Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Αυγουστιάτικη ελπίδα

Η ελπίδα είναι εύθραυστο πράγμα, το ίδιο εύθραυστο όσο ένα λουλούδι. Η ευθραυστότητα της την κάνει εύκολο στόχο χλευασμού από ανθρώπους που βλέπουν τη ζωή σαν μια σκοτεινή και δύσκολη δοκιμασία, ανθρώπους που θυμώνουν όταν κάτι στο οποίο δεν μπορούν οι ίδιοι να πιστέψουν δίνει παρηγοριά σε άλλους. Προτιμούν να συνθλίψουν το λουλούδι με το πόδι τους, σάμπως για να πουν: «Δείτε πόσο αδύναμο είναι αυτό το πράγμα, δείτε πόσο εύκολα καταστρέφεται». Κι όμως, στην πραγματικότητα, η ελπίδα είναι ένα από τα δυνατότερα πράγματα στο σύμπαν. Αυτοκρατορίες καταρρέουν, πολιτισμοί αφανίζονται, αλλά η ελπίδα πάντα επιστρέφει, ξεπηδάει από τις στάχτες, βλασταίνει από σπόρους που είναι αόρατοι και ακατάβλητοι.
* από «Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων», του Michel Faber, εκδ. Λιβάνη, μέσω του Σελιδοδείκτη της Πολιτείας.

Έτσι, επειδή ξεπήδησε ξανά από μέσα μου αυγουστιάτικα. Μέχρι να ξαναθαφτεί, καλό δεκαπενταύγουστο.


Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Χίλια καλώς θα σμίξουμε

Πρόλαβα και προεξόφλησα ότι η φετινή δε θα 'ναι σαν την περσινή. Γιατί, πώς να το κάνουμε, η πρώτη φορά είναι πάντα η καλύτερη, η πιο αναπάντεχα εκπληκτική κι ανεπανάληπτη. Κι ας ήταν πιο ανώριμη, πιο άγουρη, λιγότερο μελετημένη.

Πρόσεχε, θα διαψευστείς, με μάλωσε μετρημένα ένας παλιόφιλος κι εγώ είπα θα το ρισκάρω για να διαψευστώ!

Ξεδιπλώνοντας απ' τα πριν τις πτυχές μιας ανυπόμονης αναμονής, το ρίσκο για μένα -έναν γραφιά συναισθημάτων και αναμνήσεων- είναι εκ των προτέρων ασφαλισμένο. Είναι αυτό που λένε οι σύγχρονοι win-win situation. Γιατί αν η επερχόμενη εμπειρία ξεπεράσει σε ορμή και σε ζέση το πρότερο βίωμα, τότε ρισκάρω με μια πιθανή εμπλοκή συναισθημάτων και περιγραφών· να είναι τέτοια η παραζάλη και η μέθη που να μην βρίσκει διέξοδο λυτρωτική ο φουσκωμένος χείμαρρος των λέξεων. Αν πάλι τα γεγονότα δεν φτάσουν το αποκορύφωμα του περασμένου καλοκαιριού, τότε δεν θα 'χω τι άλλο να προσθέσω στην περσινή ανταπόκριση.

[♪] πού 'ναι ο καιρός πουλάκι μου, πού 'ναι ο καιρός πουλί μου,
που σ' έκαμα βασιλικό και σ' έβανα στ' αυτί μου

έτσα παρέα όμορφη κι όποιος μονομεριάσει,
βαρέλια να 'χει τη ρακή όλη θα την ξοδιάσει [♪]

Πώς περιμένω αυτό το γαργάλημα στο αυτί από τις μελωδίες, άλλες έντεχνες, άλλες λαϊκές, άλλες παραδοσιακές κρητικές, πλεγμένες ματσάκια-ματσάκια σαν μοσχοβόλιστη ρίγανη απ' τσι κορφές του βουνού· να τρίβονται και να μεθούνε τις πιο ακριβές αισθήσεις μου. Άλλο το θέατρο φέτος, παρόμοια η εποχή. Αγκαλιά με την πανσέληνο τότε, κάτω από βροχή περσείδων φέτος, που έφεραν για στόλισμα οι μακρινοί κομήτες.

[♪] ξελησμονώ και τραγουδώ κι ύστερα το λογιάζω
πως έχω αγάπη στα μακρυά και βαριαναστενάζω

απόψε είν' η βραδιά καλή μα είναι μικιές οι ώρες
και δεν σας εχορταίνουνε των αμαθιώ μου οι κόρες [♪]

Δεν έχω αμφιβολία ότι μέχρι τις ώρες τις μικρές θα σιγοψέλνουμε συνοδεία λαούτου και ασκομαντούρας, παρακαλώντας με λαχτάρα το κι άλλο - κι άλλο τελειωμό να μην έχει, απόψε, παρέα με τ' αμούστακο βοσκαρουδάκι.


Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

1111 μέρες..

..έχουν περάσει. Και συνεχίζω!

Όχι ότι τις μετρώ, αλί και τρις αλί αν το έκανα. Αλλά να, είναι κάτι παράξενες στιγμές που σκέψη-ανάμνηση-λήθη, που ούτως ή άλλως είναι όλα κουλουβάχατα στο μυαλό μου, εμπλουτίζονται από μικρές φωτίτσες αλήθειας που ξερνά το υποσυνείδητο στο συνειδητό και φωτοβολούν ηλεκτρισμένες στο προσκήνιο.

Κι αυτή τη φορά, πλάκα που έχει κι αλήθεια, δεν είναι ο αριθμός στρόγγυλος βρε παιδί μου· πεντακόσιες, χίλιες, δυο χιλιάδες ας πούμε. Ήρθε το αναβόσβημα στις χίλιες εκατόν δέκα και μία· τέσσερις άσσοι, ένα καρέ. Πώς μου αρέσουν αυτοί οι μικροί πικάντικοι αριθμοί!


Λέω να γιορτάσω το γεγονός της έξαφνης συγκυρίας της ανάμνησης μ' ένα τραγούδι. Ένα ταιριαστό τραγούδι. Πολλά μου έρχονται στο νου, κάτι από Adele ή Lana Del Ray που θα ήταν πράγματι ταιριαστό. Γιατί όχι μια Monika; Ψάχνω μετά κάποιο ελληνικό στις καινούριες λίστες τραγουδιών που έφτιαξα πριν λίγες μέρες, μήπως να βάλω το Πηγάδι της Μητρίτσα και του Πασχαλίδη (που τρικαλινά χέρια το έγραψαν άλλωστε), γιατί όχι το Αστέρι της Μποφίλιου, που είναι και το αγαπημένο μου τραγούδι της.
Η Παλιά πληγή του Θανάση μπαίνει με άνεση στα play-off, απ' όπου αποκλείστηκε κάθε τραγούδι του Χαρούλη (που υπόσχομαι όμως ότι θα παίξει στη μεθαυριανή ανάρτησή μου). Πασχαλίδηδες και Καζούληδες, ειδικά ο δεύτερος, θα πρόδιδαν την ιστορία· τους κλειδώνω στα αποδυτήρια. Επίσης το κολλητικό τραγούδι εκείνου του ..τρυφερού Gotye, που έκανε θραύση τότες, δεν συμμετέχει καν στην εκλογή· θα ήταν σαν να παίζει η Μπαρτσελόνα με τα όλα της στη γ΄ εθνική.

Στον τελικό προκρίθηκε η υπέροχη και μελαγχολική Amy, που έκλεισε τέσσερα χρόνια φευγάτη αυτές τις μέρες, με ένα από τα πολλά γλυκά της τραγούδια. Στα πέναλτι, στο τελευταίο καλάθι με buzzer-beater, όμως, υπερισχύει ένα τραγούδι που τυχαίνει να αναβοσβήνει στο νου μου παράλληλα με τους τέσσερις άσσους που ξέβγαλε το υποσυνείδητο μανίκι μου. Το ξανάβαλε τις προάλλες ο Προβατάς και μου 'μεινε. Ελπίζω μ' αυτό να καταφέρω να νικήσω το καρέ που στρώθηκε μπροστά μου ακάλεστο, κι ας μην ξέρω τον παραμικρό κανόνα του πόκερ.

The living tree, από το γυναικείο ντουέτο Never the bride, ορίστε, σε καλή live ακουστική βερσιόν. Ελπίζω θα με βοηθήσει να περάσω στη λήθη το μεσοδιάστημα των δέκα χιλιάδων ημερών μέχρι τις 11.111.

>>>

Στη σελίδα του youtube μου ξέμεινε μονάχα η Μποφίλιου και το αστέρι της. Άλλο και τούτο πάλι..


Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

το δίδυμο δευτερόλεπτο που κράτησε οκτώ μήνες

Η είδηση.
«Την τελευταία ημέρα του Ιουνίου ο χρόνος θα κάνει ένα άλμα και το τελευταίο ακριβώς λεπτό του μήνα δεν θα διαρκέσει 60, αλλά 61 δευτερόλεπτα. Ένα ακόμα δευτερόλεπτο, δηλαδή, θα προστεθεί στον παγκόσμιο χρόνο σήμερα, προκειμένου να διορθωθεί η απόκλιση που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στην αστρονομική ώρα, η οποία υπολογίζεται με βάση την περιστροφή της Γης, και τον λεγόμενο Συγχρονισμένο Παγκόσμιο Χρόνο (UTC). Έτσι απόψε το βράδυ η ώρα UTC θα περάσει από τις 23.59.59 στις 23.59.60 και μετά στις 00.00.00 της 1ης Ιουλίου».

>>>

Ήτανε, θυμάμαι..., έτσι ξεκινάνε όλες οι όμορφες ιστορίες που αφήνουν μόνο γλυκύτητα στο πέρασμά τους, σαν ίχνος γυμνοσάλιαγκα που σέρνει λαμπερή την τροχιά του στην τσιμεντένια αυλή. Ήτανε λοιπόν μια μέρα μετά την παρέλαση του Οκτώβρη, θυμάμαι. Το ξημέρωμα με βρήκε να συγυρίζω τις τελευταίες λεπτομέρειες στο σπίτι, την ώρα που ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει καθάριος μετά από ένα τριήμερο συννεφιάς εμπλουτισμένο με πιτσιλιές λερωμένης βροχής. Λίγα λεπτά αργότερα η μηχανή ενός αυτοκινήτου πλησίαζε, μαρσάριζε στην ανηφόρα μπροστά από το σπίτι και έσβηνε ξανά στην ησυχία του πρωινού. Το λευκό fiat έστεκε ταιριαστό και βαρυφορτωμένο κάτω από το μεγάλο πεύκο στην απέναντι μεριά του δρόμου· το είδα βγαίνοντας στη βεράντα, έχοντας ακούσει γνώριμο ήχο ιταλικής μηχανής. Δυο κουρασμένα πρόσωπα βγήκαν από τις μοναδικές κανονικές πόρτες του τρίθυρου κουπέ. Λίγη ώρα μετά απολαμβάναμε τη ζεστασιά του πρωινού ήλιου στο μπαλκόνι, συνοδεία τσιγάρου και πίτας σπιτικής, η οποία είχε ταξιδέψει μερικές εκατοντάδες οδικά χιλιόμετρα και δέκα-τόσες ώρες υγρής διαδρομής μέχρι να καταλήξει στον πρώτο όροφο ενός σπιτιού στο νότιο Ηράκλειο. Τρία ζευγάρια μάτια έτρωγαν με χαρά τα απέναντι πρόσωπα, άλλα παλιά και αγαπημένα, άλλα καινούρια και υποσχόμενα, σε μια προσπάθεια να εξατμιστούν η κούραση, ο φόβος, η αγωνία ενός νέου ξεκινήματος, οι πρώτες ημέρες μιας βιαστικής προσαρμογής.

Και ήτανε χθες, αυτό το θυμάμαι το ίδιο καλά, που τα ίδια ζευγάρια μάτια θόλωσαν και μίκρυναν στην τελευταία χόρταση των αγαπημένων προσώπων, την ώρα εκείνη του αναπόφευκτου αποχωρισμού, εκκρίνοντας δάκρυα και ένα τσουβάλι συμπυκνωμένες θύμησες οκτώ ολόκληρων μηνών στο σαλόνι ενός πλοίου που ζέσταινε τις μηχανές για ένα πρόωρα βιαστικό φευγιό. Μέχρι να επιστρέψω στο αυτοκίνητο που περίμενε τη μοναξιά μου, αναλογίστηκα τους μεγάλους αποχωρισμούς που κάθε χρόνο τελευταία σημαδεύουν τις εποχές μου. Και είναι κάθε φορά τόσο μεγάλοι, όσο πιο ανέμελη και στενή και ανεπιτήδευτα αδερφική είναι η καθημερινή σχέση που αναγκάζεται να σπάσει. Κράτησα με βία το κεφάλι μου να μην κοιτάξει πίσω, μην πάρουνε την όπισθεν και τα πόδια μου.

Από το ήτανε θυμάμαι... μέχρι το χθες μαζεύτηκαν σωρό οι αναμνήσεις, ατέλειωτες οι ώρες οι κοινές. Χιλιάδες τα βήματα που μέτρησε το κινητό στις νωχελικές μας βόλτες ως το λιμάνι και στα πλακόστρωτα στενά του κέντρου, αμέτρητες οι μουσικές ώρες στο δυάρι της κνωσσού· τότε που μια καινούρια μελωδία είχε ξεπηδήσει απ' την έμπνευση της περασμένη νύχτας και συναντούσε τις συγχορδίες και τα όργανα στο ακούραστο i-book που κοσμούσε το βαρύ γυάλινο τραπέζι στο μέσο της κουζίνας. Χάνεται ο αριθμός και των υποσχέσεων που δόθηκαν «αυτή τη φορά τέλος, από αύριο δίαιτα», μέχρι μια πίτσα, μια μπύρα, ένα μίνι κοτοσουβλάκι ή μια συσκευασία καινούριου οικογενειακού παγωτού κανταΐφι να μετατρέψει την πρόσφατη υπόσχεση σε αμφίβολη ανάμνηση. Αξέχαστες και οι πρώτες κοινόβιες εβδομάδες στις Μεσαμπελιές, η μοναδική φορά στους Σταμνούς που δεν προφτάσαμε να επαναλάβουμε· το επαναλάβαμε όμως στα σπίτια μας με χίλιες και μία συνταγές. Και άλλα και άλλα και τόσα πολλά, ο Πορτοκάλογλου και οι Foo Fighters, ο Δούκας Χατζηδούκας και ο Μάκης Δημάκης, ο Χλαπάτσας, ο Χαρούλης. Και το φαράγγι, ναι, ήτανε και το φαράγγι!

>>>
«Είναι κάποιες μέρες που στροβιλίζονται πιο γρήγορα από κάποιες άλλες. Μερικές φορές υπάρχουν ώρες που μεγαλώνουν στην κοιλιά τους δίδυμα δευτερόλεπτα. Τότε ο χρόνος περισσεύει και είναι σαν η ζωή να μεγεθύνεται και να τρέχει. Τα μαλλιά της, τα νύχια της, μακραίνουν, και φαίνεται σαν να πέρασαν βδομάδες, μήνες... Είναι κάποιες μέρες που από μόνες τους συμπυκνώνονται και μπερδεύουν τα ρολόγια».
(Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από το βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. πατάκης).
>>>

Χαίρομαι πολύ που η τελευταία μας δυνατή εμπειρία ήτανε το διάβα του φαραγγιού· του μεγάλου φαραγγιού· απ' το πρωί στο δρόμο για τον Ομαλό και απ' το πρώτο χιλιόμετρο στο μονοπάτι η γκρίνια και το λύγισμα μπρος στα δεκάξι που υπολείπονταν· τότε που λέγαμε σχεδόν προφητικά ότι θα μπούμε στην είσοδο του φαραγγιού με ευρώ και θα βγούμε ποιος-ξέρει-με-τι, τόσο μεγάλο το πέρασμα, τόσο επίπονη η διαδικασία. Οι πονεμένες γάμπες, τα χτυπημένα νύχια, ο ζαλιστικός ήλιος και τα σερνάμενα πόδια, όλα γιατρεύτηκαν στη δροσερή θάλασσα του νότου κι ας έμειναν τα πιασμένα μέλη να δαγκώνουν μέρες μετά σε κάθε κατέβασμα σκαλοπατιού. Το ίδιο βράδυ, όταν κατάκοποι διαβήκαμε και την τελευταία πόρτα, αυτή του σπιτιού μας, στις τηλεοράσεις ο πρωθυπουργός ξεκινούσε το διάγγελμα για το δημοψήφισμα. Μετά οι μέρες κύλησαν τόσο γοργά, μα τόσο γοργά σαν σκάρτα δευτερόλεπτα.

>>>

Τούτη εδώ η ώρα, αυτό το ακροτελευταίο λεπτό του μήνα, γέννησε επίσημα ένα δίδυμο δευτερόλεπτο, ένα έξτρα δευτερόλεπτο, που έκανε το χρόνο αυτής της στιγμής να μεγεθυνθεί τόσο πολύ ώστε να χωρέσει να τρέξει στις στιγμές των μηνών που περάσαμε παρέα. Ελπίζω να καταφέρει έτσι να διορθώσει την «απόκλιση» που συσσωρεύτηκε μέσα μου, να επαναφέρει τους δείκτες μου, να ξαναρυθμίσει το χρονισμό μου σ' αυτόν τον τόπο, που τόσο όμορφα και απαλά είχε συντονιστεί στη μόνιμη παρουσία σας.

Χρωστάμε κάμποσες συναυλίες και μερικές ακόμα χιλιάδες βημάτων, Άκη και Χρύσα. Τούτο το ξεχωριστό δίδυμο δευτερόλεπτο, που κράτησε ίσαμε οκτώ μήνες, δυστυχώς εξαντλείται από στιγμή σε στιγμή· δίνει τη θέση του στο επόμενο λεπτό της επόμενης ώρας ενός άλλου μήνα, που θα μοιάζει σαν όλα τα άλλα που προηγήθηκαν πριν απ' αυτό. Στην επόμενη ευκαιρία θα τα προσπαθήσουμε όλα ξανά. Ως τότε υπομονή και δύναμη· το φαράγγι μας δείχνει τον τρόπο.

Κι άντε τώρα πάλι απ' την αρχή τα βήματα.


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

του ανέμου λόγια

«Μη μείνουμε μόνο να ρουφάμε μια ζωή τις ανάσες των βιβλίων, αντί για τα χείλη τα κερασένια κάποιας ξωθιάς», έφτασε με μια δόση ισχυρά ποιητική το μήνυμα του Αντώνη στο viber. Ήταν η απάντησή του στον δικό μου ενθουσιασμό από την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος του Ισίδωρου Ζουργού, Ανεμώλια· στα αναπάντεχα δάκρυα που φούσκωσαν στις κόγχες μου και μούσκεψαν το μαξιλάρι τούτο το μουντό απόγευμα.  Και σ' αυτό το εσώτερο άδειασμα που συνοδεύει την τελευταία σελίδα, λες και όλη η ζωντάνια μας εγκλωβίζεται στα κενά μεταξύ των σελίδων, ανάμεσα στις γραμμές και στα γράμματα, κάθε που κλείνει ερμητικά το οπισθόφυλλο και το βιβλίο παίρνει τη θέση του στη μικρή βιβλιοθήκη.

«Τα βιβλία σπάνια απογοητεύουν», σε αντίθεση με τους ανθρώπους ήθελα να πω, «η συντροφιά τους μένει τίμια ως το τέλος». Μα και ποιος δεν ορέγεται τέτοια χείλη! Ονειρεμένα..

Σαν τα όνειρα που αναφέρει η γλυκιά αφιέρωση της Μαρίνας, να τα ζω με μάτια ανοιχτά και χαμόγελα.

«Η κάθε μέρα που έρχεται μοιάζει με τον άνθρωπο· ο εικοσιτετράωρος κύκλος υπομνηματίζει, ή μάλλον υπαινίσσεται, τον ίδιο τον κύκλο της ζωής του. Τα πρωινά έχουν ένα βρεφικό ψέλλισμα, απ' τα πουλιά συνήθως, ένα αντανακλαστικό τίναγμα στα πόδια κι ένα κλάμα, όπως η ώρα που ξεκινούν τα αστικά λεωφορεία. Τα πρωινά έχουν ένα σαλιωμένο δάχτυλο και μια αθωότητα, γιατί ο άνθρωπος στο ωράριό του είναι ανεξίκακος, οι άνθρωποι αμαρτάνουν συνήθως την ώρα της σχόλης. Το μεσημέρι πάλι ταυτίζεται με το μεσουράνημα του ανθρώπινου κόπου. Το απόγευμα προοιωνίζεται τα γηρατειά, την απελπισία της μέσης ηλικίας, όπως είναι η δική μου. Το σούρουπο καλεί τον χάλκινο ύπνο».
σημειώνω από τις σελίδες του βιβλίου, τούτη ακριβώς την ώρα που στο ραδιόφωνο ο Neil Young κεντάει τις νότες σε παλιό αγαπημένο τραγούδι και ο εγκέλαδος κουνάει τραπέζια, τρίζει πιάτα και κεντρίζει συναγερμούς αυτοκινήτων, πενήντα ένα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα ακριβώς. Ρίχνω τη ματιά μου έξω από το στρογγυλό σαν φινιστρίνι παράθυρο της κουζίνας να επιβεβαιώσω ότι η γειτονιά στέκει στη θέση της. Τα μπαλκόνια παραμένουν σκοτεινά και ήσυχα, το κούνημα του σεισμού μάλλον νανούρισμα θα προκάλεσε παρά άκαιρο ξύπνημα. Όμως
«Οι ουρανίωνες θεοί δεν ησυχάζουν ποτέ και το εργαστήρι της μοίρας μας διανυκτερεύει».
όπως διανυκτερεύω τώρα κι εγώ γράφοντας αυτό το σημείωμα, αυτή τη μαρτυρία μεταξύ ξενυχτιού, σεισμού και ραδιοφώνου, παραβαίνοντας τον άγραφο εργασιακό κανόνα μου να μην αγρυπνώ εν μέσω βαρδιών.
«Η κάθε παράβαση των κανόνων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ξέσπασμα της εσωτερικής ελευθερίας. Η μοιχεία, το έγκλημα, η οδική παράβαση, ένα σκουπίδι σ' ένα καθαρό πεζοδρόμιο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αφροί της ψυχής όταν εκείνη είναι ταραγμένη, γιατί η κάθε μέρα είναι προπέλα που γυρνάει ακατάπαυστα και τη βασανίζει όπως τα καράβια τα νερά της θάλασσας».

Συμμαζεύω κι εγώ την κυματισμένη ψυχή μου κι οδεύω προς τον γλυκό -όχι βέβαια τον χάλκινο*, όχι ακόμη!- ύπνο. Να ετοιμαστεί για την αυριανή προπέλα που θα γυρνά για άλλη μια φορά ακατάπαυστα. Τσαλακώνω και πετώ το πηγαινέλα εισιτήριο του μετρό προς αεροδρόμιο που τέλεσε χρέη σελιδοδείκτη για μια βδομάδα στα Ανεμώλια*. Ρίχνω άλλη μια ματιά στην ολιγόφωτη γειτονιά απ' το φινιστρίνι της κουζίνας και σβήνω το φως. Συγκρατώ τα μάτια μου ανοιχτά και χαμογελώ, περιμένοντας τις ξωθιές και τα όνειρα. Μέχρι να 'ρθουν, και σαν τελευταία πράξη τούτης της μέρας, διαλέγω τον επόμενο Ζουργό από τη στοίβα των βιβλίων που μαζεύτηκαν στο κομοδίνο.


* χάλκινος ύπνος στην Ομηρική γλώσσα είναι ο θάνατος,
ανεμώλια είναι τα ανεμώδη λόγια, τα επιπόλαια.

Ισίδωρος Ζουργός, Ανεμώλια, εκδ. Πατάκη.


Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

όνειρο ήτανε

Ήτανε κάποτε περιπέτειες, με κυνηγητά στους δρόμους και πτώσεις από θεόρατα κτήρια· άλλοτε ερημικές περιπλανήσεις σε δάση και χαμένα μονοπάτια. Πότε πότε έρχονταν πρόσωπα από το παρελθόν και γέμιζαν δευτερόλεπτα στιγμών με χαμόγελα κι επιθυμίες. Ήτανε -σταθερά στα χρόνια- σκηνές απ' τα βιβλία που έμεναν μισάνοιχτα καθώς τα βλέφαρα έκλειναν κουρασμένα, περασμένα μεσάνυχτα.

Χθες για πρώτη φορά ήταν ένα αεροπλάνο. Ένα αεροπλανάκι δηλαδή, μινιατούρα, αλλά αληθινό στο σουρεάλ σκηνικό της τελευταίας νυχτερινής μου περιπέτειας. Ένα αεροπλανάκι που έλαχε στην προσοχή μου να το φέρω ήσυχα κι ωραία στο υπερ-αληθινό αεροδρόμιο μινιατούρα που έστεκε μπρος μου. Το παρακολουθούσα με προσοχή να πετάει στο κλειστό δωμάτιο, λευκό ήτανε το θυμάμαι. Και όταν κάποτε ευθυγραμμίστηκε στην τελική ευθεία για προσγείωση, το ξέχασα, χμ!

Θυμάμαι να πιάνω την κουβέντα με τη Μαρίνα και τη Στέλλα, την εκπαιδεύτρια και προϊσταμένη μου αντίστοιχα, με τις οποίες κάναμε βάρδια. Θυμάμαι επίσης να νιώθω τέτοια άνεση, τέτοια σιγουριά ότι όλα σε 'κείνη τη βάρδια πηγαίνανε ρολόι, ότι άρχισα να πατώ στα πόδια μου επιτέλους και φόβο να μην έχω.

Νίκο, μήπως ξέχασες κάτι; Ήρθε το ευγενικό καμπανάκι της Μαρίνας. Στην ερώτηση αυτή άρχισε ο νους μου να κάνει την ωραία εκείνη όπισθεν διαδικασία, μια αναδρομή δηλαδή, στα τελευταία δρώμενα. Το αεροδρόμιο, τα αεροπλάνα, τον έλεγχο. Και βλέπω νοητά ένα αεροπλάνο ξεχασμένο στην τελική διαδικασία για προσγείωση, το οποίο επειδή ποτέ δεν του μίλησα και δεν μου μίλησε, επειδή ποτέ δεν το μεταβίβασα για προσγείωση, εκείνο σβούριζε πάνω από το αεροδρόμιο ξανά και ξανά αναμένοντας άδεια προσγείωσης. Και τελικά στη νοητική ανασκόπηση που εκείνη την ώρα τελείωνε μπρος μου, το είδα να πέφτει με φλόγες στο διάδρομο.

Ήταν που είχα αρχίσει να αισθάνομαι σίγουρος, να πατώ στα πόδια μου. Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι αυτό στο οποίο πατούσα -σταθερά δήθεν- άρχισε να γκρεμίζεται σαν παγόβουνο που βυθίζεται με πάταγο στη θάλασσα.

Τα είχα κάνει θάλασσα.

Μα η Μαρίνα και η Στέλλα ατάραχες. Μια ηρεμία, μια ψυχραιμία, σαν να μην υπήρχε συμβάν, σαν να μην υπήρχε ατύχημα. Ωστόσο μια πλήρης απογοήτευση αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους. Που αποδεικνυόμουν λίγος γι' αυτό το έργο, που δεν είχα καταφέρει ένα έρημο αεροπλανάκι να φέρω σωστά στον προορισμό του. Ένα αεροπλανάκι που αποκαλύφθηκε ότι ήταν υπό τον πλήρη έλεγχό τους, σ' ένα τύπου virtual reality εξομοιωτή που έπαιζε μπρος μας.

Μάζεψα τα μπογαλάκια μου και έφυγα γι' άλλη παραλία.

Φορτωμένος με τη μνήμη της πρόσφατης ολοκληρωτικής αποτυχίας μου, βρέθηκα να περπατώ ειρηνικός, σχεδόν ευτυχισμένος, στην οδό Αλεξάνδρου Σβώλου στη Θεσσαλονίκη, τον ωραιότερο ίσως δρόμο του κέντρου της πόλης. Έναν δρόμο κατάφυτο από εσπεριδοειδή και γιγάντιες ροδιές, βαρυφορτωμένες με τεράστιους καρπούς που έγερναν απ' τα κλαδιά σαν πορτοκαλιοί ήλιοι. Ελαφροπατούσα στο μαλακό χώμα ανάμεσα σε χωράφια με ξύλινους φράχτες, καλησπέριζα γνωστούς και αγνώστους στο διάβα μου προς την αγια-Σοφιά, ανοιγοκλείνοντας -με τον κωδικό που απασφαλίζει την πόρτα του Πύργου στο αεροδρόμιο- τα ξύλινα πορτόφυλλα...


Είσαι στο σωστό δρόμο. Εγώ ακόμα βλέπω! Ήρθε αμέσως η σχεδόν στοργική απάντηση της Στέλλας, όταν της εξιστόρησα τα δρώμενα της περασμένης βραδιάς. Και ψέματα θα σου πει, όποιος δεν έχει δει παρόμοια. Μου έμεινε όμως λιγάκι, όπως πάντα μένει σαν απτή επίγευση η επιρροή ενός τόσο έντονου ονείρου, μου 'μεινε αυτή η αίσθηση της απογοήτευσης, της αποτυχίας. Αλλά και της αποφασιστικότητας τίποτα να μην ξεφεύγει πλέον της προσοχής μου.

Μου 'μεινε και η αίσθηση της παραδεισένιας Θεσσαλονίκης. Με τις λεμονιές και τα ρόδια σαν ήλιους. Το ξάνοιγμα της ονειρικής Σβώλου προς την αγια-Σοφιά και η γαλήνη στην καρδιά μου. Σ' αυτήν την πόλη έχει αποθέσει πράμα η καρδιά μου.

Μα και η γενναιότητα να πατήσω ξανά τον κωδικό που ξεκλειδώνει την πόρτα, που με επαναφέρει δυναμικά στο χώρο του "φόβου" και της ευθύνης μου. Εκεί που ευτυχώς θα συνεχίσουν να με περιμένουν υπομονετικά η Μαρίνα και η Στέλλα. Πόσο χαρούμενος είμαι που τις έχω να με προσέχουν.

Τούτη η ανάρτηση ολο-δική τους.


Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

every summer has its sunset

Διέσχισαν τον δρόμο, δρασκέλισαν τις μάνικες του νερού που φιδογύριζαν ακόμα προς το φλεγόμενο κτίριο.
«Πότε έπαψες να την αγαπάς;» 
Προχώρησε λίγο προτού επιβραδύνει το βήμα του και χαλαρώσει κοιτάζοντας ίσια μπροστά του.
«Ποτέ δεν παύεις ν' αγαπάς. Ο άλλος παύει να σ' αγαπάει, αυτό είν' όλο. Και μετά γαντζώνεσαι απ' τα κλαδιά, πείθεις τον εαυτό σου για τη λήθη. Αν είσαι τυχερός αφήνεσαι σε μια άλλη περιπέτεια, σε ένα άλλο χαμόγελο. Όσο για το αν παύεις ν' αγαπάς, άσ' το, είναι μια άλλη ιστορία...»
[♪] We live and die like all the rest
every summer has its sunset every year [♪]
Πλησίασαν στα αυτοκίνητα και μπήκαν μέσα. 
Θα 'θελε να της πει ότι μετά την κατρακύλα οι άντρες μαθαίνουν ξανά να βαδίζουν μόνοι. Μήνες ολάκεροι αναμοχλεύοντας τις αναμνήσεις, υπερνικώντας τον θυμό, το γινάτι. Μήνες και μήνες, σαν αργόσυρτη ανάρρωση από βαριά αρρώστια. Και μετά βγαίνεις μουδιασμένος, διστακτικός, κάπως γερασμένος. 
Αργότερα ξαναβρίσκεις τις κινήσεις σου. Δίνεις το χέρι, γίνεσαι ποθητός, προσφέρεις τα μισάνοιχτα χείλη σου. Παίζεις το ρόλο του γόη, του αρσενικού που η άλλη -η καινούρια- περιμένει ν' ανταμώσει το απόβραδο. Γίνεσαι ο πρωταγωνιστής της δικής σου επιβίωσης, ξέρεις απέξω όλες τις σκηνές, τους ρόλους, τα ανοίγματα της αυλαίας. Ο έρωτας είναι μια κωμωδία με αποχρώσεις τραγωδίας. Όταν σε παραμερίζει, όταν ο άλλος κλείνει την πόρτα και δεν ξαναγυρίζει, η φλόγα παραμένει εκεί σαν την κατασιγασμένη ανθρακιά, έτοιμη να φουντώσει με την πρώτη ευωδιαστή πνοή του αγέρα.
[♪] And I loved you long ago, and I love you still,
but the roads that we have travelled took us far apart,
someday we will find the time to heal [♪]
Δεν παύεις ποτέ ν' αγαπάς. Ποτέ.
Αυτό ήθελε να της πει προτού τα αμάξια ξεκινήσουν και χαθούν μες στην υγρή πόλη.

* Συνέπεσε η ανάγνωση της καινούριας noir έκδοσης του Καστανιώτη, Το φιλί του θανάτου του Ζιλ Βενσάν, με την αφιέρωση που μας έκανε ο Μάκης Προβατάς κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας του Απρίλη: Acoustic song του Bruce Dickinson. Η σύνδεσή τους αναπόφευκτη!