Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ο καπετάν Μηνάς

Στα παλιά εκείνα ηρωικά χρόνια, το Μεγάλο Κάστρο δεν ήταν ένα μπουλούκι σπίτια, μαγαζιά και στενοσόκακα, στριμωγμένα σ' ένα ακρογιάλι της Κρήτης, μπροστά από ένα ακατάπαυτα αγριεμένο πέλαγο· κι οι ψυχές που το κατοικούσαν δεν ήταν ακέφαλο ή πολυκέφαλο ρέμπελο τσούρμο από άντρες και γυναικόπαιδα που σπατάλευαν όλο τους τον αγώνα στις καθημερινές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας. Άγραφτη, αυστηρή τάξη τους κυβερνούσε· κανένας δε σήκωνε αντάρτικο κεφάλι στο σκληρό από πάνω του νόμο· Κάποιος απάνω από το κεφάλι του έδινε προσταγές. Αλάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο έναν άγιο, τον Άγιο Μηνά, τον προστάτη του Μεγάλου Κάστρου. Όλη τη μέρα στέκουνταν αυτός ακίνητος στο κόνισμά του, μέσα στη μικρούλικη εκκλησιά του, καβάλα σε ψαρί άλογο, και κρατούσε όρθιο ένα κόκκινο κοντάρι. Κοντοσγουρογένης, ηλιοκαμένος, αγριομάτης. Όλη τη μέρα καταφορτωμένος με τ' ασημένια ταξίματα, χέρια, πόδια, μάτια, καρδιές, που οι Καστρινοί είχαν κρεμάσει στη χάρη του και του ζητούσαν να τους γιάνει· έμενε ακίνητος, καμώνουνταν πως ήταν τάχα μονάχα ζωγραφιά - μπογιά και σανίδι· μα ευτύς ως έπεφτε η νύχτα και μαζεύουνταν οι χριστιανοί στα σπίτια τους κι ένα ένα έσβηναν τα φώτα, έδινε μια, αναμέριζε τ' ασημένια ταξίματα και τις μπογιές, σπιρούνιζε το άλογό του κι έφερνε βόλτα τους ρωμαίικους μαχαλάδες. Έβγαινε περιπολία. Σφαλνούσε τις πόρτες, όσες είχαν ξεχάσει οι χριστιανοί ανοιχτές, σφύριζε στους νυχτοπαρωρίτες να γυρίσουν πια στα σπίτια τους, στέκουνταν απόξω από τις πόρτες κι αφουγκράζουνταν ευχαριστημένος όταν άκουγε τραγούδι· γάμος θα γίνεται, μουρμούριζε, ας έχουν την ευκή μου και να κάμουν παιδιά, να πληθύνει η χριστιανοσύνη. Ύστερα έπαιρνε σβάρνα τα μπεντένια που έζωναν το Κάστρο, και πριν χαράξει η μέρα, στο πρωινό λάλημα του πετεινού, έδινε ένα σάλτο του αλόγου του, έμπαινε στην εκκλησιά κι ανηφόριζε στο κόνισμά του. Κι έκανε πάλι τον αδιάφορο· μα το άλογό του είχε ιδρώσει, στόμα και στήθια του ήταν γεμάτα αφρούς, κι όταν πρωί πρωί έμπαινε ο εκκλησιάρης, ο κυρ Χαράλαμπος, να σκουπίσει και να γυαλίσει τα μανουάλια, έβλεπε το άλογο του Αι-Μηνά μουσκεμένο, μα δεν ξαφνιάζουνταν· το 'ξερε αυτός, όλος ο κόσμος το 'ξερε, πως ο Άγιος γυρίζει όλη τη νύχτα περιπολία. Κι όταν οι Τούρκοι ακόνιζαν τα μαχαίρια τους κι ετοιμάζουνταν να ριχτούν στους χριστιανούς, πετιόταν ο Αι-Μηνάς πάλι από το κόνισμά του να διαφεντέψει τους Καστρινούς. Δεν τον έβλεπαν οι Τούρκοι, μα άκουγαν το άλογό του να χλιμιντρίζει, γνώριζαν τη φωνή του, έβλεπαν τις σπίθες που πετούσαν τα πέταλά του αλόγου του στο καλντερίμι, και τρύπωναν κατατρομαγμένοι στα σπίτια τους.

Όμως πριν από λίγα χρόνια τον είδαν με τα μάτια τους· συντάζουνταν πάλι να κάμουν σφαγή, κι ο Αι-Μηνάς, καβάλα στο άλογό του, χίμηξε κατά τον τούρκικο μαχαλά· τη στιγμή που πρόβαινε από τη γωνιά του δόμου, τον είδε ο μισοπάλαβος χοτζα-Μουσταφάς, πήρε δρόμο κι άρχισε τις φωνές: «Αλλάχ, Αλλάχ, ο Αι-Μηνάς κατεβαίνει!» Ακράνοιξαν οι Τούρκοι τις πόρτες, παρακάτσεψαν και τον είδαν με τη χρυσή του αρμάτα, με τα σγουρά του γκρίζε γένια, με τον κόκκινο κοντάρι· κόπηκαν τα γόνατά τους κι έβαλαν τα μαχαίρια στο θηκάρι.

Δεν ήταν μονάχα άγιος ο Αι-Μηνάς για τους Καστρινούς, ήταν ο καπετάνιος τους· καπετάν Μηνά τον έλεγαν και του πήγαιναν κρυφά τ' άρματά τους να τα βλογήσει· κι ο πατέρας μου του άναβε κερί, κι ο Θεός ξέρει το θα του 'λεγε και τι παράπονα θα του 'χε που αργούσε να λευτερώσει την Κρήτη.

Αυτός ήταν ο καπετάνιος των χριστιανών· κι ο Χασάνμπεης, ο αιμοβόρος χριστιανομάχος, ήταν γείτονάς του, κολλητά στην εκκλησιά ήταν το κονάκι του, και μια νύχτα άκουσε χτύπους στον τοίχο, απάνω από το κρεβάτι του· κατάλαβε, ήταν ο Αι-Μηνάς που τον φοβέριζε, γιατί ίσια ίσια τη μέρα εκείνη είχε κατασκοτώσει στο ξύλο έναν χριστιανό. Είχε θυμώσει λοιπόν ο καπετάν Μηνάς και του χτυπούσε τώρα τον τοίχο. Σήκωσε κι ο Χασάνμπεης τη γροθιά του κι άρχισε να χτυπάει κι αυτός τον τοίχο. «Ε, ε γείτονα, του φώναξε, έχεις δίκιο· ναι, μα την πίστη μου, δίκιο· μα μη μου καταχτυπάς τον τοίχο, κι εγώ θα σου φέρνω κάθε χρόνο δυο ασκιά λάδι για το καντήλι σου κι είκοσι οκάδες κερί, να μερώσεις. Γειτόνοι είμαστε, μη μαλώνουμε!» Κι από τη μέρα εκείνη ο σκύλος ο Χασάνμπεης πέμπει στη γιορτή του Αι-Μηνά, στις 11 του Νοέμπρη, το δούλο του και ξεφορτώνει στην ευλή της εκκλησιάς δυο ασκιά λάδι κι είκοσι οκάδες κερί· κι ο Αι-Μηνάς δεν του ξαναχτύπησε τον τοίχο.


Υπάρχει κάποια φλόγα στην Κρήτη, ας την πούμε ψυχή, κάτι πιο δυνατό από τη ζωή κι από το θάνατο· υπάρχει η περφάνια, το πείσμα, η παλικαριά, και μαζί τους κάτι άλλο, ανείπωτο κι αστάθμητο, που σε κάνει να χαίρεσαι και συνάμα να τρομάζεις που είσαι άνθρωπος.

Ο κρητικός αγέρας, όταν ήμουν παιδί, μύριζε το χνότο του θεριού, του Τούρκου· κι απάνω από το κάθε κεφάλι ένα τούρκικο γιαταγάνι. Ύστερα από χρόνια πολλά, όταν είδα το Τολέδο στην καταιγίδα, κατάλαβα τι αέρα ανάπνεα όταν ήμουν παιδί και τι άγγελοι αστροβολίδες κρέμουνταν απάνω από την Κρήτη.


* Από το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο.
* Πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Άποψη του Τολέδο σε ώρα καταιγίδας (1596-1600), Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης



Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

τσαφ!

«Ωραία, και τώρα γυρίστε από την άλλη. Ξαπλώστε».
«Ορίστε; Είπατε να ξαπλώσω;»
«Μα ναι, να κάνουμε τα άλλα δύο».
«Εχμ, και πού ακριβώς θα γίνουν τα άλλα δύο;»
«Εεε.. από πίσω».
«Μα δεν γίνεται να τα κάνουμε στο μπράτσο και αυτά;»
«Μα φυσικά και όχι, δεν κάνουμε τίποτα μετά!»
«...»
«...»
«Δηλαδή να ..ξεκουμπωθώ;»
«Ε.. χαλαρώστε το λιγάκι!»

>>>

Μου θύμισε την πολύ πρόσφατη -εξαιρετική από κάθε άποψη- εμπειρία που είχα με οδοντίατρο. Που «γεια σας, θα ήθελα να κλείσω ένα ραντεβού για καθαρισμό» ήταν η πρώτη κουβέντα και το πλάνο στο σύνολό του μαζί με ένα γενικό τσεκάπ, για να καταλήξει η υπόθεση ένα μήνα μετά να φεύγω από το ιατρείο με ένα σφράγισμα και δύο εξαγωγές. Και έναν καθαρισμό φυσικά. Όμως επρόκειτο για πέρα ως πέρα επιτυχημένη διάγνωση ενός σοβαρού προβλήματος, σωστή συμβουλή και εντελώς ανώδυνη εμπειρία στην -κατά τα φαινόμενα και χωρίς υπερβολή- καλυτερότερη οδοντίατρο του κόσμου. Τση κρήτης τουλάχιστον!

Με διάθεση μικρής αμφιβολίας έφτασα, λοιπόν, στα γραφεία πρόληψης νοσημάτων του υγειονομικού, προκειμένου να λάβω τη ..δόση μου κίτρινου πυρετού, ως προληπτική ετοιμασία για μακρινό ταξίδι. Εγώ που μικρός, όπως κάθε μικρός που σέβεται τα νιάτα και τους φόβους του, έτρεμα στην αίσθηση της βελόνας, παρότι με εξίταρε ιδιαίτερα η θέα της μυτερής άκρης που καρφώνεται στο στόμιο του φυαλιδίου, που γεμίζει αργά αργά τον εσωτερικό της θάλαμο καθώς το έμβολο οπισθοχωρεί και, τέλος, που ρεύεται δυο τρεις σταγόνες στη δοκιμαστική συμπίεση του τελευταίου στα δάχτυλα του ειδικού. «Ένα τσίμπημα είναι» σκεφτόμουν και προετοίμαζα το λιπόσαρκο μπράτσο μου για τούτη τη λεπτότατη μυική διακόρευσή του. Νόμιζα.. Ήταν να μην καθίσω στην καρέκλα του γραφείου ενημέρωσης. Πρώτη δουλειά: ιστορικό.


Να μην τα πολυλογώ, όλα τα τσιμπήματα που έκανα (και άλλα τόσα που απέφυγα) από τότε που ήμουν παιδί αποδείχτηκαν ληγμένα και ανενεργά. «Μα στο στρατό κάναμε τρία εμβόλια», αναφώνησα με παρρησία, «δεν μετράνε;» Φρούδες οι ελπίδες να βγω δικαιωμένος, πολλά τα περασμένα χρόνια. Λίγα κλικ αργότερα τυπώθηκε η συνταγή για τον φαρμακοποιό: τρία τσιμπηματάκια συν φυσικά το ένα για το οποίο εξαρχής είχα πάει.

>>>

«Θέλω να καθίσετε στο κρεβάτι», μου είπε. «Σηκώστε το αριστερό μανίκι και χαλαρώστε το χέρι. Όσο πιο χαλαρό, τόσο λιγότερο θα πονέσετε. Δεν θα πονέσετε δηλαδή, αλλά θα το νιώσετε πολύ λιγότερο».

«Με ποιο θα ξεκινήσουμε»; ρώτησα, έχοντας επίμονα καρφωμένο το βλέμμα μου στις τέσσερις βελόνες που ήταν στη σειρά τοποθετημένες στο ειδικό σκεύος. Τις οποίες με λαχτάρα είχα προσέξει, με κάθε λεπτομέρεια, καθώς τις προετοίμαζε η ευγενική ιατρός.

«Μμμ, λέω να ξεκινήσουμε με αυτό της ηπατίτιδας». Χαλαρώστε το χέρι, πάρτε μια ανάσα τώρα» και τσαφ! Πρώτα το τσίμπημα, μετά η διείσδυση, τρίτη η συμπίεση, τέλος το τράβηγμα. «Αυτό ήταν. Πόνεσε;»

«Καθόλου» αποκρίθηκα, σχεδόν αλήθεια δηλαδή, έκπληκτος με τον εαυτό μου που είχε παρακολουθήσει όλη τη διαδικασία, αντί να στρέψω αντανακλαστικά το κεφάλι από την άλλη μεριά.

Ακολούθησε το δεύτερο εμβόλιο στο δεξί μπράτσο, με την ίδια σβέλτη και άψογη-ανώδυνη εκτέλεση της ιατρού. «Αναμφίβολα δεξιοτέχνης», σκέφτηκα και αναθάρρησα. 

«Ωραία, και τώρα γυρίστε από την άλλη, ξαπλώστε, να κάνουμε τα άλλα δύο» είπε με τον πιο φυσικό και ανάλαφρο τρόπο και έκλεισε τη μισάνοιχτη πόρτα.

>>>

Πρέπει να έχουν περάσει καμιά τριανταριά χρόνια από την τελευταία φορά που θυμάμαι να μου κάνουν εμβόλιο στον πισινό, με δέλεαρ μια καραμέλα ή ένα σοκολατάκι. Ήταν εκείνος ο υπερήλικας παιδίατρός μας, ο Γρηγορίου -κι αν δεν τον έλεγαν έτσι, ως τέτοιον εγώ θα τον θυμάμαι- ο οποίος κάθε φορά μας προκαλούσε το γέλιο γιατί επέμενε να φωνάζει την αδερφή μου Αναστασία. Κι ήταν αυτά τα τσιμπήματα στον πισινούλη μου που μ' έκαναν να απεχθάνομαι τις βελόνες. Και μόλις τις προάλλες αντιλήφθηκα ότι το πρόβλημα της απέχθειας έγκειτο στο γεγονός ότι στην ..πισινή ένεση δεν υπάρχει η δυνατότητα παρακολούθησης! Και ως εκ τούτου δεν είναι κανείς ποτέ έτοιμος για την κρίσιμη εκείνη στιγμή που η κορυφή της βελόνας διαπερνά τα ανώτερα στρώματα του δέρματος και σημαίνει συναγερμό στα τοπικά νεύρα.

>>>

«Χαλαρώστε ξανά.. Μια ανάσα πάλι» και τσαφ! Μια σύσπαση των μυών που διατρέχουν τον γλουτό ξέφυγε από τον περιορισμό της χαλάρωσης και παραδόθηκε στο ξάφνιασμα του τσιμπήματος. «Δεν πόνεσε, ε;»

>>>

Από τη στιγμή εκείνη ο κίτρινος πυρετός άρχισε να κυλά στις φλέβες μου. Πάντα κυλούσε τώρα που το σκέφτομαι, ακόμα πιο έντονα τώρα που πλησιάζουν και τα ντέρμπι της κιτρινόμαυρης ομάδας :-) |Περιμένω πλέον με αγωνία τον οργανισμό μου να παράξει αντισώματα καταπολέμησης του ιού. Αυτό κι αν θα 'ναι ντέρμπι. Αλλά εδώ νικήσαμε τις βελόνες, τι άλλο να φοβηθούμε;!

Αν και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, μιλώντας για φόβο, πρέπει να έχουν περάσει καμιά τριανταριά επίσης χρόνια από το τελευταίο μου υπόθετο..


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Time won't wait for me


Το δωμάτιο βρισκόταν στο τέλος του μακρόστενου διαδρόμου, στο πίσω μέρος ενός άνετου σπιτιού, με ξεχωριστή κουζίνα, μεγάλο χωλλ εισόδου και σαλόνι στη φάτσα του κτιρίου, όπου η θέα από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου ήταν ανεμπόδιστη προς το κέντρο της πόλης και το λιμάνι. Το εσωτερικό περιείχε ένα κρεβάτι με ξύλινο ανοιχτοκίτρινο πλαίσιο, μια μεγάλη ντουλάπα σε όλο το μήκος του τοίχου και ένα γραφείο κατακλυσμένο από μια παλαιού τύπου οθόνη υπολογιστή με τα παρελκόμενά του. Η καρέκλα απουσίαζε. Απέναντι από το γραφείο υπήρχε μια βιβλιοθήκη ξεχειλισμένη από παιχνίδια και βιβλία κιτρινισμένα από το πέρασμα του χρόνου και του ήλιου που απλόχερα έμπαινε από την πλαϊνή μπαλκονόπορτα. Η τελευταία οδηγούσε σε ένα μικρό στενό μπαλκόνι που κοιτούσε στον πίσω ακάλυπτο και χρησίμευε για το άπλωμα των ρούχων πάνω σε παράλληλα σύρματα τα οποία είχαν δεθεί στα κάγκελα για το συγκεκριμένο σκοπό. Στους τοίχους διάσπαρτες φωτογραφίες από οικογενειακές στιγμές και βυζαντινές εικόνες. Δίπλα από την ανοιχτή πόρτα ένα κάδος άχρηστων χαρτιών πάνω στο ξύλινο λουστραρισμένο πάτωμα.

Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Στενό, μακρύ όσο έπρεπε, με ιδιαίτερα σκληρό στρώμα. Δίπλα στο κεφάλι μου, όρθιο στον τοίχο, το μαξιλάρι που δεν χρησιμοποιούσα λόγω του υπερβολικού πάχους και της ακαμψίας του. Με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα του δωματίου, στο δεξί πλευρό με το δεξί χέρι να τελεί χρέη μαξιλαριού και τα πόδια ελαφρώς λυγισμένα, κοιμόμουν τον δύσκολο ύπνο του μεσημεριού που τόσο είχα πεθυμήσει εκείνη την κουραστική πρώτη μου μέρα στο νησί.

[♪] the dreams of the night time will vanish by dawn [/♪]

Τον είδα πρώτα σαν στον ύπνο μου. Είναι εκείνη η παράξενη αίσθηση ότι κάτι, κάποιος σε παρακολουθεί σαν κοιμάσαι και με τη βεβαιότητα αυτή γυρνάς το κεφάλι και τον βλέπεις μπρος σου. Άνοιξα τα μάτια εστιάζοντας στον κοντινό τοίχο που ορθωνόταν λίγα εκατοστά μακριά από το κεφάλι μου. Κι αν έχω συνηθίσει πλέον λόγω ωραρίων μερικές στιγμές μεσημεριανού ύπνου, δεν έχω καταφέρει ως τώρα να συνηθίσω το vertigo των πρώτων λεπτών του ξυπνήματος. Αφουγκράστηκα την αναπνοή μου, προσπάθησα να ξεπεράσω τη θολούρα των πρώτων λεπτών που ο εγκέφαλος διατρέχει όλες τις φάσεις μεταξύ νωχελικότητας και εγρήγορσης· και συνειδητοποίησα χωρίς έκπληξη ότι ήταν εκεί. Με κοιτούσε, με παρατηρούσε, ήμουν σίγουρος γι' αυτό, χωρίς καν να τον κοιτάξω. Σιγά σιγά έστρεψα το σώμα μου σε ανάσκελη θέση. Χαμήλωσα αργά το βλέμμα προς την πόρτα και τον είδα να στέκεται έξω από αυτήν· λίγα μόλις εκατοστά.

Ήτανε σιωπηλός, σχεδόν ντροπαλός θα έλεγε κανείς. Ακίνητος στήριζε το κορμί του στον πλαϊνό τοίχο ή τουλάχιστον τον άγγιζε με τον δεξί του ώμο. Στα χέρια του κρατούσε ένα λούτρινο κίτρινο παπάκι, περασμένο από την κόκκινη θηλιά στο μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού. Φορούσε λευκή φανέλα με λεπτές τιράντες και ασορτί εσώρουχο. Τα πόδια γυμνά από τους μηρούς μέχρι τις πατούσες απολάμβαναν το δροσερό μωσαϊκό. Μόλις το βλέμμα του συνάντησε το δικό μου, παρέμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ευθύ και έπειτα χαμήλωσε στα ποδαράκια του. Αυτά έκαναν δυο τρεις ανεπαίσθητες κινήσεις και βημάτισαν αθόρυβα λίγα εκατοστά προς τα πίσω. Έφερε ξανά το κεφάλι και το βλέμμα σε όρθια θέση και με κοίταξε κατάματα. Εγώ είχα ήδη έρθει σε ημιπλαγιαστή θέση ακουμπώντας τον αριστερό αγκώνα στο στρώμα, ανασηκώνοντας το κορμί μου. Συνεχίσαμε να κοιτιόμαστε σιωπηλά. Ήμουν ο πρώτος που έσπασα τον κανόνα των βλεφάρων, της ακινησίας και της σιωπής. Όλα ταυτόχρονα. Ανοιγόκλεισα τα μάτια, του έγνεψα με το δεξί χέρι λέγοντάς του έλα 'δω! ψιθυριστά. Η αντίδρασή του ήταν να κάνει λίγα ακόμη βήματα προς τα πίσω. Μετά ξανά σιωπή, που συνοδεύτηκε από λίγα ντροπαλά βήματα εμπρός.

[♪] hours are like diamonds, don't let them waste [/♪]

Κάθε έλα και όπισθεν, κάθε σιωπή και μπρος. Είχαμε αποκαταστήσει μια κάποιου είδους επικοινωνία, έναν κώδικα ανταλλαγής σιωπηλών μηνυμάτων, που δεν θα μπορούσαν να είναι και αλλιώτικα μιας και το στόμα του σφράγιζε μια πιπίλα κρεμαστή με πλαστική αλυσίδα από την τιράντα της φανέλας του. Θα μείναμε σ' αυτές τις στάσεις περισσότερο από δέκα λεπτά ή έτσι γιγαντώθηκε στην αίσθησή μου το πέρασμα αυτών των λεπτών, διανθισμένων από μνήμες και επιθυμίες που εκπληρώνονταν, να ξαναδώ, να ξανανιώσω τους δικούς μου έπειτα από τρεις μήνες απόστασης. Και πιο πολύ εκείνον. Τον μεγάλο απ' τους μικρούς, με τα γαλανά μάτια και τις καφετόξανθες μπούκλες, που στην αρχή κάθε δυο-τρεις μήνες που επέστρεφα να τον δω, και παρότι με αναγνώριζε και παρότι συχνά με αναζητούσε και με έβρισκε στο τηλέφωνο, έπρεπε να κάνω όλα τα βήματα της προσέγγισης από την αρχή.

Πίστευα ότι είχαμε πια ξεπεράσει αυτό το στάδιο της ντροπής της πρώτης επαν-επαφής. Πίστευα ότι δεν θα χρειαζόταν άλλη προσπάθεια από μέρους μου, ότι πλέον θα αποτελούσα για εκείνον ένα οικείο πρόσωπο άμεσης αναφοράς. Όπως το ίδιο πίστευα ότι γινόταν σιγά σιγά και με τη μικρή μου μπουμπού που αγαπώ και συναντώ το ίδιο τακτικά και έντονα. Με τη μπουμπού ακόμα δυσκολεύομαι. Με τον μικρούλη πολύ λιγότερο· κάθε φορά και καλύτερα. Οι μέρες μου όμως μακριά τους είναι συχνά από ανεξήγητες έως ανυπόφορες. Η αγάπη τους με συγκινεί, οι ντροπές τους με γλυκαίνουν.

[♪] time waits for no one, and it won't wait for me [/♪]

Ύστερα, αφού πήρε μια βαθιά ανάσα στα πνευμόνια του, ξεφύσηξε φωναχτά με αναστεναγμό, στράφηκε και χάθηκε στον μακρόστενο διάδρομο.


Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

standing alone

Έκανα ένα καυτό ντους, με τα μπράτσα τεντωμένα μπροστά και τις παλάμες να ακουμπούν στα πλακάκια για να στηρίζω το σώμα μου· ακίνητος, με τον σβέρκο λυγισμένο και τα πόδια ανοικτά, κοιτούσα το νερό να κυλά στα πόδια μου και σκεφτόμουν τον Τζιν Κέλυ να χορεύει και να τραγουδά μέσα στην καταρρακτώδη βροχή, ενώ εγώ μετά βίας κρατιόμουν όρθιος κάτω από το νερό.

Σήκωσα το κεφάλι μου. Πάνω στα λευκά πλακάκια ξετυλίγονταν εικόνες από μια ταινία των αδερφών Μαρξ στην οποία ο Γκρούτσο, ακουμπώντας στον τοίχο ενός σπιτιού και απευθυνόμενος στον μπάτσο που τον ρώτησε «Τι κάνετε εκεί;», απάντησε «Κρατάω το σπίτι...».

«Φύγετε, αλλιώς θα σας συλλάβω», διέταξε ο μπάτσος· ο Γκρούτσο απομακρύνθηκε και το σπίτι κατέρρευσε...

Ήμουν ο Γκρούτσο, και το σπίτι ήταν το κορμί μου.

* Από το βιβλίο του Maurice Attia, Η κόκκινη Μασσαλία, εκδ. Πόλις.



Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Αυγουστιάτικη ελπίδα

Η ελπίδα είναι εύθραυστο πράγμα, το ίδιο εύθραυστο όσο ένα λουλούδι. Η ευθραυστότητα της την κάνει εύκολο στόχο χλευασμού από ανθρώπους που βλέπουν τη ζωή σαν μια σκοτεινή και δύσκολη δοκιμασία, ανθρώπους που θυμώνουν όταν κάτι στο οποίο δεν μπορούν οι ίδιοι να πιστέψουν δίνει παρηγοριά σε άλλους. Προτιμούν να συνθλίψουν το λουλούδι με το πόδι τους, σάμπως για να πουν: «Δείτε πόσο αδύναμο είναι αυτό το πράγμα, δείτε πόσο εύκολα καταστρέφεται». Κι όμως, στην πραγματικότητα, η ελπίδα είναι ένα από τα δυνατότερα πράγματα στο σύμπαν. Αυτοκρατορίες καταρρέουν, πολιτισμοί αφανίζονται, αλλά η ελπίδα πάντα επιστρέφει, ξεπηδάει από τις στάχτες, βλασταίνει από σπόρους που είναι αόρατοι και ακατάβλητοι.
* από «Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων», του Michel Faber, εκδ. Λιβάνη, μέσω του Σελιδοδείκτη της Πολιτείας.

Έτσι, επειδή ξεπήδησε ξανά από μέσα μου αυγουστιάτικα. Μέχρι να ξαναθαφτεί, καλό δεκαπενταύγουστο.


Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Χίλια καλώς θα σμίξουμε

Πρόλαβα και προεξόφλησα ότι η φετινή δε θα 'ναι σαν την περσινή. Γιατί, πώς να το κάνουμε, η πρώτη φορά είναι πάντα η καλύτερη, η πιο αναπάντεχα εκπληκτική κι ανεπανάληπτη. Κι ας ήταν πιο ανώριμη, πιο άγουρη, λιγότερο μελετημένη.

Πρόσεχε, θα διαψευστείς, με μάλωσε μετρημένα ένας παλιόφιλος κι εγώ είπα θα το ρισκάρω για να διαψευστώ!

Ξεδιπλώνοντας απ' τα πριν τις πτυχές μιας ανυπόμονης αναμονής, το ρίσκο για μένα -έναν γραφιά συναισθημάτων και αναμνήσεων- είναι εκ των προτέρων ασφαλισμένο. Είναι αυτό που λένε οι σύγχρονοι win-win situation. Γιατί αν η επερχόμενη εμπειρία ξεπεράσει σε ορμή και σε ζέση το πρότερο βίωμα, τότε ρισκάρω με μια πιθανή εμπλοκή συναισθημάτων και περιγραφών· να είναι τέτοια η παραζάλη και η μέθη που να μην βρίσκει διέξοδο λυτρωτική ο φουσκωμένος χείμαρρος των λέξεων. Αν πάλι τα γεγονότα δεν φτάσουν το αποκορύφωμα του περασμένου καλοκαιριού, τότε δεν θα 'χω τι άλλο να προσθέσω στην περσινή ανταπόκριση.

[♪] πού 'ναι ο καιρός πουλάκι μου, πού 'ναι ο καιρός πουλί μου,
που σ' έκαμα βασιλικό και σ' έβανα στ' αυτί μου

έτσα παρέα όμορφη κι όποιος μονομεριάσει,
βαρέλια να 'χει τη ρακή όλη θα την ξοδιάσει [♪]

Πώς περιμένω αυτό το γαργάλημα στο αυτί από τις μελωδίες, άλλες έντεχνες, άλλες λαϊκές, άλλες παραδοσιακές κρητικές, πλεγμένες ματσάκια-ματσάκια σαν μοσχοβόλιστη ρίγανη απ' τσι κορφές του βουνού· να τρίβονται και να μεθούνε τις πιο ακριβές αισθήσεις μου. Άλλο το θέατρο φέτος, παρόμοια η εποχή. Αγκαλιά με την πανσέληνο τότε, κάτω από βροχή περσείδων φέτος, που έφεραν για στόλισμα οι μακρινοί κομήτες.

[♪] ξελησμονώ και τραγουδώ κι ύστερα το λογιάζω
πως έχω αγάπη στα μακρυά και βαριαναστενάζω

απόψε είν' η βραδιά καλή μα είναι μικιές οι ώρες
και δεν σας εχορταίνουνε των αμαθιώ μου οι κόρες [♪]

Δεν έχω αμφιβολία ότι μέχρι τις ώρες τις μικρές θα σιγοψέλνουμε συνοδεία λαούτου και ασκομαντούρας, παρακαλώντας με λαχτάρα το κι άλλο - κι άλλο τελειωμό να μην έχει, απόψε, παρέα με τ' αμούστακο βοσκαρουδάκι.


Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

1111 μέρες..

..έχουν περάσει. Και συνεχίζω!

Όχι ότι τις μετρώ, αλί και τρις αλί αν το έκανα. Αλλά να, είναι κάτι παράξενες στιγμές που σκέψη-ανάμνηση-λήθη, που ούτως ή άλλως είναι όλα κουλουβάχατα στο μυαλό μου, εμπλουτίζονται από μικρές φωτίτσες αλήθειας που ξερνά το υποσυνείδητο στο συνειδητό και φωτοβολούν ηλεκτρισμένες στο προσκήνιο.

Κι αυτή τη φορά, πλάκα που έχει κι αλήθεια, δεν είναι ο αριθμός στρόγγυλος βρε παιδί μου· πεντακόσιες, χίλιες, δυο χιλιάδες ας πούμε. Ήρθε το αναβόσβημα στις χίλιες εκατόν δέκα και μία· τέσσερις άσσοι, ένα καρέ. Πώς μου αρέσουν αυτοί οι μικροί πικάντικοι αριθμοί!


Λέω να γιορτάσω το γεγονός της έξαφνης συγκυρίας της ανάμνησης μ' ένα τραγούδι. Ένα ταιριαστό τραγούδι. Πολλά μου έρχονται στο νου, κάτι από Adele ή Lana Del Ray που θα ήταν πράγματι ταιριαστό. Γιατί όχι μια Monika; Ψάχνω μετά κάποιο ελληνικό στις καινούριες λίστες τραγουδιών που έφτιαξα πριν λίγες μέρες, μήπως να βάλω το Πηγάδι της Μητρίτσα και του Πασχαλίδη (που τρικαλινά χέρια το έγραψαν άλλωστε), γιατί όχι το Αστέρι της Μποφίλιου, που είναι και το αγαπημένο μου τραγούδι της.
Η Παλιά πληγή του Θανάση μπαίνει με άνεση στα play-off, απ' όπου αποκλείστηκε κάθε τραγούδι του Χαρούλη (που υπόσχομαι όμως ότι θα παίξει στη μεθαυριανή ανάρτησή μου). Πασχαλίδηδες και Καζούληδες, ειδικά ο δεύτερος, θα πρόδιδαν την ιστορία· τους κλειδώνω στα αποδυτήρια. Επίσης το κολλητικό τραγούδι εκείνου του ..τρυφερού Gotye, που έκανε θραύση τότες, δεν συμμετέχει καν στην εκλογή· θα ήταν σαν να παίζει η Μπαρτσελόνα με τα όλα της στη γ΄ εθνική.

Στον τελικό προκρίθηκε η υπέροχη και μελαγχολική Amy, που έκλεισε τέσσερα χρόνια φευγάτη αυτές τις μέρες, με ένα από τα πολλά γλυκά της τραγούδια. Στα πέναλτι, στο τελευταίο καλάθι με buzzer-beater, όμως, υπερισχύει ένα τραγούδι που τυχαίνει να αναβοσβήνει στο νου μου παράλληλα με τους τέσσερις άσσους που ξέβγαλε το υποσυνείδητο μανίκι μου. Το ξανάβαλε τις προάλλες ο Προβατάς και μου 'μεινε. Ελπίζω μ' αυτό να καταφέρω να νικήσω το καρέ που στρώθηκε μπροστά μου ακάλεστο, κι ας μην ξέρω τον παραμικρό κανόνα του πόκερ.

The living tree, από το γυναικείο ντουέτο Never the bride, ορίστε, σε καλή live ακουστική βερσιόν. Ελπίζω θα με βοηθήσει να περάσω στη λήθη το μεσοδιάστημα των δέκα χιλιάδων ημερών μέχρι τις 11.111.

>>>

Στη σελίδα του youtube μου ξέμεινε μονάχα η Μποφίλιου και το αστέρι της. Άλλο και τούτο πάλι..