Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Βροχές



Είσαι πολύ τυχερός που βρέχει σήμερα, το βράδυ που αποφάσισες να γράψεις την ιστορία της περασμένης άνοιξης, αν και δεν είναι εύκολο να γράψεις μια ιστορία όταν δεν είσαι σίγουρος ότι έχει τελειώσει, όταν ο ιστός της μπορεί ακόμα να πλέκεται μέσα σ' ένα φευγαλέο όνειρο ή στο σχήμα ενός σύννεφου και, πάντα, στην άκρη ενός λυγμού.

Αν θέλω να διηγηθώ την ιστορία, πρέπει να μείνω συγκεντρωμένος και ψύχραιμος, να εκμεταλλευτώ την ασφάλεια που μου δίνει ο μικρός χώρος, να γράψω παρά τη βροχή, τα μάτια και τα χέρια πάνω στα χαρτιά, ν' αδιαφορήσω για τα υγρά νεύματα στο παράθυρο, να θυμηθώ τα πάντα με τη σειρά. Δεν γκρινιάζω -γιατί να το κάνω;- το μόνο που θέλω είναι να γράψω για όλα αυτά, να τα γράψω, να τα κρατήσω για πάντα, ξέρω πως θα τρελαθώ αν ξυπνήσω ένα πρωί ύστερα από χρόνια και διαπιστώσω ότι έσπασε ο κόκκινος κρίκος, ότι στέγνωσαν τα βρεγμένα της μαλλιά, ότι χάθηκε ο γλυκός πανικός.

Το ξέρω, δεν είναι εύκολο να είσαι ειλικρινής γράφοντας, δεν ξέρεις τι έχεις ζήσει και τι όχι, προσπαθείς με τις λέξεις να εξιχνιάσεις ένα μυστήριο, κι όσο σκοντάφτεις, τόσο πεισμώνεις, δοκιμάζεις διαφορετικές εκδοχές, άλλα ενδεχόμενα για το παρελθόν, ανασύρεις στιγμές, αλλά στο χαρτί εμφανίζονται αόριστες μυρωδιές. Κι όμως, δεν πρέπει να τα παρατήσεις, πρέπει να παρηγορηθείς, να ξαναζήσεις μια τέτοια άνοιξη, μια άνοιξη που δεν θα 'ναι άνοιξη, μια άνοιξη με φθινοπωρινό φέρσιμο, γεμάτη αμυγδαλιές, αλλόκοτους χορούς και ξαφνικές βροχές. Συνέχισε..


Today's Soundtrack:
Monika - "Never"
"But I'm alone again,
as we're whispering goodbye
can't be forever.
But I'm a fool again,
as we're staring at the end
can't be forever.
Oh tell me, tell me it's all right"


Δεν είχα σκοπό ν' ανοίξω, ένας πολύ παλιός φόβος με πολιορκούσε από εκείνη τη μέρα, όμως μου φάνηκε ότι σιγά σιγά τα χτυπήματα στην πόρτα μετατράπηκαν σ' ένα απαλό γρατζούνισμα, σ' έναν γλυκό ψίθυρο, σαν κάποιο ζώο κυνηγημένο απ' τη βροχή να ικετεύει ένα χάδι. Δεν έπρεπε να το κάνω -όχι επειδή το απαγόρευαν οι κανονισμοί-, δεν έπρεπε να της ανοίξω επειδή τα μάτια της με προειδοποίησαν. Χρειάστηκε ένας ολόκληρος χρόνος για να καταλάβω ότι το λάθος έγινε εκείνο το τρομερό δευτερόλεπτο, τότε όμως δεν ήταν δυνατόν να υποψιαστώ πόσο επικίνδυνο είναι να παρασύρεσαι από ένα βλέμμα που αναζητά συνένοχο, από μια ανάγκη που θέλει να κουρνιάσει στην πρώτη αγκαλιά που θα συναντήσει.

Γιατί της άνοιξες; Σε ρώτησα γιατί της άνοιξες..
Δεν φαίνονται όλα, μικρέ μου, κάνουμε κάτι δύσκολο και, για να το κάνουμε καλά, χρειάζεται πειθαρχία, αναλγησία, σκληρότητα, ο κόσμος είναι σκληρός, γι' αυτό κι εμείς πρέπει να είμαστε σκληροί, όχι να φαινόμαστε, να είμαστε σκληροί, να μην παραδεχόμαστε την ανημπόρια, να μη μας παρασύρουν οι ψεύτικες λύπες. Κατάλαβες τώρα γιατί δεν έπρεπε να της ανοίξεις την πόρτα;


Το επόμενο απόγευμα μου χάρισε το μηχανικό μολύβι. «Για να υπογραμμίζεις αυτά που πρέπει να θυμάσαι», μου πέταξε και έτρεξε μακριά. Αυτό το μολύβι χρησιμοποιώ τώρα, γλιστράει στο χαρτί, με δυσκολία το συγκρατώ, μερικές φορές βιάζεται να πάρει τις λέξεις απ' το μυαλό μου και να προχωρήσει πιο γρήγορα απ' όσο πρέπει, πιο γρήγορα απ' όσο αντέχω.

Είδες που όλα σε επισκέπτονται σιγά σιγά; Είδες που θυμάσαι ακόμα; Που θυμάσαι μέχρι και τη γεύση του τσαγιού που σου έφτιαξε; Βανίλια. Ο φόβος σου φταίει, από πάντα φοβόσουν να προσέξεις όσα σ' εμπόδιζαν να νανουρίζεσαι απ' τις ανόητες ελπίδες σου. Αν είχες τολμήσει να τη ρωτήσεις τότε, εκείνο το βράδυ της βανίλιας, μπορεί και να μη ζούσες σήμερα σ' έναν τόσο κλειστό κόσμο. Είδες πόσο εύκολα μπορώ να μπω στο μυαλό σου;

Ήταν τόσο όμορφη την περασμένη άνοιξη. Οι εικόνες των πραγματικά ωραίων γυναικών δεν ξεθωριάζουν εύκολα, και η εικόνα της να γελάει κάτω απ' τις περσινές βροχές δεν θα ξεθωριάσει ποτέ.

Αγόρασα δυο κρουασάν με σοκολάτα απ' το περίπτερο, ανέβηκα στο δωμάτιό μου, άναψα το μικρό αερόθερμο και χώθηκα στις κουβέρτες. Εκείνο το βράδυ έμεινα νηστικός από λύπη.

Θυμάσαι ότι περπάτησες πολύ εκείνη τη νύχτα, δεν μπορεί να μην το θυμάσαι, ήθελες να σκεφτείς, ήθελες να καταλάβεις τι σκατά συνέβαινε, πού οφειλόταν η γοητεία της, ποια αύρα τη σήκωνε, τη χάιδευε, την έπαιρνε μακριά σου.

Δεν αποκλείεται εκείνη να ήταν η στιγμή που πέρασε απ' το μυαλό μου η ιδέα ότι θα τολμούσα τα πάντα για να την αποκτήσω. Έφυγα περπατώντας στις μύτες και χρειάστηκε να περπατήσω πάρα πολύ μέχρι να πείσω τον εαυτό μου πως, αν έδειχνα την απαραίτητη υπομονή, θα την έκανα να μ' αγαπήσει.

Το πρόβλημα δεν είσαι εσύ. Είμαι βέβαιος ότι θα έβρισκες τον τρόπο, τη μέθοδο, την ισορροπία. Είσαι γλυκός και αγαθός. Και νέος. Και οι νέοι θέλουν να δοκιμάζουν.

Σε πιστεύω, όμως, σε πιστεύω παρά τα πολλά "μάλλον" και "ίσως". Ξέρω τι σημαίνει να φεύγεις σαν κυνηγημένος χωρίς να φταις. Αλλά δεν έγραψες τι έκανες μετά, γιατί; Το ξέχασες ή φοβήθηκες να το γράψεις; Δε θυμάσαι; Ας πούμε πως σε πιστεύω.


***

Δεν έχει λογική το γράψιμό σου, κατάλαβέ το. Ό,τι έχεις γράψει μέχρι τώρα είναι θολό. Ξεκίνησες να γράφεις για να οργανώσεις το παρελθόν, για να μου αποδείξεις ότι είσαι ο μόνος που δεν έφταιξε, ο μόνος που δεν αμάρτησε, φυσικά χρειάζεται να το αποδείξεις πρώτα στον εαυτό σου και μετά σ' όλους τους άλλους, και για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα να βάλεις στη σειρά τις βροχές της περασμένης άνοιξης, έτσι είπες κι έτσι συμφωνήσαμε. Κι εσύ γράφοντας ξεγλιστράς σαν τα πράσινα χέλια του νησιού Σαλ στο Κάπο Βέρντε, κανέναν δεν θα πείσεις έτσι, ούτε καν τον εαυτό σου. Αποφάσισε να σοβαρευτείς, δεν μπορώ να περιμένω πολύ. Ημερολόγιο πρέπει να γράψεις, όχι μια δακρύβρεχτη ερωτική ιστορία. Σου το είπα απ' την αρχή, άλλο οι βροχές κι άλλο τα δάκρυα, τα δάκρυα θολώνουν τους καθρέφτες.

Αυτό θα κάνω. Και θα είμαι τίμιος με τα κενά της μνήμης μου, ό,τι δεν θυμάμαι θα λέω «εδώ δεν θυμάμαι, αυτό δεν υπάρχει πια».

Ευτυχώς που η βροχή είχε σταματήσει και μπόρεσες να περπατήσεις χωρίς προφυλάξεις, μετρώντας τις λίμνες κάτω απ' τα φώτα που έσταζαν και τινάζοντας σταγόνες απ' τα φύλλα των θλιβερών δέντρων. Μαντεύω σωστά, ε; Έτσι δεν έγινε; Απορώ μαζί σου μερικές φορές, τόση αφέλεια.. Βάζω στοίχημα ότι, προσπαθώντας να κοιμηθείς στο μονό σου κρεβάτι, έφερνες στο μυαλό σου τον χάρτη των νησιών, από 'κει που είχες αποφασίσει ότι θα ξεκινούσατε την καλοκαιρινή σας περιπέτεια. Σήκω και κοίταξέ με.. το βρήκα ε;

Πρέπει σιγά σιγά να ελαττώσω τη φλυαρία, ο καιρός τελειώνει, όλα φαίνεται πως τελειώνουν εκτός απ' τις βροχές. Βρέχει και τώρα που γράφω..

Μακάρι να είχα ένα μαγνητόφωνο, έτσι μόνο θα ήταν δυνατόν να μεταφέρω, όχι τόσο αυτά που μου έλεγε, τα λόγια δεν ήταν πολλά και άλλωστε τα θυμάμαι ακόμα, όχι, να μεταφέρω τον τρόπο, τις παύσεις, το λαχάνιασμα, το πώς κινούσε τα μακριά δάχτυλα όταν δεν μιλούσε, και κυρίως, τον ήχο της σπασμένης σιωπής. Ήταν βέβαια και το βλέμμα. Όχι, όχι το βλέμμα, πάλι δεν είμαι ακριβής, όχι το βλέμμα αλλά ο τρόπος που ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα.

***

Δεν έχω πολύ χρόνο, το νιώθω. Δεν είναι ότι κάτι με πιέζει, όχι, ο μέσα μου χρόνος τελειώνει, ακούω το "τικ-τακ". Θυμάμαι ότι άναψα όλα τα φώτα στο σπίτι. Για να μη με πάρει εύκολα ο ύπνος, είπα. Έβαλα το κεφάλι μου κάτω απ' τη βρύση για τον ίδιο λόγο. Δεν τα κατάφερα. Μόλις ξανάρχισε να βρέχει, κοιμήθηκα. Όχι από κούραση, από παράπονο κοιμήθηκα.

Τι έγινε; Φοβάσαι να γράψεις τα υπόλοιπα; Μα εδώ είναι το ζουμί!

Δεν τα θυμάμαι όλα καλά, αλήθεια λέω, είναι μερικά που φεύγουν, που διαλύονται σαν σκόνη, που πετάνε στην άμμο όταν φυσάνε οι νοτιάδες, δεν είναι δικαιολογία, δεν τα θυμάμαι όλα, τ' ορκίζομαι, υπάρχουν κενά, αλλά θα συνεχίσω να γράφω κι ο καθένας ας βγάλει το δικό του συμπέρασμα, ας αποφασίσει.

Το ξέρω πως τα γράφω όλα αυτά για να επιβραδύνω τα γεγονότα, για ν' απομακρύνω τη στιγμή που θα πρέπει να εξηγήσω τους λόγους, τις αιτίες που με οδήγησαν σήμερα εδώ, να κοιτάζω τα τρελά σύννεφα έξω απ' το παράθυρο και να πιέζω το μηχανικό μολύβι στο χαρτί.

Μη σταματάς, την αλήθεια, την αλήθεια θέλω!

***

«Πέθανε;»
«Ναι».
«Τι έκανες μετά;»
«Ντύθηκα, τράβηξα την πόρτα και ήρθα εδώ με τα πόδια. Δεν με είδε κανείς, είμαι σίγουρη».
«Και τώρα;»
«Θα μείνω μαζί σου».
«Δεν ήξερα..»
«Και τώρα που ξέρεις;»
«Τι πρέπει να κάνω;»
«Αν σε ρωτήσουν.. μην ανησυχείς. Όλους θα μας ρωτήσουν».

Δέχτηκα να την καλύψω. Έβαλα όμως έναν όρο: να γίνει για πάντα δικιά μου. Είπε "ναι". Η αγωνία στα μάτια της ήταν αληθινή. Η ιστορία της, δεν ξέρω.. Δεν θυμάμαι πια.

***

Δεν μιλάμε ποτέ πια για τα γεγονότα της περασμένης άνοιξης. Έγραψα τις τελευταίες σελίδες επειδή τον τελευταίο καιρό βλέπω άσχημα όνειρα. Αλλά και εκτός απ' τους εφιάλτες, δεν είμαι πολύ καλά. Δε μου μιλάει πολύ. Με κανέναν δεν μιλάω τον τελευταίο καιρό. Μόνο με τον καθρέφτη μου..

Γιατί αμφιβάλλεις; Φταίνε οι εφιάλτες;

Μπορεί.

Νομίζεις ότι σου είπε ψέμματα;

Δεν ξέρω.

Να κάνω υποθέσεις; Διάβασα προσεκτικά το ημερολόγιό σου και νομίζω ότι υπάρχουν πολλά ενδεχόμενα.

Όλα γίνονται.

Σκέφτηκες την πρότασή μου;

Ποια πρόταση;

Ν' αλλάξεις ζωή. Αλήθεια, πώς το φαντάζεσαι το μέλλον σου; Μάλλον δεν το φαντάζεσαι καθόλου, δεν τολμάς να το φανταστείς. Ενώ εγώ.. εγώ σου προτείνω το φως.

...

Λοιπόν, τι διαλέγεις; Την αλήθεια θέλω, με το χέρι στην καρδιά.. Έλα, στον καθρέφτη σου μιλάς!

***

ΥΓ. Άρχισε πάλι να βρέχει. Η μικρή μου κοιμάται τώρα στο κρεβάτι της. Δεν ξέρω αν θα την καταφέρω να μ' αγαπήσει. Θα περιμένω πάντως. Πόσο, άραγε, μπορείς να περιμένεις κάποια; Στα μέρη μου λένε ότι μια ζωή φτάνει. Αρκεί οι βροχές της να είναι καλές.


* Σου διάβασα αποσπάσματα, κατάλληλα διαλεγμένα και συνδυασμένα, από το διήγημα του Σέργιου Γκάκα «Βροχές», της συλλογικής έκδοσης αστυνομικών ιστοριών «Ελληνικά Εγκλήματα 2» (Καστανιώτης, 2008). Κι άμα σου άρεσε, θα σου διαβάσω κι άλλα!

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Όλα καλά θα πάνε..


«Για το καλό σου!»
Ε, δεν άντεξε άλλο! «Ποιο "καλό" μου, καλέ! Και πού ξέρεις εσύ το καλό μου;» Ποιος πλην Θεού το ξέρει άραγε, αναρωτήθηκε και φούσκωσε από τσατίλα κι εγωισμό ταυτόχρονα (μαζί πάνε τα δυο τους, αχώριστα), κλωτσώντας ό,τι βρήκε στο διάβα του. Και ποιο είναι αυτό το περίφημο "καλό" τελοσπάντων; Για έναν κλέφτη, να τον χώσουν στη φυλακή ή να ξεφύγει; Για ένα φτωχό, να πλουτίσει ή να μείνει στην ψάθα; Για ένα φοιτητή να ξεπετάξει τα μαθήματα σε χρόνο dt ή να μεστώσουν μέσα του εμπειρίες και γνώσεις; Για έναν άνθρωπο, να δώσει ή να πάρει, να συμβιώσει ή να απομακρυνθεί;
Θυμήθηκε μετά και το γνωστό τραγούδι του Μηλιώκα, που σ' ένα ξέσπασμα μπουχτίσματος από συμβουλές "για το καλό του", ο χαρακτήρας ένιωσε να χάνει στο τέλος το μυαλό του.. Εκείνος το είχε ακόμα ή τουλάχιστον αυτό νόμιζε.

«..κι όλα θα πάνε καλά»
Ένας ευφυέστατος πολιτικός έλεγε κάποτε ότι "ο καλύτερος τρόπος να πει κανείς ψέμματα είναι να μιλήσει γενικά". Και ο πιο σίγουρος, σίγουρα! Κι ο δεύτερος καλύτερος τρόπος πρέπει να 'ναι να πιστέψεις ή να πεις ότι όλα θα πάνε καλά. Εμ δεν πάνε πάντα!
Σαν την ιστορία του Φερνάντο Πεσσόα με το κοριτσάκι, σκέφτηκε, που συνέχεια άκουγε ότι το αύριο θα είναι καλύτερο. Στο σχολείο απ' το δάσκαλο, στην εκκλησία απ' τον παπά, στο σπίτι απ' τον πατέρα. Μα το καημένο έβλεπε τριγύρω του πείνα, δυστυχία, κρύο, θάνατο κι ένα μάτσο δυνάστες να σπάζουν τον πατέρα του κάθε μέρα στο ξύλο. Κι εκείνος ξεροκέφαλος πεισματικά να επαναλαμβάνει "θα έρθει και το αύριο".
Μπερδεύτηκε..

«Όλα για καλό συμβαίνουν»
Άρχισε πλέον να μπαίνει στο ζήτημα και μια διάσταση πιο μεταφυσική, πιο μυστηριακή. Κι άρχισε να συμβιβάζεται με την ιδέα ότι, ναι, μπορεί σ' ένα σύνολο όλα να συμβαίνουν για κάποιο λόγο, που μπορεί να μην είναι και απαραίτητα κακός, που -άντε- υπό περίπτωση θα μπορούσε να μοιάζει ολίγον τι καλός, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι όλα συμβαίνουν για το καλό του καθένα ξεχωριστά! Αλλιώς ο κακός δε θα γινόταν ποτέ χειρότερος, κι ούτε θα χαλούσε ο μέτριος.

Τότε ένα φωτάκι άναψε αχνό πίσω απ' την ομιχλώδη συλλογιστική του και εξέπεμψε σαν πιθανή σκέψη. Ότι «από όλα μπορεί να βγει καλό». Μα ναι, βέβαια! Φυσικά και μπορεί. Δυνητικά, ναι. Αλλά να που δε συμβαίνει πάντα. Και δε συμβαίνει γιατί συμμετοχή στο δρώμενο έχει και το ξερό ανθρώπινο κεφάλι. Που μένει μπερδεμένο σε σκέψεις και συλλογισμούς και μετρήσιμες παραμέτρους. Μένει αδρανές, μπλοκαρισμένο από φόβους και εσωτερικές ανασφάλειες. Μένει κολλημένο σε στερεότυπες εικόνες και λέξεις, που μια φορά είδε, μια φορά άκουσε, για πάντα αποφάσισε.
Και δε συμβαίνει γιατί συμμετοχή στο δρώμενο δεν έχει πλέον η καρδιά και το ήξερε καλά αυτό. Για το καλό του μπορεί να έχασε το μυαλό του, αλλά γιατί να ξεχάσει την καρδιά του; Τη μόνη που με ασφάλεια δείχνει, τη μόνη που με ασφάλεια κατευθύνει. Και δε μπλοκάρει η καρδιά, δε σταματάει να νιώθει, αρκεί να απεμπλακεί απ' τα ζαλισμένα γρανάζια της σκέψης.

Ανακουφίστηκε που ξαναβρήκε μέσα του ένα μπούσουλα που μπορούσε να εμπιστευτεί.

Μα δεν κράτησε πολύ. Ήταν το μήνυμα στο κινητό που τρέλανε με μιας το χάρτη και το μπούσουλα.. «να περνάς καλά!»

* Στη φωτογραφία είναι το εξώφυλλο μιας συλλογής διηγημάτων (εκδόσεις Καστανιώτης, 2012), που κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι στο τέλος όλα μοιάζουν να πάνε καλά. Καλά για ποιον; Αφήστε, δε θα πάρω, και ως εκ τούτου δε θα μάθω!

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Το sms του Ιουλίου


Οι άνθρωποι θεωρούν πολύ σημαντικά τα προβλήματά τους όταν δεν έχουν άλλα σοβαρότερα να αντιμετωπίσουν.

Με τον ίδιο τρόπο που δίνουν και στην ασημαντότητά τους αξία.


* Από το βιβλίο της Μαρλένας Πολιτοπούλου, «Η μνήμη της πολαρόιντ» (εκδόσεις Μεταίχμιο).
** Στη φωτογραφία η νεαρή τραγουδοποιός Κατερίνα Παπαχρήστου. Βρήκα τη φωτογραφία εδώ. Έμοιαζε ταιριαστή.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Polaroid






«Είναι σημαντικό να μπορείς να σταθείς πάνω σ' έναν τόπο. Να έχεις ρίζες που σε βαστούν σ' αυτό τον κόσμο, είτε βρίσκεσαι στην Ελβετία είτε πάνω σ' ένα σκάφος. Να ξέρεις πως, αν τραβήξεις τις ρίζες σου, σαν ένα καλώδιο που το ξηλώνεις για να βρεις από πού ξεκινάει, θα σε οδηγήσουν σ' έναν τόπο, σε μια θέα, στη σκιά ενός δέντρου».

Δείλιασα μα είπα να το δοκιμάσω. Και τι έχω να χάσω.. Να ξηλώσω το δικό μου καλώδιο να δω από πού ξεκινάει, ν' ακολουθήσω τις ρίζες μου να ανακαλύψω από πού τρέφονται, από πού πηγάζουν. Κι άρχισα λοιπόν να τραβάω..

:Today's Soundtrack
«Κοντραπούντο»
Άλκης Αλκαίος | Σωκράτης Μάλαμας
,Πάντοτε έψαχνα ένα δρόμο να σε φτάσω"
,τρέχεις αδιάκοπα και τίποτα δεν τρέχει
,μα συνεχίζω κι ας βρεθώ ξανά στον άσσο
"κανείς δε χάνει μια ζωή που δεν την έχει

«Η μνήμη των ανθρώπων είναι σαν της πολαρόιντ, ξεθωριάζει με τα χρόνια».
Ήθελε λίγο κόπο παραπάνω, ναι. Να βρεθούν τα πρώτα βήματα, να διαβαστούν τα ξεθωριασμένα σημάδια. Βάζοντας όση δύναμη υπήρχε σκουριασμένη στις αποθήκες ισχύος μου, βάλθηκα να τραβώ και να ψάχνω, να ξαναζωντανεύω πεθαμένες θύμισες.
«Όσοι ασχολούνται με το έγκλημα γνωρίζουν πως για πολλά συμβάντα φταίει το γεγονός πως κάποιοι δεν μπόρεσαν να ξεχάσουν. Η κοινωνική επιβίωση στηρίζεται συχνά στην επιλεκτικότητα της μνήμης».
Ελάχιστη η δύναμη που μάζεψα. Μήπως να τα παρατήσω; Μήπως το σκάλισμα στην αρχαιολογία της ζωής μου δε θα ξέθαβε και τίποτα το σπουδαίο; Κι ας φαινόταν να αντιστέκεται το καλώδιο σαν να 'χε ριζώσει σε κάτι μεγάλο.
«Από ένα σημείο κι έπειτα ζούμε με τις μνήμες μας και ό,τι μας βοηθάει να κρατιόμαστε από τη μεριά της ζωής χωρίς να προδίδουμε το παρελθόν».
Μα ποιος δε θα το 'θελε αυτό. Να κρατηθεί από τη μεριά της ζωής συμφιλιωμένος με το παρελθόν του. Και τι παρελθόν ε.. Γεμάτο τρέλα και εμπειρίες και γεύσεις ανεπανάληπτες, αλλά και όμορφες στερήσεις. Απ' αυτές που σε κρατούν τώρα ελεύθερο. Και όνειρα.. αχ, όνειρα! Ότι κάποια στιγμή θα.. ότι θα 'ρθει μια μέρα να.. ότι όταν μεγαλώσω θα καταφέρω να.. ότι ως τα ** χρόνια θα έχω..

Δεν ήθελε και πολύ -μ' αυτά και μ' αυτά- να συνειδητοποιήσω ότι δεν ήτανε το παρελθόν αυτό που έτρεφε τις ρίζες μου, μα τα γενναία όνειρα που πάντοτε έκανα για το μέλλον. Αμέτρητα, αχόρταγα, ανεξίτηλα όνειρα που πλημμύριζαν το εκάστοτε τώρα μου, με φόντο ένα ανυπόμονο μέλλον.

Και τελικά τα παράτησα. Δε συνέφερε το ξεθάψιμο. Όχι τούτη την ώρα τουλάχιστον. Αντιστεκόταν και το καλώδιο σαν να 'χε ριζώσει σε κάτι τεράστιο. Μια πηγή ατόφιας δύναμης; Μια καλά απωθημένη μνήμη ίσως; Ή ένα κούτσουρο βαρύ σαν το ξερό μου το κεφάλι;
«Το να προσπαθείς απεγνωσμένα να είσαι ένας κανονικός άνθρωπος σε κάνει σακάτη στην ψυχή».
* Τα επιλεγμένα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο της Μαρλένας Πολιτοπούλου,  «Η μνήμη της πολαρόιντ» (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Περικοπές ενός απόκρυφου ευαγγελίου


Στο είπα τις προάλλες στο τηλέφωνο μα πάλι δε με άκουσες, σαν τότε, εκείνη τη μέρα που ο μήνας είχε τριπλώσει το 9.

Η ζωή δεν είναι τραίνο, αρπάχτηκες απ' τη χειρολαβή, μπήκες, κάθισες και φύγαμε. Σταθερά κουμπωμένοι πάνω στις ράγες και βουρ όπου μας βγάλει. Δεν είναι καν αεροπλάνο η ζωή, ούτε καράβι όπως θα 'θελαν πολλοί, αγανακτησμένοι να διώξουν από πάνω τους την ευθύνη της αποτυχίας. Δε φταίει το ταραγμένο νερό, ούτε ο άνεμος που δέρνει. Ούτε το τραίνο που δε σταμάτησε στο σταθμό που ήθελες, κι ας τράβηξες το φρένο.



Today's Soundtrack:
«Περικοπές ενός απόκρυφου ευαγγελίου»
Χρήστος Θηβαίος
"Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα,
όλα πάνω στην άμμο χτίζονται..."



Είναι άμμος η ζωή. Ελάχιστη και ασταθής στη μικρότητά της, απέραντη και παντοτινή στην ολότητά της. Κυμματιστή, σιμιγδαλένια άμμος, στον ήλιο χρυσή, στο σκοτάδι ύπουλη, στο βούρκο λάσπη. Κι εμείς είμαστε δυο χέρια που την κρατούν στη χούφτα, την αναμοχλεύουν, την πασπατεύουν. Δυο χέρια που πασχίζουν να κάνουν τους κόκκους της να σμίξουν, να κολλήσουν, δουλεύοντας το σχήμα της ζωής μας.

Κανείς δεν είναι της γης το αλάτι
κι όμως όλοι μας μες στη ζωή
κρύβουμε αυτό το ανεκτίμητο κάτι
.που είναι το αλάτι της για μια στιγμή

Και θέλει κόπο το σμίλεμα, δεν είναι υπόθεση στιγμής. Θέλει ιδρώτα να δένει το μίγμα, θέλει δάκρυ να αρωματίζει τις στιγμές. Δεν φτιάχνεται αλλιώς αυτό το ανεκτίμητο κάτι, παρά μόνο με κόπο και πόνο. Μην τον φοβάσαι τον πόνο, είναι το πολυτιμότερο συστατικό στα ταλαίπωρα χέρια που ακούραστα πλάθουν.

,Όσοι αγαπάνε τη ζωή ξοδεύονται
.δίνονται, κι είναι αυτό που μετράει

Τον φόβο να φοβάσαι. Το φόβο εκείνο που ξεπηδά μες στα όνειρα και τα μαγαρίζει. Τον φόβο που φυτρώνει στις πιο όμορφες και εύφορες επιθυμίες και τις δηλητηριάζει. Τον φόβο που ποτέ δεν φυλάει τα έρ'μα, μα τα στέλνει βίαια-τσακισμένα στα λιμάνια της μοναξιάς, εξαντλημένα, χωρίς δόσιμο, χωρίς ξόδεμα, χωρίς προσφορά. Όταν ζεις με κίνητρο και κριτήριο το φόβο, ο φόβος θα είναι η ζωή σου.

Ευτυχισμένοι, τέλος, όσοι αγαπάνε
,κι όσοι αγαπιόνται δεμένοι σφιχτά
ευτυχισμένοι κι όλοι όσοι μπορέσαν
να ξεπεράσουνε αυτά τα δεσμά

Έλεγε κάποιος κάποτε ότι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο είναι να τον αγαπούν. Αν απολέσει αυτό το επίπεδο τότε το δεύτερο καλύτερο είναι να τον εκτιμούν και αν κι αυτό δεν ισχύει, τότε ας είναι να τον φοβούνται. Μη φτάσεις να σε φοβούνται. Μην υποτιμάς την αγάπη, ούτε την εκτίμηση προς το πρόσωπό σου να περιφρονείς. Είναι το μόνο, η αγάπη, που σαν να πετρώνει την άμμο, στεριώνει τη σύντομη ζωή.

Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα
...όλα πάνω στην άμμο χτίζονται

Και αμφιβολία μην έχεις καμία γι' αυτό.

Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο..
σαν να 'τανε η άμμος πέτρα


* Ανάρτηση-μνεία στο υπέροχο ομώνυμο τραγούδι του Χρήστου Θηβαίου, από τον πρώτο δίσκο των Συνήθων Υπόπτων «Αδέσποτες Μέρες» (1995). Οι στίχοι είναι διασκευή ποιήματος του Jorge Luis Borges ("Fragmentos de un evangelio apocrifo"). Στη συγκεκριμένη live εκτέλεση τα δεύτερα φωνητικά είναι του Μίλτου Πασχαλίδη.

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Ο δεμένος γάιδαρος

* της Νίνας Κουλετάκη

Είσαι τυχερός.. γιατί έχεις γερά δεμένο τον γάιδαρό σου. Κι είναι γάιδαρος αστεράτος αυτός, με όμορφα μάτια και τεράστια υπομονή, γαϊδουρινή θάλεγε κανείς! Πρόσεχε, όμως, γιατί δύο τινά μπορεί να συμβούν.

Αν τον αφήνεις νηστικό κι απότιστο θα σου ψοφήσει, πράγμα πιθανό αλλά όχι πολύ. Το πιο σίγουρο είναι πως όταν δεν θ’ αντέξει άλλο να τον φορτώνεις παραπάνω απ’ όσο μπορεί να σηκώσει, θα δώσει μια με όλη του τη δύναμη και θα ξεριζώσει το πελώριο δέντρο, στον χοντρό κορμό του οποίου έχεις δέσει το σχοινί του. Και οι βαθειές ρίζες του δέντρου θα παρασύρουν κι όλο το χωράφι σου που, με τη σειρά του, θα ξεκολλήσει ένα κομμάτι του φλοιού της γης, μαζί με λίγο ανώτερο μανδύα.

Και, σέρνοντας όλα αυτά ξοπίσω του θα καλπάσει, έτσι όπως δεν τον έχεις δει ποτέ να καλπάζει, όσο πιο πέρα από σένα γίνεται. Κι αυτό το «πέρα» θάναι τόσο απελπιστικά μακρυά, που δεν θα μπορείς να τον δεις ούτε με το πιο δυνατό τηλεσκόπιο της ΝΑΣΑ.

Κι έχει κι ένα πείσμα, γαϊδουρινό θάλεγε κανείς, που δεν θα ξαναείναι δικός σου ποτέ πια, στους αιώνες των αιώνων.

* Από το blog της. Ανάρτηση και σχόλια εδώ.

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Ο ελέφαντας και το τέρας



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ελέφαντας.
Που έβαλε σκοπό στη ζωή του να αποδείξει ότι ..δεν ήταν ελέφαντας.

Δ. Χατζάκος | Δ. Ζερβουδάκης
"Στα χαμηλά και στα ψηλά
τα π' αγαπώ σκορπίσανε
και φύγανε και πάνε"





Η πρώτη φορά που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ήταν και η τελευταία. Είδε στο είδωλο μια πρωτοφανή ασχήμια. Κάτι η σκληρόπετση σάρκα, λίγο τα τέσσερα χοντροπόδαρα χωρίς δάχτυλα, πολύ η μακρουλή προβοσκίδα και τα βαθουλωτά μάτια. Αμ κι εκείνα τα αυτιά σαν αλεξίπτωτα.. Ασχήμια! Του μαύρισε την ψυχή. Έδωσε μια  με την προβοσκίδα του και το τέρας εξαφανίστηκε από μπρος του, φυλακισμένο στα χίλια κομμάτια του καθρέφτη.

Βάλθηκε λοιπόν ν' αλλάξει ζωή. Αρχικά αποφάσισε να ασχοληθεί με το δέρμα του. Πήγε στους καλύτερους αισθητικούς και έβαλε ένα σωρό κρέμες και προϊόντα ομορφιάς, που με τον καιρό έκαναν το δέρμα του λείο και απαλό. Και μετά με την κατάλληλη θεραπεία απέκτησε λαμπερό και στιλπνό τρίχωμα σαν όλα τα άλλα ζώα του δάσους. Τώρα θα μπορώ κι εγώ να κυκλοφορώ χωρίς ντροπή σκέφτηκε ο ελέφαντας και καμάρωσε για το αποτέλεσμα. Έλα όμως που καθώς περπατούσε πλάι στο ρυάκι, με το περίγραμμά του να λαμποκοπά στα ήρεμα νερά, ένα μικρό λαγουδάκι σκούντηξε χαχανίζοντας το πόδι της μαμάς του φωνάζοντας κοροϊδευτικά  «μαμά, κοίτα ένας ελέφαντας με γούνα!»

Έσκασε απ' το κακό του ο ελέφαντας και έτρεξε ντροπιασμένος στη σπηλιά του. Μα πώς να μην τον αναγνωρίσει ένας λαγός.. η προβοσκίδα και τα αυτιά τον μαρτυρούσαν από χιλιόμετρα. Κι έβαλε μεγαλύτερο πείσμα απ' το πρώτο και χτύπησε την πόρτα των καλύτερων πλαστικών χειρούργων, με στόχο να αποκτήσει κι αυτός μια μύτη σαν όλα τα άλλα ζώα κι ένα ζευγάρι κανονικά αυτιά. Και ύστερα από πολυέξοδες και πολύ κοπιαστικές εγχειρίσεις, η επιστήμη κατάφερε να του δώσει μια καλλίγραμμη γαλλική αλεπουδίσια μύτη -καταργώντας μια για πάντα την αντιαιθητική προβοσκίδα- και δυο πεταχτά ζαρκαδένια αυτιά!

Και τι χαρές δεν έκανε σαν είδε το πρόσωπό του στο νερό. Πλέον μπορούσε να μυρίσει κανονικά τα λουλουδάκια και τα δέντρα του δάσους, ν' ακούσει τόνους και ήχους των πουλιών μυστικούς έως τότε. Και το κυριότερο, να περπατά καμαρωτός σαν μορφονιός πρωτευουσιάνος κι όχι σαν κάποιος άξεστος του βουνού. Απ' τη βαθιά, ανείπωτη χαρά του, άφησε να του ξεφύγει ένα ατέλειωτο γέλιο ευτυχίας, χοροπηδώντας τριγύρω στη γέρικη βαλανιδιά. Κι όπως ταρακουνήθηκε η γη απ' τα ποδοβολητά, σηκώθηκε αλαφιασμένο απ' τον ύπνο του ένα σκιουράκι που είχε κατασκηνώσει στο δεύτερο κλαδί. Βλέποντας τη μοναχική γιορτή που είχε στηθεί κάτω απ' το σπίτι του, του ξέφυγε του σκίουρου ένα φωναχτό παράπονο. «Ούτε μια ώρα ησυχίας δε μπορεί να βρει κανείς σ' αυτό το δάσος; Είχαμε όλη μέρα τα πουλιά, έχουμε τώρα κι αυτόν τον ελέφαντα!».

Μαράζωσε σαν τ' άκουσε αυτό ο ελέφαντας, πάγωσε η χαρά στο πρόσωπό του. Έσκυψε το κεφάλι του και όπου φύγει-φύγει. Γύρισε πικραμένος στη σπηλιά του μην μπορώντας να χωνέψει ότι όσο κι αν αλλάξει το σώμα του, σμιλέψει το σουλούπι του, απαλύνει τα χαρακτηριστικά του, κατά βάθος δε θα είναι τίποτα άλλο παρά ένας άξεστος χοντροκομμένος ελέφαντας. Στη γλώσσα, στους τρόπους, στη συμπεριφορά. Θυμήθηκε όμως μες στη θλίψη του δυο φίλους του κι έτρεξε να τους βρει στο στέκι τους. Και να τους πείσει να του κάνουν όσα μαθήματα χρειαστεί για να αποκτήσει κι αυτός ευγενικούς τρόπους και γνώσεις και αιθέριες κινήσεις. Κι έτσι η κουκουβάγια ανέλαβε τη μόρφωσή του, την καλλιέργεια του πνεύματος, ενώ η ζέμπρα βάλθηκε να του μάθει εκλεπτισμένες κινήσεις και στάσεις. Και ύστερα από μήνες εντατικών μαθημάτων νυχθημερόν, καμάρωσε με χαρά το πτυχίο του με άριστα! Πλέον ήταν έτοιμος να κυκλοφορεί με χάρη στα μεγάλα σαλόνια και να συναρπάζει τις συναναστροφές του με την πλούσια γνώση του, με πηγαίες ιστορίες και περίτεχνα ευφυολογήματα.

Κι όταν μετά από λίγο καιρό συνάντησε το πιο όμορφο πλάσμα που είχαν δει ποτέ τα μάτια του, έβαλε στόχο να κατακτήσει την καρδιά της ανέμελης ελαφίνας, no matter what! Με κάθε κόστος. Την πλησίασε με ευγένεια που θα έλιωνε και τον πιο παγωμένο κρύσταλλο, με τρυφερότητα που θα ημέρωνε και το πιο άγριο λουλούδι. Και της πρόσφερε τα πάντα. Όλον τον ξεκαινουργωμένο εαυτό του. Κι εκείνη αποκρίθηκε, ντροπαλή, μα χαρούμενη! Και τι δεν έκαναν μαζί. Και περιπάτους όλο ομορφιά και χορούς όλο πάθος. Και εκδρομές όλο περιπέτεια και κουβέντες όλο γλύκα. Ώσπου μια μέρα σουλατσάροντας στις όχθες του ρυακιού, κοντοστάθηκαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια κι αγκαλιάστηκαν τρυφερά. Έλα όμως που ο ελέφαντας δεν ήλεγξε τη στιβαρή δύναμή του και πίεσε -άθελά του- παραπάνω απ' όσο η λεπτεπίλεπτη ελαφίνα μπορούσε ν' αντέξει. Κλονίστηκε εκείνη, ένιωσε να ασφυκτιά, να πιέζεται αφόρητα κι έτσι ζήτησε απ' τον αγαθό ελέφαντα να της δώσει χώρο και χρόνο ν' ανασάνει, να ξεμπλοκάρει, να σκεφτεί.

Μάζεψε τη θλίψη του ο ελέφαντας και κίνησε για ένα ατέλειωτο περιδιάβασμα στα όρια του δάσους. Τσακισμένος απ' την αλήθεια που βομβούσε μέσα του σαν σειρήνα σε συναγερμό, ότι ό,τι κι αν κάνει με τον εαυτό του, θα παραμείνει ένας χοντροκομμένος ελέφαντας. Ένας άγριος, άχρηστος ελέφαντας. Ένας άσχημος ελέφαντας. Ένας ελέφαντας τέρας, σαν εκείνο το τέρας που σκόρπισε στα χίλια κομμάτια του καθρέφτη. Και που τώρα γυρνούσε ξαφνικά πίσω κι απλωνόταν σ' όλη του την ψυχή. Κι όπως βάδιζε μονάχος στα όρια του δάσους, κοντά στην άκρη του τελευταίου γκρεμού, γλύστρισε από απροσεξία κι άρχισε να τσουλάει επικίνδυνα προς το χείλος. Έκανε να γυρίσει με την πλάτη του μήπως και σταματήσει με την τριβή, αλλά πλέον δεν είχε τραχύ δέρμα.. το στιλπνό τρίχωμα που είχε αποκτήσει γλίστρησε ακόμα περισσότερο και τον έφερε κοντά στην κόψη. Γυρνώντας στ' αριστερά, είδε ένα δεντράκι να στέκει άφοβο και να θωρεί αγέρωχο το χάος. Κι έκανε με την προβοσκίδα του ν' αρπαχτεί απ' τα κλαδιά να σωθεί, μα με τρόμο συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πλέον προβοσκίδα να τον σώσει. Την είχε θυσιάσει στο βωμό της αλλαγής. Κι ενώ το πρώτο δάκρυ έκανε να κυλήσει παγωμένο από τα βαθουλωτά του μάτια, θυμήθηκε τα μαθήματα χορού και κάνοντας μια αποφασιστική κίνηση, γράπωσε το πίσω δεξί του πόδι στο τελευταίο κλαδί του δέντρου, την ώρα που το κεφάλι του ήδη έχασκε στο κενό της αβύσσου.

>>>

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ελέφαντας.
Που έβαλε σκοπό στη ζωή του να αποδείξει ότι δεν ήταν ελέφαντας...

..μέχρι που το τελευταίο κλαδί υποχώρησε απ' το υπέρβαρο ελεφαντίσιο βάρος του.


* Αφιερωμένο σ' όλους εκείνους που στο βωμό της κοινωνικής αποδοχής και αρέσκειας έχασαν τον εαυτό τους. Και ξέχασαν ότι η αλήθεια και η αυθεντικότητα δεν κρύβουν ποτέ τέρατα. Συγνώμη..