Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Οκλαδόν


«Καλά.. δεν πιάστηκαν τα πόδια σου που τα 'χεις έτσι;»

Τελικά μια βόλτα στην παραλία δημιουργεί ωραίες ιστορίες. Μια μοναχική βόλτα.. Και ξεθάβει αναμνήσεις ένα σωρό. Απ' αυτές που «βρέξει-χιονίσει», ωραίες ή άσχημες, στο τέλος θα κλάψεις ανήμπορος που έφυγαν ανεπιστρεπτί και πίσω δε γυρίζουν.

Κύριε Ιησού Χριστέ... 

Με μάτια θολά παρά τον κόντρα άνεμο έγραψα ξανά τη συνηθισμένη διαδρομή. Σπίτι, όμιλος κι όλο ευθεία στο ξύλινο κράσπεδο πλάι στο κύμα, με φόντο το μέγαρο. Μεγάλος κύκλος γύρω από τα δύο επιβλητικά κτίρια και επιστροφή. Η στάση δεν προέκυψε από κούραση, μα από ανάγκη για ξεφόρτωμα, για άδειασμα, για τακτοποίηση «λογαριασμών» και συναισθημάτων. Στον ξύλινο καναπέ με τη διακοπτόμενη απ' τους ποδηλάτες θέα της θάλασσας. Ένα αχρησιμοποίητο κομποσκοινάκι 10ετίας κρυφά στα ακροδάκτυλα του δεξιού χεριού και το 'να πόδι κάτω απ' τ' άλλο. Οκλαδόν.

«Μπα.. συνήθεια είναι».

Δεν έστριψα καν το κεφάλι. Όταν ήρθαν και χαιρέτισαν ευγενικά και κάθισαν στην άλλη γωνιά, ζευγάρι σχεδόν στα ..όντα τους, ούτε όταν βγήκε εύλογη η απορία τους για τη στάση περισυλλογής μου, που θύμιζε -όπως είπαν- μουσουλμάνο ή βουδιστή σε ώρα προσευχής.. Μακριά δεν έπεσαν.

..ελέησον...

Σε ένα τέταρτο της ώρας είπαμε πολλά. Για τα ζόρια του σήμερα και το αύριο που δεν ξημερώνει, κι ας πήγε ήδη δέκα η ώρα, διαμαρτυρήθηκε η κυρά. Να φεύγουμε; Και δε φεύγετε.. μια ευχή σωστή να συμπληρώσω δεν μπόρεσα. Για τους φίλους, την οικογένεια. Την Α που δυσκολεύεται, τη Δ και τον Γ που περιμένουν, τον Α που ονειρεύεται και καρδιοχτυπά, τον Δ που χαθήκαμε, γιατί έτσι;.. Την Ε που πιέζεται, ο Θεός -μην ξαναπέσει- να φυλάει, τον Σ που στεναχώρησα, τον Π, όλα καλά να πάνε. Τον Β και τον Π που εύκολα παραιτούνται, την Φ που ξέρει να υποστηρίζει, ευχαριστώ! Τον Δ και τη Μ, τα ξαδέρφια που μόλις συνάντησα και είχα μήνες να δω, τι κάνετε βρε παιδιά.. τον Β που δεν το βάζει κάτω και την Α που πολεμάει και αντέχει και βοηθάει, όλους τους ξενιτεμένους μου, τη Φ που δάκρυα με πιάνουν δεν μπορώ..

..τη δούλη σου...

«Το χθες πέρασε, το αύριο δεν το γνωρίζουμε, το μόνο που έχουμε είναι το τώρα», ήρθε μήνυμα υποστήριξης. Πώς αντέχεται όμως το τώρα, όταν το αύριο μοιάζει σβηστό, κενό προσδοκιών και το χθες τορπιλίζει συνεχώς με θύμησες γλυκές σαν παιδικό γλυφιντζούρι..

Το σήκωμα δεν προέκυψε από κούραση, μάλλον από διάθεση αλλαγής, φευγιού. Μα τελικά είχε δίκαιο ο ευγενής συνομιλητής μου. Το πόσο πιάστηκαν τα πόδια μου οκλαδόν φάνηκε στο σήκωμα, στην προσπάθεια να περπατήσω ξανά. Το πόσο πονάει το χθες φαίνεται στην αλλαγή, στην προσπάθεια να περπατήσει κανείς ξανά στο τώρα. Αν είναι και «αγύμναστος»...

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Ο Ηλίθιος


«Ντοστογιέφσκι έχεις διαβάσει;»

Καθόμουν βολικά στους τεράστιους ξύλινους καναπέδες της νέας παραλίας και για λίγο -μπορώ να το πω- είχα απορροφηθεί στις ενοχλητικά, η αλήθεια είναι, λευκές σελίδες του φρεσκοξεκκινισμένου βιβλίου μου. Τα μικρά μαύρα γράμματα χοροπηδούσαν στις αραιές γραμμές, όπως τα μικρά κυμματάκια στα ρηχά του θερμαϊκού. Ήλιος. Γαλάζιο. Αεράκι. Κι εγώ στη γωνιά του καναπέ, εκεί που έπεφτε τσιγκούνικη η σκιά του διπλανού δεντρυλίου, σαν μαλωμένος με τον ήλιο που φώτιζε δίπλα μου αφειδώς το ξεπετσιασμένο ξύλο.

Άπλωσα τη δεξιά παλάμη και τη σφήνωσα ανάμεσα στις σελίδες, ανασηκώνοντας τη ματιά μου που πάλευε για εστίαση απ' τα κοντινά των γραμμάτων στα μακρύτερα, στοχεύοντας προς την κατεύθυνση της φωνής.

«Ορίστε;»

Όχι πως δεν είχα ακούσει την ερώτηση, αλλά, να, προσπάθησα να κερδίσω λίγο χρόνο μέχρι να καταλάβω ποιος μιλάει και γιατί τόσο ενδιαφέρον στην αφεντιά μου.

«Έχεις διαβάσει Ντοστογιέφσκι;»

Είχε αντιστρέψει τώρα την ερώτηση, με πιο καθαρή και αργή άρθρωση. Κοντούλης, μεσήλικας και άνω, τριγύρω στα 65 μάλλον. Με χοροπηδηχτά βήματα ερχόταν γοργά από τ' αριστερά, κάτι που το είχα καταλάβει προτού να κοιτάξω από τη φωνή που ζύγιαζε.

Συνήθως δεν ασχολούμαι με κάτι τέτοιους. Μου 'ρθε αυτόματα στη μνήμη ένα ταξίδι με τραίνο για Θεσσαλονίκη, ένα βράδυ, σ' ένα κουπέ. Το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ που κρατούσα ανοιχτό στις παλάμες μου είχε ενοχλήσει τον απέναντι και μου 'πιασε κουβέντα γεμάτος ειρωνεία, αραδιάζοντας κομματικές αριστερο-μπαρούφες για τον συγγραφέα. Για να το βουλώσει ένα λεπτό αργότερα, όταν στην επίμονη ερώτησή του για τις σπουδές μου, εγώ του απάντησα με πλήρη ειλικρίνεια... εντάξει, και μια δόση κομπασμού είναι η αλήθεια!

«Ναι, αμέ!»

Νόμιζα ότι το είχα κόψει το "αμέ". Να πω την αλήθεια -ξανά- πρέπει να πήγαινα ακόμα σχολείο, με κοντά παντελονάκια και άσπρη κάλτσα, την τελευταία φορά που αποκρίθηκα έτσι. Και το 'ξερα ότι κάτι παιδικό ξεκλείδωσε μέσα μου όταν πριν μέρες πίσω από την αγια-Σοφιά άκουσα μια κοπελίτσα να ανασύρει από τη μνήμη μου μια ακόμα ξεχασμένη από τα χρόνια ατάκα, "άσ' τα, βράσ' τα!". Και παγιώθηκε μέσα μου βγαίνοντας τις προάλλες από το μάθημα ιταλικών, παρατηρώντας ένα δεκάχρονο κοριτσάκι να επιστρέφει σπίτι της απ' το παιχνίδι, βαρύ απόγευμα κιόλας. "Μαμά πεινάω!". "Έλα, έχει φαγητό". "Θα μου δώσεις να πάρω παγωτό;...".

Δεν είχε σταματήσει να περπατά χοροπηδώντας στα λευκά του παπούτσια, κατάλληλα για άνετο και απεριόριστο περπάτημα. Σαν αυτά που ποτέ δεν εδέησα να πάρω, μένοντας για πάντα με τα πολυφορεμένα asics μου. Φορούσε κι ένα από κεινα τα καπελάκια τύπου τζόκεϋ, με το λεπτό ύφασμα και το εντελώς ίσιο γείσο και μάλιστα λίγο πιο ψηλά στο κεφάλι, όπως χαρακτηριστικά κάνουν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Κι από κάτω ανοιχτόγκριζα βερμούδα και λευκό polo μπλουζάκι. Μια χαρά φαινόταν να κρατιέται.. εμ.. με τόσο περπάτημα πώς να μην.

«Τον Ηλίθιο τον έχεις διαβάσει;»

Αυτό κι αν δεν περίμενα να με ρωτήσει. Ήδη εδώ και δέκα δευτερόλεπτα, απ' την πρώτη στιγμή μου τράβηξε το βλέμμα με την πρώτη του ερώτηση, προσπαθούσα να καταλάβω τι να ήθελε, πού άραγε το πήγαινε. Στην αρχή ένας συγκεκριμένος συγγραφέας. Και τώρα η αναφορά σ' ένα συγκεκριμένο τίτλο. Κι άραγε είχε δει που διάβαζα κάτι πολύ πιο πεζό και ήθελε λίγο να κορδωθεί απέναντί μου; Γιατί όπως και να το κάνουμε, ο Ίαν Ράνκιν είναι πολύ ..μπας-κλας κόντρα στον Ντοστογιέφσκι και φυσικά μια non-Τζον Ρέμπους- ιστορία του ούτε για ανακυκλωμένο χαρτί για το οπισθόφυλλο του Ηλίθιου δεν θα περνούσε!

Κοντοστάθηκα, άργησα η αλήθεια ξανα-είναι, να επεξεργαστώ το άκουσμα του τίτλου και να αναζητήσω στα βάθη των μνημών μου την απάντηση. Μα φυσικά..

«Ναι..»

Ήταν σχεδόν Νοέμβρης του '06 όταν αναχωρούσα από τη Θεσσαλονίκη για τη στρατιωτική θητεία. Ένα κρύο βράδυ στο ΚΤΕΛ, ο αποχαιρετισμός στα ..όπλα. Στην φοιτητική 8ετία. Εκεί, έξω από το λεωφορείο η Κ. με το δώρο της ανα χείρας, "για τις δύσκολες ώρες στο στρατό". Και πράγματι, στις 6 εβδομάδες στη Θήβα, μεταξύ αγγαρειών και πειραγμάτων, είχα καταφέρει εύκολα τους δυο τόμους του Ηλίθιου. Το δύσκολο ήταν το στρίμωγμά τους στο ασφυκτικά τεζαρισμένο σακίδιο..  Ήταν όμως ακριβώς αυτό που έπρεπε, ό,τι πιο αταίριαστο ανάγνωσμα για το στρατό. Τέλεια!

«Εγώ είμαι αυτός!»

..μου ξεφούρνισε και ήδη απομακρυνόταν προς τα δεξιά μου, γυρνώντας όλο και πιο πολύ το κεφάλι του μη χάσει κάτι από το αποσβωλομένο βλέμμα μου. Έτσι χοροπηδηχτά και χαρωπά όπως είχε πλησιάσει.

Σήκωνε πολύ συζήτηση αυτό το "εγώ είμαι αυτός". Ότι είναι ηλίθιος; Αλλά αν είχε πράγματι διαβάσει κι εκείνος το βιβλίο (για να ρωτάει..), τότε αν εννοούσε ότι ήταν ο Ηλίθιος, μόνο ηλίθιος δεν είναι! Μου ξέφυγε ένα ηχηρό..

«Χμ..»

..σκεπτόμενος τον πρίγκιπα Μίσκιν, τον Ηλίθιο, που προσπαθούσε να συμβιβάσει τον έρωτά του για την Αγλαΐα Ιβάνοβνα και την παθολογική συμπόνοια του για τη Ναστάσια Φιλίπποβνα, την ώρα που και οι δυο τον αγαπούσαν διεκδικητικά. Ο πρίγκιπας Μίσκιν. Ένα άτομο που, αν και οι γύρω του τον θεωρούσαν ηλίθιο, αυτός μάλλον δεν στερούνταν καθόλου ευφυΐας. Το αντίθετο μάλιστα. Αλλά οδηγήθηκε στην πνευματική κατάρρευση, λόγω του ότι ήταν συναισθηματικά ιδιαίτερα ευάλωτος. Ο ίδιος ο Μίσκιν απορούσε «πώς γίνεται να είμαι εγώ ηλίθιος, την ώρα που από μόνος μου καταλαβαίνω πως ο κόσμος μ’ έχει για ηλίθιο;».

Ο Ηλίθιος. Ένας χαρακτήρας ταυτισμένος με τον πόνο και τη συμπόνοια ταυτόχρονα. Που βρέθηκε μπροστά σε αινίγματα και απορίες, και όπως ο κάθε «ηλίθιος» άνθρωπος βάλθηκε να τα λύσει. «Ξάφνου τον κυρίευσε μια τρομερή επιθυμία να παρατήσει τα πάντα εδώ και ο ίδιος να φύγει, να γυρίσει πίσω, εκεί απ’ όπου ήρθε ή και μακρύτερα ακόμη. Προαισθανόταν πως αν έμενε εδώ, τότε θα ταυτιζόταν αμετάκλητα μ’ αυτόν τον κόσμο και στο εξής ο κόσμος αυτός θα γινόταν δικός του. Αμέσως αποφάνθηκε πως θα ήταν μικροψυχία αυτό, ότι έχει απέναντί του τέτοια προβλήματα, που τώρα πια δεν έχει καν το δικαίωμα να μην τα λύσει».

«Μήπως δεν είμαι κι εγώ ο Ηλίθιος;»

..αναρωτήθηκα σιωπηλά και απέσυρα τα μάτια μου από τον χοροποδηχτούλη κύριο που συνέχισε το άπειρο περπάτημά του, μες στο καταμεσήμερο της καλοκαιριάτικης τούτης μέρας.

«Μα την αλήθεια, είμαι εγώ ο Ηλίθιος!»

«Μα γίνεται στ' αλήθεια να είμαστε δυστυχισμένοι; Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να περάσεις πλάι από ένα δέντρο και να μην είσαι ευτυχισμένος που το βλέπεις. Να κουβεντιάζεις μ’ έναν άνθρωπο και να μην είσαι ευτυχισμένος που τον αγαπάς!».

* Οι χρωματιστές πλαγιαστές παραπομπές είναι αποσπάσματα από το ομώνυμο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, όπως τις δανείστηκα απο μια εξαντλητική κριτική του βιβλίου που βρήκα εδώ.

Το sms του Ιουνίου





Έσκυψε -σαν σε timelapse κίνηση- το κεφάλι του και άφησε τη στερνή του διαπίστωση να πλημμυρίσει τα μάτια του, σαν πληγή που βουλιάζει στο αίμα δευτερόλεπτα μετά το βαθύ κόψιμο..

«Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες». Μα Γιατί;;

Γιατί..

Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος
(Ρωμ. στ΄ 23)

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το sms του Μάη


Τι παραμύθι να σου πω ποια ιστορία...

Σ' αυτόν τον κόσμο όλα έχουν παλιώσει
κι αυτό το σπίτι οχυρό χωρίς κλειδιά...

Μα εγώ το θαύμα περιμένω μες στα κρύα,
απ' τους αλήτες, τα παιδιά, τους ποιητές.



Μη μου λες μετά «δεν ήξερα», «δεν φανταζόμουν», «δεν ήθελα», «φοβήθηκα», «δεν τόλμησα», «δεν πίστεψα»..

Πίστεψέ το, θέλησέ το, φαντάσου το.
Επιτέλους τόλμησέ το!


* Οι στίχοι που ..μπερδεύτηκαν για τις ανάγκες της ανάρτησης είναι από το «Νανούρισμα» του Άλκη Αλκαίου (και μουσική του Μίλτου Πασχαλίδη).

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Ο τύπος των ήλων


«Παλιό ταξίδι έσβησε στα μάτια σου
κι όμως ανιχνεύω τα σημάδια σου..»

Μικρός είχα την την αφέλεια να πιστεύω σχεδόν σε ό,τι άκουγα. Από το πιο συνηθισμένο ως το πιο απίθανο. Αν ήμουν στην Αμέρικα στα τέλη του '30, θα ήμουν σίγουρα απ' αυτούς που τρέχαν στους δρόμους έκπληκτα πανικόβλητοι, με το στόμα να χάσκει ανοικτό και το κεφάλι να στριφογυρίζει στον ουρανό να 'βρει τους εξωγήινους του Όρσον Γουελς.

Μεγαλώνοντας, στην προσπάθεια να εγκαταστήσω ένα φίλτρο κόντρα στις ..πεπονόφλουδες που έντεχνα φύτρωναν στο διάβα μου, πρόσθετα ένα  «σιγά..!» στην πρώτη μου έκπληξη/απορία, κρύβοντας για λίγα δευτερόλεπτα την αφέλεια της ευκολοπιστίας. Μα μόλις ακολουθούσαν οι πρώτες λεπτομέρειες το «σιγά» μεταμορφωνόταν σε «έλα!» και το πρωτόγονο αυτό firewall γκρεμιζόταν σαν τραπουλόχαρτα που ζήλεψαν τον πύργο της Βαβέλ.

Ενήλικας πλέον, και έχοντας περπατήσει άπειρα χιλιόμετρα στα μποστάνια του ψαρώματος και του κοροϊδέματος, ο τείχος προστασίας αναβαθμίστηκε κι από «σιγά» έγινε σιγή! Παύση. Αμιλησιά. Το στόμα βουλωμένο και τα μάτια σε κατάσταση άγρυπνου REM να τρεκλίζουν ψάχνοντας εστίαση σε κάποια βέβαιη αλήθεια. Κι όση ώρα ο νους καταβροχθίζει αχόρταγα την πληροφορία, η γλώσσα να ψάχνει μηχανισμό άμυνας στη νέα "αλήθεια" που θηλυκώθηκε αποφασιστικά στην κρεμάστρα της αφέλειας.

Γιατί όσο κι αν άλλαξαν οι μηχανισμοί απόκρισης, σημάδι μαύρο απόμεινε -η αφέλεια- κι ας έσπασε ο χαλκάς της άγνοιας. Τόσα λάθη, πόσα ψέμματα, πόσα παθήματα και «άλλη φορά δεν έχει» και τόσες απογοητεύσεις.. Παλεύουν όμως μέσα μου σαν δυνάμεις αντίθετες τα «Πίστευε τα μισά απ' όσα βλέπεις και τίποτα απ' όσα ακούς» vs «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».

Αυτή εκεί, όμως, η αφελής εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Χωρίς δισταγμό, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς καν το δάχτυλο να ψηλαφίζει τα σημάδια.




Today's Soundtrack:
Γ. Κακουλίδης | Θ. Μικρούτσικος | Δ. Μητροπάνος
"Εσύ που έρχεσαι σε με τον πεθαμένο
και βλέπεις μέσα μου όσα εγώ αγνοώ.."




* Η ..ωμή εικόνα είναι λεπτομέρεια του πίνακα "The Incrudelity of Saint Thomas", του Caravaggio (1601-2). Δείτε τον ολόκληρο εδώ.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Δεινόν η ραθυμία


Πώς μας πιάνει όλους, την ύστατη στιγμή! Κι ενώ έχει προηγηθεί τιτάνια προσπάθεια, παροιμιώδης υπομονή, εντατική εργασία, καθώς πλησιάζει η ευλογημένη εκείνη ώρα οι δυνάμεις κάμπτονται, η διάθεση σβήνει, η καθάρια σκέψη μολύνεται, η ψυχή λιποψυχεί και σκοτεινιάζει. «Τι ραθυμείς αθλία ψυχή μου;» αναρωτιέται ο υμνωδός.

Αυτή την ώρα, όμως, που η ψυχή δικαιολογημένα κλονίζεται κι αγκομαχά, αχνοφέγγει ελπιδοφόρο το μήνυμα..

«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις
τό τέλος ἐγγίζει καί μέλλεις θορυβεῖσθαι·»

Κι αργοξυπνά και συμμαζεύει τις δυνάμεις της και ετοιμάζεται για την τελική προσπάθεια, την ολική εν τέλει επαναφορά.


«ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ Θεός,
ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν».

Καλή Ανάσταση.

* Οι στίχοι είναι του Ρωμανού του Μελωδού, από το προοίμιο του κοντακίου που συμψάλλεται με τον Μέγα Κανόνα.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Should I stay or should I go?

* από το "κυρίως πιάτο" του Fight Club

Είσαι 27 χρονών. Ξυπνάς με τα χίλια ζόρια. Κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη. «Πότε ήμουν 16;». Φτιάχνεις καφέ και ετοιμάζεσαι να πας σε μια δουλειά που δεν γουστάρεις ή δεν έχει καμία σχέση με αυτό που σπουδάζεις. Αφού περάσει το νωχελικό και αβάσταχτο οχτάωρό σου (που σου φαίνεται για εικοσιτετράωρο), σχολάς. Μπαίνεις σε ένα αυτοκίνητο που σε εκλιπαρεί εδώ και καιρό για σέρβις και σε κάθε γωνία τρέμεις μην σε αφήσει. «Βάστα λίγο καιρό ακόμα» σκέφτεσαι. «Να μαζέψω κανα φράγκο και θα στο κάνω το τιμημένο. Ποιός ξέρει τι μπορεί να σου βρούνε...».

Γυρνάς στο σπίτι σου να χαζέψεις λίγο στον υπολογιστή. "Operating System Error". Με τα χίλια, ακούς την ιερή μουσική των Windows. Πας να μπεις στο internet. Περιμένεις και ξαναπεριμένεις, ώσπου συνειδητοποιείς ότι πιθανότερο είναι να μπεις στο δίκτυο της NASA παρά στο δικό σου. «Άαααααααααμφιβολίες, το μυαλό μου βασανίζουνε πολλές, κάρτα δικτύου ή motherboard θες;».

Διάλειμμα για τσιγάρο. Ένα μόνιμο άγχος σε καταπλακώνει χωρίς να ξέρεις τι σου πρωτοφταίει. «Να ανοίξω την τηλεόραση;». Για να έρθει σε κλάσματα δευτερολέπτου η απάντηση. «Απαπαπαπαπα». Περικοπές, μιζέρια, άναρθρες κραυγές από παντού. Κόσμος που φοβάται για το αύριο, κόσμος που δεν ξέρει πώς και αν θα την βγάλει καθαρή χωρίς να ψωμολυσσάξει. Όλοι σε μια μόνιμη εγρήγορση και ένας έντονος εκνευρισμός στην ατμόσφαιρα.

«Φουτούυυυυυυ! Έχω να κάνω και μια εργασία για τη σχολή». Με όλα αυτά είναι το τελευταίο που σου έρχεται στο μυαλό. Μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να θέλει μερική ή πλήρη αναδιάρθρωση αλλά, κακά τα ψέματα, έπρεπε να είχες στρωθεί και να την έχεις τελειώσει. Βέβαια όταν μπήκες πριν από τόσα χρόνια αλλιώς τα είχες προγραμματίσει. Θα έβρισκες μια δουλίτσα να βγάζεις τα έξοδά σου και σιγά-σιγά θα ξεμπέρδευες. Δεν υπήρχε περίπτωση να σε διώξουνε. Τώρα όμως που υπάρχει ο φόβος της διαγραφής, τρεχάτε ποδαράκια μου! «Και να το πάρω το παλιοπτυχίο μετά από τόσα χρόνια τι θα το κάνω; Θα το κολλήσω στον τοίχο και θα φοβάμαι να το πάω στο λογιστήριο. Άστο να πάει, καλύτερα να παίρνω 80 ευρώ λιγότερα και να εξακολουθήσω να έχω δουλειά».

«Ανάβω άλλο ένα τσιγάρο», που λέει και ο Μαχαιρίτσας. Ακούς για εβδομηκοστή συνεχόμενη ημέρα το Comfortably Numb των Pink Floyd. Αυτοί οι στίχοι... αυτοί οι στίχοι. «Μήπως βολεύτηκα; Μήπως συνήθισα να είμαι έτσι μουδιασμένος;». Κάτι πρέπει να κάνεις. Να βρεις έναν τρόπο να μπορείς να ζεις λίγο καλύτερα. Λίγο πιο άνετα, λίγο πιο υπερκαταναλωτικά. Κοιτάς για μια δεύτερη δουλειά. Κάτι να μπορείς να κάνεις από το σπίτι σου. 800 ευρώ τον μήνα με μόλις 2 ώρες εργασίας την εβδομάδα, εγγυημένα! Κερδίστε τώρα χρήματα από τον υπολογιστή σας, αβασάνιστα. Τζίφος.





Today's Soundtrack:
Pink Floyd - "Comfortably Numb"
"The child is grown,
the dream is gone"






Ώσπου
, σαν άλλο Seek for the Holy Grail των Monty Python, χωρίζουν τα σύννεφα, ο ήλιος εμφανίζεται και ξάφνου -ώ Θεοί!- ακούγεται φωνή βοώντος. Σαν άλλος Κύρος Γρανάζης βλέπεις την λαμπίτσα πάνω από το κούτελό σου να ανάβει, και ΝΑΙ! Τάτσντάουν! Γιουρίκα!


Θα φύγω ρε! Θα πάω στην Αστραλία (Α, ρε Βασιλειάδου ήσουν πολύ μπροστά!). Και να σου που εμφανίζονται το κατάλευκο Αγγελάκι (που κρατάει μπεγλέρι και μοιάζει στον Άγγελο τον Αναστασιάδη) και το κατακόκκινο Διαβολάκι (που κρατάει ακόμα μεγαλύτερο μπεγλέρι και πούρο και μοιάζει στον Μάκαρο) στους ώμους σου:

Α: Να πας στο εξωτερικό, ε; Μήπως να το ξανασκεφτούμε;
Δ: Τσου ρε Λάκη. Μια φορά είπαμε να σκεφτούμε άουτσάηντ οφ δε μποξ και πετάχτηκες. Τι λέει εκεί; Ταρίφας στην Αυστραλία; Τέσσερα χιλιάρικα τον μήνα;
Α: Ναι αμέ, καταπληκτικά! Εικοσιτέσσερις ώρες ταξίδι από το σπίτι σου. Δουλειά δώδεκα ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα.
Δ: Κλάϊν ρε! Τέσσερα χιλιάρικα το μήνα!
Α: Και δεν μου λες φωστήρα μου, πώς θα πας ακριβώς; Με τι βίζα;
Δ: Καλά τυφλός είσαι; Τα λέει όλα από κάτω. Σου βγάζουνε φοιτητική βίζα λέει.
Α: Ναι, ε; Και ισχύει για πάντα;
Δ: Εεεεεεεε, όχι; Δεν ξέρω, φαντάζομαι πως θα τη βρεις την άκρη εκεί. Δε θα σε αφήσουνε και στους πέντε δρόμοι, σαν το Βασιλάκη τον Καΐλα!
Α: Μχ... Μάλιστα, πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα δηλαδή.
Δ: Μην με κουρντίζεις. Πάμε παρακάτω ρε μάστορα, γιατί η αγαπούλα από 'δώ έχει κέφια. Τι λέει εδώ; Ζητείται Έλληνας για λάντζα σε Ελληνικό εστιατόριο στη Γερμανία. Δυόμισι χιλιαρικάκια τον μήνα. Πώς σου φάνηκε, Λάκη;
Α: Στη Γερμανία; Να σε έχουνε του κλώτσου και του μπάτσου; Εκεί ρε τους τρώνε τους Έλληνες!
Δ: Ναι αλλά προσφέρεται και διαμονή. Είναι και γεμάτο Έλληνες. Παίζεις και καμιά κιθαρούλα μια στο τόσο και τα παίρνεις διπλά! Ξέρεις, κανένα Νταλάρα, Πλιάτσικα, Κοργιαλά να νιώσουνε λίγο πατρίδα ρε παιδί μου! Άσε που άμα ο θρύλος νικήσει καμιά Βέρντερ πάλι του χρόνου τους σκας και κανένα «Πως σου φάνηκε» ή «Δε σε χάλασε!»
Α: Ναι, μια μέρα το χρόνο. Τις υπόλοιπες 364; Και λάντζα;
Δ: Καλά, δεν πάμε Γερμανία. Έχει και κρύο. Πολύ με κοντράρεις, όμως, και θα έχουμε άλλα.
Α: Την κρεμούλα σου εσύ! Δεν το ξεχνάμε ρε αφεντικό;
Δ: Μην τον ακούς, πάμε παρακάτω. Χμμμμμ, Έλληνας ζητείται από Αγγλική εταιρεία στοιχήματος για το τμήμα Ελληνικής εξυπηρέτησης πελατών. Τρία χιλιάρικα τον μήνα.
Α: Το κουράζεις, διάολε. Αγγλία; Βροχή τριακόσιες μέρες τον χρόνο. Ξενέρωτες γκόμενες, ξενέρωτα φαγητά.
Δ: Είναι πολλά τα λεφτά, Λάκη.
Α: Ε, και; Τα λεφτά είναι το παν; Πώς θα ζεις; Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι; Πού θα αφήσεις την Ελλαδάρα μας ρε! Πού θα βρεις τέτοιον ήλιο; Ακόμα και αν βρεις κάτι και είσαι σίγουρος ότι όλα είναι όπως στα λένε, θα την κάνεις έτσι εύκολα;
Δ: Και τι να κάνουμε ρε μάστορα; Να κάτσουμε εδώ να περιμένουμε κάθε 5 του μηνού πότε θα ξαναπάει 1η να πληρωθούμε;
Α: Ναι ρε, να κάτσεις εδώ. Με τη βοήθεια της Παναγίας θα παλέψουμε και θα τα καταφέρουμε. Με την οικογένειά σου, τα φιλαράκια σου, τα νησάκια σου και τα όλα σου. Με ποιόν θα πηγαίνεις για μπύρες; Με τον Τομ Ίνγκλαντσον ή τον Φραντζ Άλλεμάιγκεν;
Δ: Συνεχίζεις να με κουρντίζεις...
Α: Γουατσα γκόνα ντου αμπάουτ ιτ, μπίατς;
Δ: Ε, να...!


Μπαίνεις για λίγο στο πετσί του καθηγητή Λάγκτον και οι δικοί σου Άγγελοι και Δαίμονες παίζουν ταβερνόξυλο στο μυαλό σου. Τρίαινες και εξαπτέρυγα ξεπετάγονται από το σύννεφο πάνω από το κεφάλι σου, εκεί που πριν λίγο ήταν η λαμπίτσα.

Μη έχοντας κάτι άλλο να κάνεις παίρνεις τα φιλαράκια σου και μαζεύεστε σπίτι σου για μπύρες και ταινία. Όλοι έχουν τα δικά τους (που δε διαφέρουν και τόσο πολύ από τα δικά σου) αλλά τουλάχιστον όλοι μαζί ξεχνιέστε για λίγο. «Πού να πάω ρε #@#... Αυτή την καβλάντα της παρέας πού θα την βρω;».

Πέφτεις για ύπνο και τα όνειρά σου είναι πιο μπερδεμένα και από έργο του David Lynch. Ο Darth Vader παρέα με τους G.I.Joe κυνηγάνε το Alien που έχει κάνει κόμμα με τον Christiano Ronaldo για να καταλάβουν τη Γη. Ο Καρατζαφέρης ντυμένος αρχηγός των Ινδιάνων χορεύει τον χορό της βροχής γύρω από την φωτιά και ζητάει την ευλογία του μάγου-γιατρού Κώστα Σημίτη. Τελικά την κατάσταση σώζει από το πουθενά το Σκαρλετάκι - Μάυρη Χήρα με τη βοήθεια της βαμπιροαναθρεμμένης Kate Beckinsale.

Ξυπνάς. Ετοιμάζεσαι για δουλειά.

Είχες ρεπό και ξύπνησες τζάμπα από τις 7:30.

* Κεντρικό άρθρο-ιστορία στην ιστοσελίδα του Fight Club (ραδιοφωνική εκπομπή του NovaΣΠΟΡ 94,6). Του ακροατή με nickname "Μάρλον Πάντο".

Λίγο το ζόρικο πρωινό ξύπνημα, λίγο το σαραβαλάκι που εκλιπαρεί για σέρβις, κάτι τα του μήνα που δε φτάνουν, παρέα με τις νότες των Pink Floyd και την ανάπαυση της καλής παρέας, η ιστορία αυτή μοιάζει βγαλμένη απ' τα δικά μου όνειρα, χμ! Οκ-οκ, χωρίς το τσιγάρο έστω..