωση ενός σοβαρού προβλήματος, σωστή συμβουλή και εντελώς ανώδυνη εμπειρία στην -κατά τα φαινόμενα και χωρίς υπερβολή- καλυτερότερη οδοντίατρο του κόσμου. Τση κρήτης τουλάχιστον!

Με διάθεση μικρής αμφιβολίας έφτασα, λοιπόν, στα γραφεία πρόληψης νοσημάτων του υγειονομικού, προκειμένου να λάβω τη ..δόση μου κίτρινου πυρετού, ως προληπτική ετοιμασία για μακρινό ταξίδι. Εγώ που μικρός, όπως κάθε μικρός που σέβεται τα νιάτα και τους φόβους του, έτρεμα στην αίσθηση της βελόνας, παρότι με εξίταρε ιδιαίτερα η θέα της μυτερής άκρης που καρφώνεται στο στόμιο του φυαλιδίου, που γεμίζει αργά αργά τον εσωτερικό της θάλαμο καθώς το έμβολο οπισθοχωρεί και, τέλος, που ρεύεται δυο τρεις σταγόνες στη δοκιμαστική συμπίεση του τελευταίου στα δάχτυλα του ειδικού. «Ένα τσίμπημα είναι» σκεφτόμουν και προετοίμαζα το λιπόσαρκο μπράτσο μου για τούτη τη λεπτότατη μυική διακόρευσή του. Νόμιζα.. Ήταν να μην καθίσω στην καρέκλα του γραφείου ενημέρωσης. Πρώτη δουλειά: ιστορικό.


Να μην τα πολυλογώ, όλα τα τσιμπήματα που έκανα (και άλλα τόσα που απέφυγα) από τότε που ήμουν παιδί αποδείχτηκαν ληγμένα και ανενεργά. «Μα στο στρατό κάναμε τρία εμβόλια», αναφώνησα με παρρησία, «δεν μετράνε;» Φρούδες οι ελπίδες να βγω δικαιωμένος, πολλά τα περασμένα χρόνια. Λίγα κλικ αργότερα τυπώθηκε η συνταγή για τον φαρμακοποιό: τρία τσιμπηματάκια συν φυσικά το ένα για το οποίο εξαρχής είχα πάει.

>>>

«Θέλω να καθίσετε στο κρεβάτι», μου είπε. «Σηκώστε το αριστερό μανίκι και χαλαρώστε το χέρι. Όσο πιο χαλαρό, τόσο λιγότερο θα πονέσετε. Δεν θα πονέσετε δηλαδή, αλλά θα το νιώσετε πολύ λιγότερο».

«Με ποιο θα ξεκινήσουμε»; ρώτησα, έχοντας επίμονα καρφωμένο το βλέμμα μου στις τέσσερις βελόνες που ήταν στη σειρά τοποθετημένες στο ειδικό σκεύος. Τις οποίες με λαχτάρα είχα προσέξει, με κάθε λεπτομέρεια, καθώς τις προετοίμαζε η ευγενική ιατρός.

«Μμμ, λέω να ξεκινήσουμε με αυτό της ηπατίτιδας». Χαλαρώστε το χέρι, πάρτε μια ανάσα τώρα» και τσαφ! Πρώτα το τσίμπημα, μετά η διείσδυση, τρίτη η συμπίεση, τέλος το τράβηγμα. «Αυτό ήταν. Πόνεσε;»

«Καθόλου» αποκρίθηκα, σχεδόν αλήθεια δηλαδή, έκπληκτος με τον εαυτό μου που είχε παρακολουθήσει όλη τη διαδικασία, αντί να στρέψω αντανακλαστικά το κεφάλι από την άλλη μεριά.

Ακολούθησε το δεύτερο εμβόλιο στο δεξί μπράτσο, με την ίδια σβέλτη και άψογη-ανώδυνη εκτέλεση της ιατρού. «Αναμφίβολα δεξιοτέχνης», σκέφτηκα και αναθάρρησα. 

«Ωραία, και τώρα γυρίστε από την άλλη, ξαπλώστε, να κάνουμε τα άλλα δύο» είπε με τον πιο φυσικό και ανάλαφρο τρόπο και έκλεισε τη μισάνοιχτη πόρτα.

>>>

Πρέπει να έχουν περάσει καμιά τριανταριά χρόνια από την τελευταία φορά που θυμάμαι να μου κάνουν εμβόλιο στον πισινό, με δέλεαρ μια καραμέλα ή ένα σοκολατάκι. Ήταν εκείνος ο υπερήλικας παιδίατρός μας, ο Γρηγορίου -κι αν δεν τον έλεγαν έτσι, ως τέτοιον εγώ θα τον θυμάμαι- ο οποίος κάθε φορά μας προκαλούσε το γέλιο γιατί επέμενε να φωνάζει την αδερφή μου Αναστασία. Κι ήταν αυτά τα τσιμπήματα στον πισινούλη μου που μ' έκαναν να απεχθάνομαι τις βελόνες. Και μόλις τις προάλλες αντιλήφθηκα ότι το πρόβλημα της απέχθειας έγκειτο στο γεγονός ότι στην ..πισινή ένεση δεν υπάρχει η δυνατότητα παρακολούθησης! Και ως εκ τούτου δεν είναι κανείς ποτέ έτοιμος για την κρίσιμη εκείνη στιγμή που η κορυφή της βελόνας διαπερνά τα ανώτερα στρώματα του δέρματος και σημαίνει συναγερμό στα τοπικά νεύρα.

>>>

«Χαλαρώστε ξανά.. Μια ανάσα πάλι» και τσαφ! Μια σύσπαση των μυών που διατρέχουν τον γλουτό ξέφυγε από τον περιορισμό της χαλάρωσης και παραδόθηκε στο ξάφνιασμα του τσιμπήματος. «Δεν πόνεσε, ε;»

>>>

Από τη στιγμή εκείνη ο κίτρινος πυρετός άρχισε να κυλά στις φλέβες μου. Πάντα κυλούσε τώρα που το σκέφτομαι, ακόμα πιο έντονα τώρα που πλησιάζουν και τα ντέρμπι της κιτρινόμαυρης ομάδας :-) |Περιμένω πλέον με αγωνία τον οργανισμό μου να παράξει αντισώματα καταπολέμησης του ιού. Αυτό κι αν θα 'ναι ντέρμπι. Αλλά εδώ νικήσαμε τις βελόνες, τι άλλο να φοβηθούμε;!

Αν και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, μιλώντας για φόβο, πρέπει να έχουν περάσει καμιά τριανταριά επίσης χρόνια από το τελευταίο μου υπόθετο..


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Time won't wait for me


Το δωμάτιο βρισκόταν στο τέλος του μακρόστενου διαδρόμου, στο πίσω μέρος ενός άνετου σπιτιού, με ξεχωριστή κουζίνα, μεγάλο χωλλ εισόδου και σαλόνι στη φάτσα του κτιρίου, όπου η θέα από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου ήταν ανεμπόδιστη προς το κέντρο της πόλης και το λιμάνι. Το εσωτερικό περιείχε ένα κρεβάτι με ξύλινο ανοιχτοκίτρινο πλαίσιο, μια μεγάλη ντουλάπα σε όλο το μήκος του τοίχου και ένα γραφείο κατακλυσμένο από μια παλαιού τύπου οθόνη υπολογιστή με τα παρελκόμενά του. Η καρέκλα απουσίαζε. Απέναντι από το γραφείο υπήρχε μια βιβλιοθήκη ξεχειλισμένη από παιχνίδια και βιβλία κιτρινισμένα από το πέρασμα του χρόνου και του ήλιου που απλόχερα έμπαινε από την πλαϊνή μπαλκονόπορτα. Η τελευταία οδηγούσε σε ένα μικρό στενό μπαλκόνι που κοιτούσε στον πίσω ακάλυπτο και χρησίμευε για το άπλωμα των ρούχων πάνω σε παράλληλα σύρματα τα οποία είχαν δεθεί στα κάγκελα για το συγκεκριμένο σκοπό. Στους τοίχους διάσπαρτες φωτογραφίες από οικογενειακές στιγμές και βυζαντινές εικόνες. Δίπλα από την ανοιχτή πόρτα ένα κάδος άχρηστων χαρτιών πάνω στο ξύλινο λουστραρισμένο πάτωμα.

Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Στενό, μακρύ όσο έπρεπε, με ιδιαίτερα σκληρό στρώμα. Δίπλα στο κεφάλι μου, όρθιο στον τοίχο, το μαξιλάρι που δεν χρησιμοποιούσα λόγω του υπερβολικού πάχους και της ακαμψίας του. Με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα του δωματίου, στο δεξί πλευρό με το δεξί χέρι να τελεί χρέη μαξιλαριού και τα πόδια ελαφρώς λυγισμένα, κοιμόμουν τον δύσκολο ύπνο του μεσημεριού που τόσο είχα πεθυμήσει εκείνη την κουραστική πρώτη μου μέρα στο νησί.

[♪] the dreams of the night time will vanish by dawn [/♪]

Τον είδα πρώτα σαν στον ύπνο μου. Είναι εκείνη η παράξενη αίσθηση ότι κάτι, κάποιος σε παρακολουθεί σαν κοιμάσαι και με τη βεβαιότητα αυτή γυρνάς το κεφάλι και τον βλέπεις μπρος σου. Άνοιξα τα μάτια εστιάζοντας στον κοντινό τοίχο που ορθωνόταν λίγα εκατοστά μακριά από το κεφάλι μου. Κι αν έχω συνηθίσει πλέον λόγω ωραρίων μερικές στιγμές μεσημεριανού ύπνου, δεν έχω καταφέρει ως τώρα να συνηθίσω το vertigo των πρώτων λεπτών του ξυπνήματος. Αφουγκράστηκα την αναπνοή μου, προσπάθησα να ξεπεράσω τη θολούρα των πρώτων λεπτών που ο εγκέφαλος διατρέχει όλες τις φάσεις μεταξύ νωχελικότητας και εγρήγορσης· και συνειδητοποίησα χωρίς έκπληξη ότι ήταν εκεί. Με κοιτούσε, με παρατηρούσε, ήμουν σίγουρος γι' αυτό, χωρίς καν να τον κοιτάξω. Σιγά σιγά έστρεψα το σώμα μου σε ανάσκελη θέση. Χαμήλωσα αργά το βλέμμα προς την πόρτα και τον είδα να στέκεται έξω από αυτήν· λίγα μόλις εκατοστά.

Ήτανε σιωπηλός, σχεδόν ντροπαλός θα έλεγε κανείς. Ακίνητος στήριζε το κορμί του στον πλαϊνό τοίχο ή τουλάχιστον τον άγγιζε με τον δεξί του ώμο. Στα χέρια του κρατούσε ένα λούτρινο κίτρινο παπάκι, περασμένο από την κόκκινη θηλιά στο μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού. Φορούσε λευκή φανέλα με λεπτές τιράντες και ασορτί εσώρουχο. Τα πόδια γυμνά από τους μηρούς μέχρι τις πατούσες απολάμβαναν το δροσερό μωσαϊκό. Μόλις το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου, παρέμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ευθύ και έπειτα χαμήλωσε στα ποδαράκια του. Αυτά έκαναν δυο τρεις ανεπαίσθητες κινήσεις και βημάτισαν αθόρυβα λίγα εκατοστά προς τα πίσω. Έφερε ξανά το κεφάλι και το βλέμμα σε όρθια θέση και με κοίταξε κατάματα. Εγώ είχα ήδη έρθει σε ημιπλαγιαστή θέση ακουμπώντας τον αριστερό αγκώνα στο στρώμα, ανασηκώνοντας το κορμί μου. Συνεχίσαμε να κοιτιόμαστε σιωπηλά. Ήμουν ο πρώτος που έσπασα τον κανόνα των βλεφάρων, της ακινησίας και της σιωπής. Όλα ταυτόχρονα. Ανοιγόκλεισα τα μάτια, του έγνεψα με το δεξί χέρι λέγοντάς του έλα 'δω! ψιθυριστά. Η αντίδρασή του ήταν να κάνει λίγα ακόμη βήματα προς τα πίσω. Μετά ξανά σιωπή, που συνοδεύτηκε από λίγα ντροπαλά βήματα εμπρός.

[♪] hours are like diamonds, don't let them waste [/♪]

Κάθε έλα και όπισθεν, κάθε σιωπή και μπρος. Είχαμε αποκαταστήσει μια κάποιου είδους επικοινωνία, έναν κώδικα ανταλλαγής σιωπηλών μηνυμάτων, που δεν θα μπορούσαν να είναι και αλλιώτικα μιας και το στόμα του σφράγιζε μια πιπίλα κρεμαστή με πλαστική αλυσίδα από την τιράντα της φανέλας του. Θα μείναμε σ' αυτές τις στάσεις περισσότερο από δέκα λεπτά ή έτσι γιγαντώθηκε στην αίσθησή μου το πέρασμα αυτών των λεπτών, διανθισμένων από μνήμες και επιθυμίες που εκπληρώνονταν, να ξαναδώ, να ξανανιώσω τους δικούς μου έπειτα από τρεις μήνες απόστασης. Και πιο πολύ εκείνον. Τον μεγάλο απ' τους μικρούς, με τα γαλανά μάτια και τις καφετόξανθες μπούκλες, που στην αρχή κάθε δυο-τρεις μήνες που επέστρεφα να τον δω, και παρότι με αναγνώριζε και παρότι συχνά με αναζητούσε και με έβρισκε στο τηλέφωνο, έπρεπε να κάνω όλα τα βήματα της προσέγγισης από την αρχή.

Πίστευα ότι είχαμε πια ξεπεράσει αυτό το στάδιο της ντροπής της πρώτης επαν-επαφής. Πίστευα ότι δεν θα χρειαζόταν άλλη προσπάθεια από μέρους μου, ότι πλέον θα αποτελούσα για εκείνον ένα οικείο πρόσωπο άμεσης αναφοράς. Όπως το ίδιο πίστευα ότι γινόταν σιγά σιγά και με τη μικρή μου μπουμπού που αγαπώ και συναντώ το ίδιο τακτικά και έντονα. Με τη μπουμπού ακόμα δυσκολεύομαι. Με τον μικρούλη πολύ λιγότερο· κάθε φορά και καλύτερα. Οι μέρες μου όμως μακριά τους είναι συχνά από ανεξήγητες έως ανυπόφορες. Η αγάπη τους με συγκινεί, οι ντροπές τους με γλυκαίνουν.

[♪] time waits for no one, and it won't wait for me [/♪]

Ύστερα, αφού πήρε μια βαθιά ανάσα στα πνευμόνια του, ξεφύσηξε φωναχτά με αναστεναγμό, στράφηκε και χάθηκε στον μακρόστενο διάδρομο.


Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

standing alone

Έκανα ένα καυτό ντους, με τα μπράτσα τεντωμένα μπροστά και τις παλάμες να ακουμπούν στα πλακάκια για να στηρίζω το σώμα μου· ακίνητος, με τον σβέρκο λυγισμένο και τα πόδια ανοικτά, κοιτούσα το νερό να κυλά στα πόδια μου και σκεφτόμουν τον Τζιν Κέλυ να χορεύει και να τραγουδά μέσα στην καταρρακτώδη βροχή, ενώ εγώ μετά βίας κρατιόμουν όρθιος κάτω από το νερό.

Σήκωσα το κεφάλι μου. Πάνω στα λευκά πλακάκια ξετυλίγονταν εικόνες από μια ταινία των αδερφών Μαρξ στην οποία ο Γκρούτσο, ακουμπώντας στον τοίχο ενός σπιτιού και απευθυνόμενος στον μπάτσο που τον ρώτησε «Τι κάνετε εκεί;», απάντησε «Κρατάω το σπίτι...».

«Φύγετε, αλλιώς θα σας συλλάβω», διέταξε ο μπάτσος· ο Γκρούτσο απομακρύνθηκε και το σπίτι κατέρρευσε...

Ήμουν ο Γκρούτσο, και το σπίτι ήταν το κορμί μου.

* Από το βιβλίο του Maurice Attia, Η κόκκινη Μασσαλία, εκδ. Πόλις.



Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Αυγουστιάτικη ελπίδα

Η ελπίδα είναι εύθραυστο πράγμα, το ίδιο εύθραυστο όσο ένα λουλούδι. Η ευθραυστότητα της την κάνει εύκολο στόχο χλευασμού από ανθρώπους που βλέπουν τη ζωή σαν μια σκοτεινή και δύσκολη δοκιμασία, ανθρώπους που θυμώνουν όταν κάτι στο οποίο δεν μπορούν οι ίδιοι να πιστέψουν δίνει παρηγοριά σε άλλους. Προτιμούν να συνθλίψουν το λουλούδι με το πόδι τους, σάμπως για να πουν: «Δείτε πόσο αδύναμο είναι αυτό το πράγμα, δείτε πόσο εύκολα καταστρέφεται». Κι όμως, στην πραγματικότητα, η ελπίδα είναι ένα από τα δυνατότερα πράγματα στο σύμπαν. Αυτοκρατορίες καταρρέουν, πολιτισμοί αφανίζονται, αλλά η ελπίδα πάντα επιστρέφει, ξεπηδάει από τις στάχτες, βλασταίνει από σπόρους που είναι αόρατοι και ακατάβλητοι.
* από «Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων», του Michel Faber, εκδ. Λιβάνη, μέσω του Σελιδοδείκτη της Πολιτείας.

Έτσι, επειδή ξεπήδησε ξανά από μέσα μου αυγουστιάτικα. Μέχρι να ξαναθαφτεί, καλό δεκαπενταύγουστο.